12-264x300

Συνεχίζοντας το αφιέρωμα μας στον Δεκέμβρη του 1944 δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το βιβλίο του Νίκανδρου Κεπέση «Ο Δεκέμβρης του 1944»

      Ο ΑΙΜΑΤΗΡΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΑΡΧΙΖΕΙ

«Ντρέπομαι, αληθινά ντρέπομαι για το ρόλο πού παίζει εδώ ή Βρετανία, .. άλλη μια φορά ντρέπομαι, γιατί αυτό που συμβαίνει εδώ είναι κτηνώδες και σοκαριστικό. Είναι στίγμα για όλους μας…».

(Από γράμμα άγγλου στρατιώτη στην Νταίηλυ Γουώρκερ 23/12/1944)

«Όλοι μας νιώσαμε ντροπή, πού ό κόσμος μας φερνόταν μ” αυτό τον τρόπο σε μια τόσο φοβερή περίσταση και δεν ξέραμε τι να κάνουμε».

(Κώστας Κουβαράς, ελληνοαμερικανός δημοσιογράφος)

Κι άλλη υπαναχώρηση του Γ. Παπανδρέου

Οι «Άγγλοι και η ντόπια πλουτοκρατία, ήταν αποφασισμένοι να προχωρήσουν αποφασιστικά για δράση. “Αποφασισμένοι να εκπληρώσουν τα σχέδιά τους, χωρίς κανένα ηθικό δισταγμό μπροστά και στα πιώ αποτρόπαια εγκλήματα. Μάταια εκ των υστέρων προσπαθούν να μετατοπίσουν τις ευθύνες τους οι πραγματικοί ένοχοι, διαστρεβλώνοντας την ιστορική αλήθεια.

Το αιματοκύλισμα τού συλλαλητηρίου της Κυριακής 3.12.44 από μέρους των Αγγλων και των δυνάμεων της δεξιάς — τού ανοιχτού και καμουφλαρισμένου δοσιλογισμού — είναι ακόμα μια απόδειξη στη σειρά τόσων άλλων γεγονότων που μέχρι τώρα αναφέραμε.

Το ιστορικό του σημαντικού αυτού επεισοδίου που αποτέλεσε απαρχή της σύγκρουσης και του αιματοκυλίσματος του λαού έχει ώς εξής:
Το Σάββατο 2 Δεκέμβρη το ΕΑΜ ζήτησε την άδεια για τη συγκρότηση ενός παλλαϊκού συλλαλητηρίου, σύμφωνα με την απόφαση πού πήρε στις 2.12.44.
Και ενώ στην αρχή χορηγήθηκε από τον Παπανδρέου ή άδεια για να γίνει το συλλαλητήριο, το βράδυ την ανακάλεσε. Ή υπαναχώρηση αυτή υπόκρυπτε αναμφισβήτητα δόλο.
Το πιθανότερο κατά τη γνώμη μας είναι ότι ή άδεια δόθηκε υστερόβουλα από τον Παπανδρέου και ανακλήθηκε σκόπιμα για να κάμει αντιπερισπασμό στο ΕΑΜ. Η συμμόρφωση δηλ. του ΕΑΜ στην κυβερνητική απαγόρευση θα δημιουργούσε σύγχυση στο λαό που θα σπεύδανε να την εκμεταλλευτούν οι εχθροί του. Σε αντίθετη πάλι περίπτωση — πού ήταν και η πιο πιθανή — Σκόμπυ και Παπανδρέου θα βρίσκανε «πάτημα» για να εξαπολύσουν την επίθεση τους.
Όπως όμως κι αν έχει το ζήτημα, κι αν δηλαδή δεν υπήρχε υστεροβουλία κι αν την απαγόρευση την επιβάλανε οι Άγγλοι, η ευθύνη του Παπανδρέου δεν αλλάζει. Και η ευθύνη του αυτή είναι βαριά, είναι βαριά, απέναντι στην “Ιστορία.

Είπαμε παραπάνω τούς λόγους για τούς όποιους δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να ανασταλεί ή σύγκληση του συλλαλητηρίου από το ΕΑΜ. “ Εξάλλου εκείνο που στην προκειμένη περίπτωση μπορούσε να βοηθήσει τη χώρα να βγει ομαλά από το αδιέξοδο δεν ήταν η αναστολή, άλλα ή πραγματοποίηση του συλλαλητηρίου. Γι αυτό και ή ΚΕ του ΕΑΜ σωστά δεν ανακάλεσε την απόφαση της.

