Όττο Ντιξ, «Οδός Πράγας, Δρέσδη», 1920

Όττο Ντιξ, «Οδός Πράγας, Δρέσδη», 1920

Του Άρη Καλαντίδη

Ακούγοντας τον υπουργό Ανάπτυξης, αλλά και τον δήμαρχο Αθηναίων, να μιλάνε για το άνοιγμα των καταστημάτων την Κυριακή θα πίστευε κανείς ότι ζουν σε άλλη χώρα. Γιατί είναι ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία τους βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με την πραγματικότητα που συνθέτουν η εκρηκτική ανεργία, η συρρίκνωση των εισοδημάτων, η απληρωσιά, τα φέσια, ο τρόμος της απόλυσης, ακόμα και τα κλειστά καταστήματα. Ειπώθηκαν όλα αυτά, και αναδείχθηκαν, και στις κινητοποιήσεις των εμποροϋπαλλήλων, σε όλη τη χώρα, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι, εκ των πραγμάτων, να διατηρούν πιο στενές σχέσεις με την πραγματικότητα.

Καθώς ήταν δύσκολο να πατήσει στην Ελλάδα, ο κυρίαρχος λόγος βρήκε διέξοδο στο εξωτερικό, επικαλούμενος το επιχείρημα ότι στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα του 21ου αιώνα δεν υπάρχει Κυριακή, γιορτή και σχόλη. Αλλά και στην αντίληψη που θέλει τα κέντρα της πόλης (κατά προτίμηση τα ευρωπαϊκά) ολοζώντανα χάρη αποκλειστικά στα αδιάλειπτα ανοιχτά καταστήματα. Απευθυνθήκαμε λοιπόν σε δυο φίλους «απ’ το εξωτερικό», στον Άρη Καλαντίδη και τον Ρογήρο, που ζουν εδώ και χρόνια στο Βερολίνο και το Λουξεμβούργο αντίστοιχα, και τους ζητήσαμε, με τη γνώση τους αυτή, να σχολιάσουν το ζήτημα.

Η δημόσια συζήτηση για τη διεύρυνση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και το άνοιγμά τους τις Κυριακές έχει φτάσει να αποτελεί πεδίο ιδεολογικής διαμάχης, τόσο που από τον καπνό είναι σχεδόν αδύνατον να ξεχωρίσουμε το τοπίο. Η μεγάλη δυσκολία είναι πως εμπλέκονται τουλάχιστον τρεις, αρκετά χωριστές μεταξύ τους, συζητήσεις για: α) τα εμπορικά καταστήματα ως οικονομική οντότητα, β) τα ψώνια ως ανάγκη και διασκέδαση και γ) την όποια συμβολή των ανοιχτών καταστημάτων στη ζωντάνια των πόλεων. Είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε αυτά τα επιχειρήματα για να μιλήσουμε ψύχραιμα για το τι μπορεί να σημαίνει η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές.

 

Μια διεύρυνση των ωραρίων λειτουργίας μπορεί πράγματι να έχει θετικό αντίκτυπο στην αγορά, κυρίως μέσα από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, οι οποίες έρχονται να καλύψουν τις πρόσθετες ώρες. Για να ισχύσει όμως αυτό, πρέπει να συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις. Πρώτον, για να πληρωθούν νέοι υπάλληλοι θα πρέπει τα καταστήματα να κάνουν μεγαλύτερο τζίρο, οι καταναλωτές δηλαδή θα πρέπει να ξοδέψουν περισσότερα, απλώς και μόνο γιατί έχουν περισσότερες ώρες στη διάθεσή τους. Δεύτερον, οι εργασιακές σχέσεις θα πρέπει να είναι εξασφαλισμένες ώστε οι καταστηματάρχες να μην υποχρεώσουν τους ήδη υπάρχοντες υπαλλήλους να δουλέψουν απλώς παραπάνω ώρες χωρίς τη δέουσα αμοιβή.

 

Σε περίοδο παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, όπως αυτή που ζούμε σήμερα, το να περιμένουμε πως ο κόσμος θα καταναλώσει περισσότερο λόγω του μεγαλύτερου χρόνου λειτουργίας των καταστημάτων ανήκει στο χώρο του φανταστικού. Είναι σχεδόν σαν να λέμε πως οι άνεργοι καταναλώνουν περισσότερο γιατί έχουν περισσότερο χρόνο. Μπορεί μεν μια πρώτη Κυριακή, που σκηνοθετείται άλλωστε ως μεγάλη γιορτή, να δούμε πραγματικά μια αύξηση στην κατανάλωση, όμως ακριβώς τα ίδια χρήματα θα λείψουν μια άλλη μέρα, καθώς τα συνολικά έσοδα δεν θα έχουν αυξηθεί. Δεν νομίζω πως χρειάζεται καν να επεκταθώ στη δεύτερη προϋπόθεση, την προστασία των εργασιακών σχέσεων.

