Γράφτηκαν, γράφονται και θα γραφούν πολλά περί κρίσης, περί ευθύνης, περί σκανδάλων, περί… περί… Και γιατί όχι άλλωστε;

Τι έχει να χάσει ο άνεργος ή ο ενεργός ή ο σκεπτόμενος πολίτης από το να περνάνε τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, οι ώρες, τα χρόνια κενά και βουβά;

Υπάρχει, βέβαια, η εγωιστική και ατομικιστική άποψη ότι ας κοιτάζει ο καθένας τον εαυτούλη του και ας εργάζεται ως σκλάβος σε γαλέρα, μη βλέποντας ορίζοντα παρά μόνο τη πλάτη του μπροστινού. Ξέρετε, αυτά τα κελιά-γραφεία που διαθέτουν τράπεζες, εισπρακτικές εταιρείες και πολυεθνικές :

Χτυπάω κάρτα, γράφω στον υπολογιστή, σηκώνομαι να βάλω καφέ φίλτρου, κουτσομπολεύω με τους συναδέλφους, λέω κάτι για τη κρίση, ”γιατί ο Τσίπρας θα μας σώσει;” απαντά ο άλλος, ξανακάθομαι στο γραφείο. Συνεχίζω το γράψιμο· Πάω έξω για να κάνω μια πληρωμή, επιστρέφοντας με πλησιάζει η ζητιάνα παραμάσχαλα με το παιδί: ” Σε παρακαλώ, δώσε κάτι για το παιδί μου…”, δε μπορώ να θυμηθώ αν είναι αυτή που συχνάζει στη γωνία ή αυτή με τη μαντήλα, πίσω από το περίπτερο στο σοκάκι. Όχι, δε πρέπει να τις δώσω γιατί θα την καλομάθω! Άσε που έχει. Γιατί δε πιάνει μια δουλειά, χαζοί είμαστε όλοι οι υπόλοιποι που δουλεύουμε για πέντε και έξι εκατοστάρικα; Μπαίνω μέσα στο ταχυδρομείο για να στείλω ένα γράμμα, όχι δεν είναι για τη δουλειά. Τώρα που έχω ξετρυπώσει από τα αμπάρια δε με ελέγχει κανείς. Θα κάνω τις δικές μου δουλίτσες! Μπορεί να κοιτάξω και καμμιά βιτρίνα στο γύρνα. Είναι οι ευχάριστες στιγμές στη καθημερινότητα. Έχω αργήσει, θα μου κάνουν παρατήρηση. Τρέχω πίσω και μόλις πριν εισέλθω, παίρνω μια βαθειά ανάσα και κάθομαι στο γραφείο. Σκέφτομαι πως θα περάσει η ώρα. Έχω και το αφεντικό που είναι στο χαβά του. Μακάρι να ήταν όλοι οι εργοδότες σαν της φίλης μου της Δήμητρας. Δε ξέρει πόσο τυχερή είναι· φεύγει την συμφωνηθείσα ώρα, άμα χρειαστεί κάθεται παραπάνω, όχι πολύ, παίρνει καλό μισθό για την εποχή, κάπου στα οκτώ εκατοστάρικα. Έφτασε η ώρα, πρέπει να χτυπήσω κάρτα και να φύγω, αρκεί να μη βρεθεί πάλι κάτι τη τελευταία στιγμή που πρέπει να τακτοποιηθεί άμεσα. Ευτυχώς δεν έτυχε τίποτα. Παίρνω το καπελάκι μου, το σακκίδιο μου -ειδικό για τον πόνο της μέσης- και τρέχω για το μετρό, διότι αν το χάσω, μετά θα χάσω και το λεωφορείο και θα φτάσω σπίτι πολύ αργά. Μακάρι να ζούσε ακόμα το αυτοκινητάκι μου, αλλά η φορολογία του πατέρα μου δεν του επιτρέπει να έχει δύο αυτοκίνητα στο όνομα του. Αναγκάστηκα να το πουλήσω για πενταροδεκάρες. Ήταν το πρώτο αυτοκίνητο που είχα. Δε του άξιζε τέτοια τύχη. Να το στερηθώ από ανάγκη. Δεν του έπρεπε. Πολλά δεν πρέπει, βέβαια.

Λίγο ακόμα και θα είχα χάσει το λεωφορείο. Βλέπω στα δεξιά μου και ατενίζω τη θάλασσα. Σπουδαίο πράγμα το βασίλειο του Ποσειδώνα. Ηρεμώ και σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι που καθημερινά, έστω και στα κλεφτά, βλέπω το βαθύ μπλε, γκρίζο, πορφυρό· ανάλογα με τα κέφια του Θεού κάθε φορά. Ετοιμάζω τα κλειδιά για να ανοίξω. Έφτασα επιτέλους.

Βάζω το φαγητό να ζεσταθεί, ταυτόχρονα βγάζω τα ρούχα μου, βάζω κάτι ανάλαφρο και ανοίγω τον υπολογιστή να δω καμμιά ταινία να περάσει η ώρα ή καμμιά σειρά -τείνουν να γίνουν καλύτερες από τις ταινίες. Τηλεόραση έχω να ανοίξω χρόνια. Τι να δω; Σπαρίλλα και κατάντια, θλιβερά όντα επί πληρωμή αναλογίζομαι. Πάλι κρίση, πάλι θα την ξεπεράσουμε, η ανάπτυξη θα έρθει για δωδέκατη φορά μέσα σε δώδεκα μήνες διακυβέρνησης….φτάνει πια. Δε μπορώ άλλο τις μαλακίες και τις φαμφάρες. Για αυτό και απέχω τόσους μήνες από το χαζοκούτι.

Ωραία η φασολάδα σήμερα! Ας κάνω μια γύρα στο ίντερνετ για τα νέα της ημέρας. Διαβάζω για πολλοστή φορά τη κατάντια μας. Διαβάζω για χιλιοστή φορά κάποιο σκάνδαλο. Να πάρει! Για πόσο θα ασελγούν σε αυτή τη χώρα; Δεν υπάρχει όριο; Αμάν πια! Όλο τα ίδια και τα ίδια, απορώ πως δεν έχει ξεσηκωθεί ο κόσμος! Και καλά εγώ που παίρνω ένα μισθό-δείγμα, οι υπόλοιποι που είναι εκτός εργασίας και χαράς; Μα δεν έχουν πάρει τους δρόμους ακόμα; Εδώ θα βγούμε εμείς σε λίγο…

Πέφτω για ύπνο από νωρίς ώστε να είμαι έτοιμος και ξεκούραστος για αύριο,  βάζω το ξυπνητήρι στις επτά ακριβώς και κλείνω το φως. Αν δεν πάρω το λεωφορείο των επτά και μισή θα χάσω το μετρό των οκτώ και θα φτάσω καθυστερημένος… Αχ και να είχα το αυτοκίνητο μου, δε θέλω πολλά μα και τα λίγα μου τα στερήσανε… δε μπορεί, θα αλλάξει η κατάσταση, κάποια στιγμή…

Πηγή : Επίγονος