Ας κάνουμε τώρα κάποιον άλλο παραλληλισμό, για να γίνουμε πιο κατανοητοί. Στις 20 Απρίλη του 1961 ο Γ. Παπανδρέου, σαν επικεφαλής της Ενωσης Κέντρου, βρέθηκε μπροστά σε μια τέτοια απαγόρευση της Κυβέρνησης Καραμανλή κι όμως δεν υπόκυψε. Και πραγματοποίησε τη συγκέντρωση του λαού της Αθήνας, στο χώρο της Λέσχης των φιλελευθέρων. Κανείς δεν μπορεί να τον ψέξει ότι έκαμε λάθος. «Ε, χίλιες φορές περισσότερο — για λόγους ουσιαστικούς και τυπικούς — η ΚΕ του ΕΑΜ δεν μπορούσε και δεν θα έπρεπε να υποκύψει τότε σ’ έναν τέτοιο εκβιασμό. Οχι λόγοι υποκειμενικοί, λόγοι γοήτρου, μα λόγοι αντικειμενικοί, λόγοι ειδικής ανάγκης, λόγοι εθνικοί υπαγόρευαν να γίνει το συλλαλητήριο εκείνο.

“Αναφερόμενος σ” εκείνο το συλλαλητήριο και την απαγόρευση, ο δυτικογερμανός ιστορικός Ρίχτερ παρατηρεί σχετικά ότι: μια τόσο μαζική εκδήλωση,
«δεν μπορεί να αναβληθεί μέσα σε λίγες ώρες, γι” αυτό και ό ισχυρισμός ότι, αν ήθελε, το ΕΑΜ μπορούσε να τη ματαιώσει, δεν ευσταθεί. Το πιθανότερο είναι ότι Παπανδρέου και Βρετανοί προχώρησαν στην απαγόρευση με τόση καθυστέρηση, για να δημιουργήσουνε ένα νομιμοφανές άλλοθι για τα γεγονότα πού έμελλε να διαδραματιστούν την επομένη μέρα…».

Αλλά πέρα απ” όλα αυτά, στις κρίσιμες εκείνες στιγμές που δεν υπήρχε ουσιαστικά Κυβέρνηση, ο κυρίαρχος λαός θα έπρεπε να μιλήσει. Και στη φωνή του ΛΑΟΥ θα “πρεπε όλοι να πειθαρχήσουν και να υποταχτούν. Να γιατί ήταν εθνική ανάγκη να γίνει οπωσδήποτε το συλλαλητήριο εκείνο: Για ν” ακουστεί ή φωνή του λαού.
Κι αντήχησε πραγματικά ή φωνή των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων της Αθήνας και του Πειραιά, παρόλο που οι εχθροί του λαού έκαμαν το πάν για να την πνίξουν στο αίμα των παιδιών τους, στο αίμα το δικό τους. Λεβέντικη, στεντόρεια, επιβλητική, η φωνή των μυριάδων αγκάλιασε όλη την Αθήνα κι απλώθηκε στην Ελλάδα. Κι αντιλάλησε στα πέρατα της γης, όλης της γης, το όνομα του λαού μας.
Μα ο Παπανδρέου, δυστυχώς, έκλεισε τ” αφτιά και δε θέλησε ν” ακούσει τη φωνή αυτή, την επιταγή του Έθνους. Παραβίασε ασύστολα τις παραινέσεις της λογικής. Προτίμησε, αντί γι” αυτό, να πειθαρχήσει στις προσταγές του Λήπερ και του Σκόμπυ. Να υποχωρήσει μπροστά στους εκβιασμούς της δωσίλογης δεξιάς. Προτίμησε τη βία, τη σύγκρουση, αντί για την ομαλή πορεία… Προτίμησε την ξενοκρατία αντί για τη Λαϊκή Κυριαρχία.

Οι πρώτες δολοφονικές σφαίρες Το ‘χουμε βάλει βαθιά μες στην καρδιά μας …

Θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω στις κρίσιμες εκείνες στιγμές, όπως τις έζησα και όπως μου διηγήθηκαν ή και διάβασα, για όσα δεν είχα προσωπική αντίληψη.

Από την 1η Δεκέμβρη το Σύνταγμά μας βρίσκεται σε επιφυλακή. Ή Κομ. “Οργάνωση Πειραιά (ΚΟΠ) προετοιμάζεται για την απεργία της 2 Δεκέμβρη, το Σάββατο, που αποτελούσε την πρώτη απάντηση στα μέτρα του Γ. Παπανδρέου, της δεξιάς και των «Αγγλων. Παντού κυριαρχούσε ο πυρετός του συναγερμού ενάντια στο μεγάλο κίνδυνο. Σ όλων τα μάτια αστραποβολούσε η αποφασιστικότητα για τη ματαίωση των σκοπών των Αγγλων και της αντίδρασης.
Άπ” όσα έμαθα είχαν καθορισθεί χώροι προσυγκέντρωσης στον Πειραιά και τις συνοικίες, για το συλλαλητήριο της Κυριακής. Και δύο βασικά συγκεντρώσεις. Ή μια στο “Εργατικό Κέντρο Πειραιά και η άλλη στην πλατεία Αγίου Νικόλα στην Κοκκινιά.