 

Ποιες λύσεις διαθέτει η/ο καταστηματάρχης αν έχει να ανοίξει μια μέρα παραπάνω ενώ τα έσοδά του παραμένουν σταθερά: α) να εργαστεί ο ίδιος περισσότερες ώρες (ή να βάλει να δουλέψουν χωρίς πληρωμή μέλη της οικογένειας), β) να πιέσει τους υπάρχοντες υπαλλήλους να δουλέψουν περισσότερο χωρίς να πληρωθούν, γ) στην καλύτερη περίπτωση να πληρώσει όντως υπερωρίες ή –οριακά– να προσλάβει νέους υπαλλήλους, είτε εις βάρος του κέρδους του είτε προσβλέποντας στους πελάτες καταστημάτων που αποφασίζουν να μην ανοίξουν. Φυσικά, υπάρχει και η λύση να μην ανοίξει καθόλου, αλλά ο βασικός αμείλικτος νόμος της αγοράς είναι αυτός του ανταγωνισμού. Αν δεν ανοίξει, βάζει τον εαυτό του σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές. Το σημαντικό είναι πως, όπως και να το δούμε, τα αθροιστικά αποτελέσματα στην οικονομία θα είναι μηδενικά, με καταστρεπτικές ίσως επιπτώσεις σε επιμέρους καταστήματα και υπαλλήλους, εφόσον η αγοραστική δύναμη παραμένει σταθερά χαμηλή. Σημαντική εξαίρεση αποτελούν καταστήματα και περιοχές που ζουν από τον τουρισμό, καθώς μπορούν να ελπίζουν όντως σε μια αύξηση της κατανάλωσης απέξω.

 

***

 

Υπάρχει όμως και η άλλη διάσταση που περιπλέκει τα πράγματα: τα ψώνια είναι και ανάγκη και μορφή ψυχαγωγίας. Από την άλλη μεριά δηλαδή, βρίσκεται ο καταναλωτής με τις δικές του ανάγκες, καθώς και η πόλη ως χώρος κατανάλωσης και διασκέδασης. Είναι αλήθεια πως για όσες και όσους εργάζονται πολλές ώρες είναι συχνά αδύνατο να βρουν χρόνο για ψώνια — αν και εδώ ίσως πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός ανάμεσα στα είδη καθημερινής ανάγκης (το ψωμί, το γάλα) που ήδη τα βρίσκουμε σχεδόν όλες τις ώρες και σε άλλα (π.χ. ρουχισμό). Πολλές χώρες, όπως η Γερμανία, έχουν αποφασίσει γι’ αυτό να διευρύνουν τα ωράρια τα Σάββατα, αλλά να σεβαστούν την Κυριακή ως μέρα αργίας. Διαφορετικές χώρες έχουν υιοθετήσει έτσι πολύ διαφορετικούς κανόνες σε σχέση μ’ αυτό.

 

Ένα επιχείρημα που ακούγεται συχνά, και το οποίο κατά τη γνώμη μου αξίζει να το σκεφτεί κανείς σοβαρά, είναι το κατά πόσο μπορεί να συμβάλει ένα διευρυμένο ωράριο στη ζωντάνια των πόλεων. Πράγματι, ξέρουμε πόσο όμορφες είναι οι πόλεις με τα μαγαζιά ανοιχτά, ακόμη κι αν απλώς περνάμε το χρόνο μας γιατί δεν μας αρκούν τα λεφτά για να ψωνίσουμε. Ξέρουμε επίσης την ευχαρίστηση του να πηγαίνουμε για ψώνια –ή τουλάχιστον… για βιτρίνες– με παρέα. Όμως, μήπως εδώ υπάρχει ένα βασικό σφάλμα στον τρόπο που σχεδιάζουμε τα κέντρα πόλεων — ολοένα και περισσότερο ως εμπορικά κέντρα; Δεν είναι δυνατόν να σκεφτούμε και να τονίσουμε άλλες λειτουργίες εξίσου σημαντικές; Η κατανάλωση μέσω διαδικτύου φαίνεται πως πλήττει ήδη σημαντικά τα εμπορικά κέντρα των πόλεων που χάνουν διαρκώς πελάτες, ακόμη και στις λίγες χώρες που το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών δεν έχει συρρικνωθεί δραματικά.

 

Τέλος, οι εργαζόμενες και εργαζόμενοι δεν είναι μόνον υπάλληλοι: είναι μητέρες και πατέρες, σύζυγοι και αδέρφια. Έχουν παιδιά και γιαγιάδες να φροντίσουν, συντρόφους να περάσουν χρόνο μαζί τους, φίλες να συναναστραφούν. Πρέπει μήπως να ανοίγουν και τα σχολεία τις Κυριακές ώστε να αναλαμβάνουν τα παιδιά; Τι μπορεί να σημαίνει για τη ζωντάνια και τη συνοχή της κοινότητας το να μην υπάρχει κοινή ελεύθερη μέρα σε μια οικογένεια, σε μια παρέα; Περιορίζοντας τον άνθρωπο σε homo economicus του στερούμε την ανθρώπινη υπόσταση.

* Ο Άρης Καλαντίδης είναι πολεοδόμος, σύμβουλος σε θέματα αστικής ανάπτυξης (http://blog.inpolis.com/)

Πηγή : Ενθέματα