Martin Creed, "Work No. 203: EVERYTHING IS GOING TO BE ALRIGHT", 1999

Στις 3 Μαΐου του 2013 ο Άρης Δημοκίδης έγινε 35 χρονών. Κανονικά το γεγονός θα έπρεπε να έχει απασχολήσει μόνο έναν στενό κύκλο ανθρώπων. Όμως ο Άρης Δημοκίδης είναι τα τελευταία χρόνια μια από τις πιο αναγνωρίσιμες υπογραφές του ελληνικού διαδικτύου. Αρχισυντάκτης της ηλεκτρονικής έκδοσης του περιοδικού Lifo, ο άνθρωπος ουσιαστικά που χειρίζεται αρκετές από τις στήλες της και διαχειρίζεται την τελική της μορφή, ένας χαρισματικός χρήστης των νέων επικοινωνιών και υποδειγματικός (έως μανίας) χειριστής των νέων μέσων, ρέκτης πληροφοριών και αντανακλαστικός αναπαραγωγός και σχολιαστής τους. Ο Δημοκίδης είναι δείγμα ενός νέου τύπου επαγγελματία, που λειτουργεί εντός της δημόσιας σφαίρας και συναιρεί τις ιδιότητες του σχολιαστή, του δημοσιογράφου, του μπλόγκερ και του χρήστη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η δική του στήλη άλλωστε, τα «Μικροπράγματα», είναι από τις πιο πολυδιαβασμένες στήλες του ελληνικού διαδικτύου, ξεπερνώντας σε αναγνωσιμότητα και επιρροή πολλές από τις έντυπες στήλες πολύ γνωστότερων και μεγαλύτερων δημοσιογράφων.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που το lifo.gr δημοσίευσε, την ημέρα των γενεθλίων του Δημοκίδη, ένα εκτενές, ιδιαίτερα συγκινητικό άρθρο για τον ίδιο και την οικογένειά του, για την προσωπικότητα και τις συνήθειές του. Το άρθρο (τίτλος «Το ανθρωπάκι μου»), γραμμένο από την αδερφή του δημοσιογράφου Τατιάνα Λιάνη, θα εντυπωσίαζε κάποιον που δεν έχει εθιστεί σ’ αυτό τον τρόπο έκφρασης εντός διαδικτύου, για τον προσωπικό τόνο, τις εκμυστηρεύσεις και τις λεπτομέρειές του. Από την άλλη, τον υποψιασμένο διαδικτυακό αναγνώστη, που έχει μάλιστα παρακολουθήσει τον Δημοκίδη από τα πρώτα του βήματα και είχε συνηθίσει για χρόνια να μην ξέρει ούτε πώς μοιάζει, θα τον εντυπωσίαζε αυτή η ξαφνική παροχή τόσης πληροφορίας και υλικού, κυρίως φωτογραφικού. Μικρότερες λεπτομέρειες που παλιότερα είχες φανταστεί ή υποψιαστεί από υπονοούμενα στην ουρά, π.χ., ενός ποστ για τη Μαντόνα, τώρα γίνονταν ξεκάθαρες περιγραφές. Ο Δημοκίδης, η οικογένειά του, ο σύντροφός του, η ευτυχισμένη του (υπερδεκαετής) σχέση, τα ανιψάκια του: εναλλακτική κανονικότητα, οικογενειακή ευτυχία, εργασιομανία, γλυκός οπτιμισμός, ακόμα και εν μέσω προσωπικής απώλειας και κοινωνικής κρίσης. Περισσότερο από γενέθλια, αυτό που περιέγραφε το άρθρο ήταν μια ενηλικίωση.