Οι ελασίτες όλοι θα ήταν στούς λόχους, επιφυλακή, για κάθε ενδεχόμενο. Ζήτημα τάξης δεν έμπαινε στις λαοκρατούμενες περιοχές. Επειτα τα αστυνομικά τμήματα στη μεγάλη πλειοψηφία τους ήταν φιλοεαμικά. Ιδιαίτερα στη Δραπετσώνα, στα Ταμπούρια, στην Κοκκινιά, στον Κορυδαλλό.
Το βάρος της δουλειάς για το συλλαλητήριο έπεφτε βασικά στην Αθήνα.
Σαν ώρα συγκέντρωσης είχε οριστεί η 11η  πρωινή.
Στην πλατεία Συντάγματος βασικά θα έμπαιναν από τη λεωφόρο Αμαλίας και μια δεύτερη φάλαγγα από τη Μητροπόλεως και τις γύρω παρόδους της φιλελλήνων και Έρμου. Από τη Μητροπόλεως θα έμπαιναν και οι Πειραιώτες.

Ό κόσμος προχωρούσε με τα πλακάτ και τα λάβαρά του σαν να πήγαινε σε κάποιο πανηγύρι, τραγουδώντας:
«Το “χουμε βάλει βαθιά μες στην καρδιά μας
Λαοκρατία και όχι βασιλιά»
Κι άλλα τραγούδια και συνθήματα.
Γύρω στις 10.30′ είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος στην πλατεία Συντάγματος, χωρίς ωστόσο να έχουν φτάσει ακόμη οι φάλαγγες που προχωρούσαν από τις κατευθύνσεις που ανάφερα.
Στις 10.45′ ή φάλαγγα της Καλλιθέας κτλ. πού βάδιζε στη λεωφ. Αμαλίας πλησίαζε στο χώρο του Άγνωστου Στρατιώτη.
Προχωρούσε σαν ένα ήρεμο ποτάμι. Οι πρωτοπόροι της φάλαγγας κρατούσαν ένα τεράστιο πανώ με το σύνθημα:

«ΟΤΑΝ Ο ΛΑΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ ΔΙΑΛΕΓΕΙ Η ΤΙΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ Η ΤΑ ΟΠΛΑ» – ΕΑΜ

Αυτό το πλήθος συγκέντρωσε όλο το μίσος των δολοφόνων του λαού, πού, ταμπουρωμένοι στα παλιά ανάκτορα και τη Διεύθυνση της Αστυνομίας (Μέγαρο Γιαννούλη), περίμεναν πότε θα δοθεί το σύνθημα για να χτυπήσουν.

Η μαρτυρία του Κ. Κουβαρά
Ωστόσο το πλήθος προχωρούσε αμέριμνο. Εντελώς ανυποψίαστο για τον κίνδυνο που το παραμόνευε. Για τα δολοφονικά βόλια που ρίχτηκαν καταπάνω του.
Υπάρχουν πολλές αυθεντικές μαρτυρίες που περιγράφουν εκείνη τη δραματική σκηνή.

Θ” αρχίσω μ” ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ελληνο- αμερικανού Κώστα Κουβαρά  πού παρακολούθησε από τον εξώστη του πρώτου ορόφου της «Μεγάλης Βρετανίας».
«… Είδα τον κόσμο να έρχεται σε παράταξη, με τις σημαίες του — ελληνική, αμερικάνικη, βρετανική και ρωσική — μπροστά. Ηταν μια γιγάντια φάλαγγα, άλλα οι διαδηλωτές προχωρούσαν με τάξη τραγουδώντας αντάρτικα τραγούδια και φωνάζοντας συνθήματα. Έρχονταν δυτικά από την οδό Πανεπιστημίου και προσπάθησαν να μπουν στην πλατεία Συντάγματος στρίβοντας αριστερά στην οδό Οθωνος. Ή αστυνομία τους σταμάτησε. Η πελώρια φάλαγγα άρχισε πάλι να κινείται για να μπει στην πλατεία, κατεβαίνοντας τα σκαλιά που οδηγούν από το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Η αστυνομία και πάλι τους σταμάτησε κι ή φάλαγγα άρχισε πάλι να κινείται. Ημασταν στον εξώστη του πρώτου πατώματος του ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρετανίας.

