IMAG0380

Φρέναρα λίγο στο σημείο αυτό στην οδό Κασταμονής, είδα την πινακίδα για πολλοστή φορά και συνέχισα. «Εδώ στις αρχές του Μάρτη 1944 Γερμανοί και ντόπιοι συνεργάτες τους κρέμασαν Έλληνα πατριώτη». Κοιτάζω την πινακίδα και σκέφτομαι ότι θα μ’ άρεσε περισσότερο να έγραφε «εδώ Γερμανοί και ντόπιοι φασίστες κρέμασαν έναν άνθρωπο που αγωνιζόταν για την ελευθερία και έτυχε να είναι Έλληνας». Αναρωτιέμαι αν αυτή η σκέψη είναι σκέτη πόζα ή αν είναι αποτέλεσμα κάποιων τελευταίων διαβασμάτων σε συνδυασμό με την απέχθεια για τη σημερινή διακυβέρνηση του Κράτους της δεξιάς, που μας τρίβει στα μούτρα τη λέξη «έθνος» σε κάθε ευκαιρία. Είτε μιλάμε για την πολιτική διαμαρτυρία, είτε μιλάμε για το περιστατικό με τη μάνα που έχασε το παιδί της τις προάλλες, για ό,τι και να μιλάμε, δεν σταματάει η επίκληση στο έθνος. Όπως και να ‘χει, στέκομαι εδώ στην οδό Κασταμονής, στη Νίκαια, λίγο πριν φτάσω στη δουλειά και παρατηρώ την πινακίδα και παρατηρώ τα παλιά φαντάσματα.

*

Παρατηρώ φαντάσματα. Μια Σέρβα χάνει το παιδί της και κινδυνεύει με απέλαση. Ο άστεγος που κοιμόταν και τα συμπράγκαλα έφευγαν μακριά με τον αέρα, δεν πήρε χαμπάρι τίποτα. Κάποιοι υπάλληλοι, κάποιοι εργαζόμενοι, κάποιοι εργάτες προσάγονται πρωινιάτικα μπροστά σε κάποιο υπουργείο. Διαμαρτύρονται γιατί μπαίνουν σε κινητικότητα, μπαίνουν σε διαθεσιμότητα, πες το καλά επιτέλους, διαμαρτύρονται γιατί απολύονται. Ένας άνθρωπος σε μια εκπομπή μιλάει στο Βρούτση και μιλάει για την αναπηρία του από κάποιο παλιό εργατικό ατύχημα, για τα 600 ή τα 400 του ευρώ, μοναδικό του εισόδημα.

Παρατηρώ φαντάσματα, ζωντανά, πραγματικά, που αρνούνται να χαθούν μέσα στο χαμό και την αυταρχική ελληνική ιστορία.

Στο καφενείο «Χαλαρά» βλέπω μια παράσταση ( http://enfo.gr/ar2164 ). Μια παράσταση για κανονικούς ανθρώπους, γι’ αυτούς που μιλάει – τα ‘χουμε ξαναπεί – αριστουργηματικά ο Χρήστος Οικονόμου. Άνθρωποι δύσκολοι σε ζοφερούς καιρούς. Τι σημαίνει κρίση; Τι σημαίνει δουλειά, τι σημαίνει ζωή και τι θάνατος; Τα διηγήματα του Οικονόμου μιλάνε για τη Σέρβα μάνα, για το εργατικό ατύχημα κάποιου Πέτρου, για διαμαρτυρίες, αγωνίες και ματαιώσεις πριν γράψει γι’ αυτά η “Guardian”.blackout

Ας μιλήσουμε για τη φτώχεια, για τον αληθινό κόσμο, ας μιλήσουμε για ανθρώπους, την ίδια ώρα ζωντανούς και φαντάσματα. Φαντάσματα γιατί δεν μιλάμε γι’ αυτούς παρά ελάχιστα, φαντάσματα γιατί περνάνε χρόνια ολόκληρα μέσα στη φωτιά και η επίσημη μνήμη τους αφήνει μόνιμα απ’ έξω, αρνείται να τους προσεγγίσει, να τους καταλάβει, να τους ακούσει. Η επίσημη μνήμη, η επίσημη ιστορία ασχολείται με τους βρούτσηδες και τους φαήλους. Ασχολείται με όσους πατάνε την γενική, αόρατη και παντοδύναμη σκανδάλη. Τα σκάγια όμως χτυπάνε τους από κάτω. Και οι από κάτω μιλάνε μόνο στ’ αυτιά όσων έχουν θάρρος και καρδιά ανοιχτή.

Η παράσταση (Blackout – μια μικρή διαμαρτυρία) παίζεται ανάμεσα σε κανονικούς ανθρώπους, όχι στο σύνηθες θεατρικό κοινό των γυναικών με τις γούνες ή της στρατιάς των εναλλακτικών. Θαμώνες ταβλαδόροι, γέροι που δεν βγάζουν ποτέ το μπουφάν τους, εργάτες που κρατάνε το τσίπουρο με όλη τους τη χούφτα. Κι ανάμεσά τους οι ήρωες της παράστασης και μεις οι θεατές. Ένας γέρος έτρωγε και ύστερα έκλεινε τα μάτια ακούγοντας τον ηθοποιό. Σε μια στιγμή γύρισε και τον κοίταξε. Ο ηθοποιός μιλούσε για έναν σιδερά.

Η παράσταση προσεγγίζεται με το αίσθημα. Οι ιστορίες των φαντασμάτων συνοδεύονται με τσίπουρο και η ζωή κάθεται πάνω στους ώμους μας ατόφια σαν ένα στέρεο κομμάτι κάρβουνο, ελαφριά και βρώμικη σαν τη στάχτη από ένα τασάκι.

*

Στέκομαι εδώ στην οδό Κασταμονής, στη Νίκαια και παρατηρώ την πινακίδα. Βρίσκομαι δίπλα σε έναν απ’ τους ήρωες της παράστασης. Αυτός δούλευε στην οδό Καισαρείας στο σούπερ μάρκετ δύο στενά από εδώ. Τα παλιά φαντάσματα συναντάνε τα νέα. Οι ντόπιοι φασίστες ακόμη στέλνουν κόσμο αδιάβαστο, οι εργάτες έχουν να αντιμετωπίσουν υπουργούς και αφεντικά και η επίσημη μνήμη εξακολουθεί να μην βρίσκει λόγια να πει για τους ανθρώπους που σηκώνουν τα χρόνια σαν φορτίο.

*

Πίνω ένα τσίπουρο στην υγειά των ανθρώπων που είδα, θαμώνων και συντελεστών της παράστασης (http://www.youtube.com/watch?v=2cCxZD2Z_vE), στο καφενείο «χαλαρά» στην οδό Εμμανουήλ Μπενάκη.

Ας σταματήσουμε να αναρωτιόμαστε όλο προσποίηση και γκρίνια, υπάρχει τέχνη μες στην κρίση; Υπάρχει, μόνο που κρύβεται σε στοές και καφενεία, ψιλοντρέπεται για τον εαυτό της και συνυπάρχει με την πραγματική ζωή. Όταν ανοίξει όμως το στόμα της, καίγονται τα σωθικά μας.

Πηγή : Το βυτίο