Κι αυτό που ενηλικιωνόταν δεν ήταν ένας άνθρωπος αλλά ο τρόπος διά του οποίου μας συστήνεται, δηλαδή ό,τι σε ένα νεοεπικοινωνιακό λεξιλόγιο θα ονομάζαμε πλατφόρμα. Στην προκειμένη περίπτωση, η πλατφόρμα που μας προσφέρει, μεταξύ πολλών άλλων, και τον Άρη Δημοκίδη, ονομάζεται ειλικρίνεια. Η δε κατασκευή της μπορεί να πήρε κάποιον καιρό, όμως τώρα φαίνεται να έχει πια ολοκληρωθεί και η χρήση της να γίνεται όλο και πιο λειτουργική. Γιατί, αν η κατασκευή της ειλικρίνειας, σε κάθε εποχή και με κάθε ευκαιρία, έχει πάντα από μόνη της ιδιαίτερο ενδιαφέρον (από το πώς γράφει κανείς μια αυτοβιογραφία μέχρι το πώς ένας πολιτικός ζητάει να τον ψηφίσουν γιατί μόνο αυτός λέει αλήθειες), η χρήση της είναι συνήθως ακόμα εντυπωσιακότερη. Το πώς κάποιοι διαχειρίζονται τον τελευταίο καιρό κι εν μέσω Κρίσης την πλατφόρμα ειλικρίνεια, ιδίως εντός του ελληνικού διαδικτύου, δεν θα μπορούσε να διαφύγει αυτού του κανόνα.

Η δημοσιογραφική πορεία του Άρη Δημοκίδη –από συντάκτη ενός προσωπικού, μικρού, χειροποίητου και σχετικά πρωτότυπου μπλογκ με την ονομασία «Έντεκα» (καθώς συνέλεγε ενδεκάδες προσωπικών προτιμήσεων) σε αρχισυντάκτη ενός δημοφιλούς σάιτ που συλλέγει ειδήσεις αλλά και προσωπικά ιστολόγια, κανονικοποιώντας τα δεύτερα και ιεραρχώντας τις πρώτες– είναι ενδεικτική μιας ευρύτερης εξέλιξης των τελευταίων χρόνων. Θυμούνται, φαντάζομαι, οι περισσότεροι την εποχή, γύρω στο 2005, που το ελληνικό ίντερνετ γέμισε προσωπικά μπλογκ. Ο αριθμός, η ένταση και ο ρυθμός των αναρτήσεων, η εικόνα μιας καινούριας φαντασιακής κοινότητας («η ελληνική μπλογκόσφαιρα»), η πυκνότητα των αναφορών, η ποιότητα ενός λόγου προσωπικού και συχνά αρκετά κριτικού στο κατεστημένο, έδωσε στους περισσότερους την αίσθηση ότι κάτι αλήθεια συνέβαινε εδώ. Πολλή από αυτή την ενέργεια στην πορεία κάπου χάθηκε, ή μάλλον ένα μεγάλο μέρος της μετακόμισε: αφενός στο facebook, αφετέρου σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες άποψης και ειδήσεων, όπως αυτές της lifo, της athensvoice ή του protagon.