Ή αστυνομία είχε κινητοποιηθεί ολόκληρη επιδείχνοντας τα καινούργια βρετανικά ντουφέκια και τόμμυγκαν για πρώτη φορά. Υπήρχαν επίσης ολόγυρα βρετανικά τανκς και θωρακισμένα αυτοκίνητα. Στο πρώτο τανκς στη γωνιά, μπροστά μας, ένας άντρας στεκόταν στον ανοιχτό πυργίσκο και βρισκόταν σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με το αρχηγείο του, αναφέροντας τα συμβαίνοντα.
Το μπροστινό τμήμα του συλλαλητηρίου είχε φτάσει στην άκρη της πλατείας όπου βρισκόμασταν και, καθώς παρατηρούσα προσεχτικά, άκουσα τους επικεφαλής να συζητούν με την αστυνομία μόλις δέκα μέτρα από κει πού στεκόμασταν. Προσπαθήσαμε να παρακολουθήσουμε τη συζήτηση που διεξαγόταν σε υψηλό τόνο, άλλα, δεδομένων των περιστάσεων, το πράγμα δεν φαινόταν εξαιρετικό. Οι διαδηλωτές σπρώχνανε για να μπουν στην πλατεία, άλλα δεν γινόταν καμιά συμπλοκή.

Ξαφνικά ένα παράγγελμα «τραβηχτείτε πίσω!» δόθηκε με μια στριγκιά, στρατιωτική φωνή και όλοι οι αστυνομικοί υποχώρησαν κάπου είκοσι μέτρα, γονάτισαν κι άρχισαν να πυροβολούν. Τα πυρά ήταν πυκνά . Διακόσιοι αστυνομικοί έβαλλαν ταυτόχρονα, οι περισσότεροι με αυτόματα. Ενας όμως από μας παρατήρησε τον αστυνομικό που γονάτισε λίγα μέτρα από το μέρος μας, και μας φώναξε… «αυτός βαράει στο ψαχνό». Κοιτάξαμε με προσοχή στο πλήθος και είδαμε αίμα… Ενα αγόρι ως δεκαπέντε χρονών είχε πέσει ακριβώς μπροστά μας μέσα σε μια κόκκινη λίμνη. «Ένα εικοσάχρονο κορίτσι ήταν γεμάτο αίματα λίγο πιο κάτω.

Οταν άρχισαν οι πυροβολισμοί, το πλήθος έμεινε ακίνητο για μια στιγμή, σαν ζαλισμένο από το χτύπημα, ύστερα έπεσε μπρούμυτα χάμω. Σε ορισμένα σημεία το πλήθος ήταν πυκνό, οι άνθρωποι έπεφταν σωρός ό ένας πάνω στον άλλο. Καθώς τα πυρά συνεχίστηκαν και αντιλαμβανόμενοι πώς ανάμεσα τους υπήρχαν λαβωμένοι, οι διαδηλωτές άρχισαν να σκορπάνε. Η πλατεία όμως ήταν πολύ ανοιχτή και ήταν δύσκολο να βρουν κάλυμμα. Μερικοί έτρεξαν πίσω από τους μεγάλους πέτρινους όγκους του Μνημείου του Αγνωστου Στρατιώτη, άλλοι προσπαθώντας πέσανε χάμω και πληγώθηκαν. Αλλοι πάλι δοκίμασαν να πηδήξουν μέσα στον κήπο των Νυμφών της πλατείας Συντάγματος, που είναι τρία μέτρα ψηλά σε κείνο το μέρος και πρέπει πρώτα να περάσεις μέσα από ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα. Οι περισσότεροι όμως από το πλήθος στάθηκαν εκεί πού βρίσκονταν ακόμα κι όταν αραίωσαν οι πυροβολισμοί. Τελικά τα πυκνά πυρά σταμάτησαν ύστερα από είκοσι σχεδόν λεπτά και το πλήθος έτρεξε να καλυφθεί. Μερικοί πολεμόχαροι αστυνομικοί δεν μπόρεσαν ούτε τότε να πάψουν να πυροβολούν από κοντά τον κόσμο που έτρεχε να κρυφτεί.

Οταν η Πανεπιστημίου άδειασε, μπορέσαμε να δούμε μόνο τους νεκρούς και τους πληγωμένους. Πτώματα ήταν σκόρπια παντού και σ” άλλα σημεία λίμνες από αίμα πού άφησαν μερικοί λαβωμένοι τους οποίους φίλοι μετέφεραν άλλου. Οι διαδηλωτές ξαναγύριζαν τρέχοντας στην πλατιά λεωφόρο σαν τρελοί, γυρεύοντας τους δικούς τους, πού τους είχαν χάσει μέσα στην αναμπουμπούλα, άλλα κι αυτούς οι αστυνομικοί τούς πυροβόλησαν. Μια νεαρή κοπέλα ανέβηκε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια της πλατείας Συντάγματος και σταμάτησε στο μέσο της Πανεπιστημίου πλάι στο σώμα ενός νέου που δεν κουνιόταν πια. «Έμεινε εκεί αρκετό διάστημα, αγκαλιάζοντας και φιλώντας το άψυχο σώμα. Αίμα και λάσπη είχαν λερώσει την ανοιχτόχρωμη φούστα της.

Μια ώρα είχε περάσει από τους πρώτους πυροβολισμούς  και το πλήθος δεν άφηνε τη σκηνή του δράματος. Οι διαδηλωτές είχαν αδειάσει την Πανεπιστημίου, άλλα κυκλοφορούσαν στους γύρω δρόμους και στην πλατεία Συντάγματος. Οι βρετανοί στρατιώτες έμεναν στα τανκς τους, δίνοντας αναφορά στο στρατηγείο τους για την κατάσταση, άλλα δεν πήραν μέρος στη συμπλοκή. Οταν οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, τα τανκς άρχισαν να κινούνται. Αφησαν τη γωνιά που βρισκόμασταν και κατευθύνθηκαν στην πλατεία. Ό κόσμος για μιαν άγνωστη αίτια, ίσως για να εκδηλώσουν την αποδοκιμασία τους προς τη συμπεριφορά της αστυνομίας, άρχισε να χειροκροτεί τούς βρετανούς στρατιώτες και ο ήχος των χειροκροτημάτων γέμισε τον αέρα καθώς τα τανκς κινήθηκαν προς την πλατεία με ανοιχτούς τους πυργίσκους τους.

Τα χειροκροτήματα προς τη μεριά μας ήταν δυνατά και παρατεταμένα. Ολοι μας νιώσαμε κάποια ντροπή, που ο κόσμος μας φερνόταν μ” αυτό τον τρόπο σε μια τόσο φοβερή περίσταση και δεν ξέραμε τι να κάνουμε.

«Στην πλατεία, στην πλατεία!» άρχισαν να φωνάζουν οι επικεφαλής των διαδηλωτών. Πυροβολισμοί δεν ακούγονταν πια κι ο κόσμος ξεκίνησε για την πλατεία Συντάγματος με μεγάλη τάξη. Καθώς οι διαδηλωτές προχωρούσαν συγκινητικές σκηνές αγάπης κι αφοσίωσης ξετυλίγονταν μπρός στα μάτια μας. Οι νεκροί κι οι λαβωμένοι είχαν μεταφερθεί και μόνο λίμνες αίματος έμεναν εδώ κι εκεί για να θυμίζουν τί είχε συμβεί λίγα λεπτά πρωτύτερα. “Ομάδες νέων σταματούσαν μπροστά στις λίμνες αυτές κι οι αντιδράσεις ποικίλλανε ανάλογα με τα συναισθήματα του καθενός. Μερικοί κλαίγανε, άλλοι έκαναν το σταυρό τους κι άλλοι ορκίζονταν εκδίκηση.

Πολλοί μαζεύτηκαν γύρω από μιαν αιμάτινη λίμνη κοντά στον εξώστη μας όπου ένα κορίτσι έκλαιγε από αρκετή ώρα και προσπαθούσε να προφυλάξει το χυμένο αίμα μιας φίλης της. Γνωστοί της δοκίμασαν να την απομακρύνουν, άλλα αρνήθηκε να κουνηθεί. Στο τέλος μερικοί άρχισαν να κόβουν κλαριά από τα γύρω δέντρα και να τα στοιβάζουν πάνω στο αίμα. Υστερα έφτιαξαν ένα πρόχειρο σταυρό με δύο χοντρότερα κλαριά και τον έστησαν πάνω στην στοίβα, έτσι που σχημάτισαν έναν αυτοσχέδιο τάφο. Οταν ξαναπέρασα από το ίδιο μέρος δύο ώρες αργότερα τα κλαριά που σκέπαζαν το αίμα, καθώς και ο σταυρός, βρισκόταν ακόμα εκεί για να θυμίζουν το αδικοχαμένο κορίτσι».

Πηγή : Βαθύ Κόκκινο