Μπορεί η ενέργεια που κανείς έβλεπε σε εκείνη την πρώτη «ελληνική μπλογκόσφαιρα» να χάθηκε λοιπόν στην πορεία, το ύφος της όμως διαμόρφωσε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε το ελληνικό ίντερνετ. Μια πρωτοπρόσωπη, εξομολογητική αφήγηση, η μίξη του ιδιωτικού και του δημόσιου, ο λόγος της ταυτότητας, και η διαρκής αυτοαναφορά στις ίδιες τις νέες επικοινωνίες και τη φαντασιακή κοινότητα που δημιουργείται δι’ αυτών κι εντός τους, έφτιαξαν ουσιαστικά ένα χαρακτήρα γραφής, μια έγκλιση λόγου, η οποία τον τελευταίο καιρό αρχίζει να χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως βάση για την αναπαραγωγή ειδήσεων και την κριτική τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο συζητημένες «μάχες άποψης» του καλοκαιριού του 2013, επικαλέσθηκαν πολλαπλά τη φόρμα της ειλικρίνειας. Παράδειγμα, η διαμάχη για το τουίτ της Λένας Διβάνη σχετικά με τον τραγικό θάνατο ενός δεκαοχτάχρονου μετά από έλεγχο εισιτηρίων σε μέσο μαζικής μεταφοράς (η Διβάνη τουίταρε περί «τζαμπατζή»). Η συγγραφέας προσπάθησε να εξηγηθεί με ένα κείμενο που αρκετοί θεώρησαν μεγαλομανία: κατηγορούνταν για αναξιοπρεπή προσβολή ενός νεκρού· και αυτή καθόταν κι απαντούσε μ’ ένα σεντόνι με λεπτομέρειες της καθημερινότητάς της, εξηγούσε πώς της ξέφυγε το τουίτ ενώ έκανε διακοπές σε εύχαρες παραθαλάσσιο δωματιάκι, και πώς τα καλοκαιρινά της τσοκαράκια μπερδεύονται με φωτοτυπίες αρχειακής έρευνας εκ Γενεύης. Εξόργισε, και σωστά, που έφτανε στο κείμενό της να θεωρεί εκείνο το ρημαδοτουίτ της γεγονός ίδιας τάξης με το θάνατο ενός νέου ανθρώπου, και όλα μαζί, τσοκαράκια, φωτοτυπίες, δικτυομανία, ιντερνετοκαβγάδες, βουτιές, λεκτικές αστοχίες και θάνατο, «μια τρομακτική μέρα για όλους». Όμως οι περισσότεροι δεν έπιασαν αυτό που, έστω απεγνωσμένα και ιδιαίτερα ξεμπροστιασμένα, η συγγραφέας προσπαθούσε να κάνει: δεν περιαυτολογούσε από μεγαλομανία, αλλά από πανικό, ρίχνοντας απεγνωσμένα την μπάλα στην εξέδρα της ειλικρίνειας με σκοπό να εκμεταλλευθεί τους ιδιαίτερους όρους τους οποίους τον τελευταίο καιρό η πλατφόρμα ειλικρίνεια έχει κερδίσει.

Γιατί η νέα ειλικρίνεια έχει πια εξελιχθεί σε προνομιακό πλαίσιο έκφρασης ενός λόγου «κοινής λογικής», μεσότητας και «αναγκαίου εκσυγχρονισμού», που όμως ουσιαστικά δεν είναι παρά ένας λόγος συμμόρφωσης και δικαιολόγησης των συνθηκών της Κρίσης.[1] Κι είναι η νέα ειλικρίνεια ιδανική για να προστατεύσει και να καμουφλάρει αυτό τον κατευναστικό λόγο: ό,τι λέγεται στο πλαίσιό της μεταφέρεται ως αυθόρμητη κι αυθεντική έκφραση ενός ανθρώπου, κι έτσι αν χτυπηθεί, η επίθεση κατηγορείται ως προσωπική· όποτε συμφέρει, τα κείμενα της νέας ειλικρίνειας παρουσιάζονται ως «μπλογκ», και άρα ούτε η χρήση των πηγών, ούτε οι τίτλοι και η φρασεολογία τους μπορούν να κριθούν με βάση τη δημοσιογραφική δεοντολογία· καθίσταται ομοίως άχαρη (και άρα υπονομεύεται) η συζήτηση για τα συμφέροντα του ίδιου του μέσου που δημοσιεύει τη συγκεκριμένη άποψη – όταν κάποιος σου γράφει συγκινητικά για το θάνατο της μητέρας του, δεν μπορείς να διερωτηθείς γιατί ακριβώς δίπλα δημοσιεύεται διαφημιστική συνέντευξη ενός άγνωστου επιχειρηματία: η νέα ειλικρίνεια πουλάει αμεσότητα, κι έτσι σε κάνει να ξεχνάς τα συμφέροντα του μέσου που σ’ τη σερβίρει. Τέλος, η νέα ειλικρίνεια κατασκευάζει την εικόνα μιας νέας πολυφωνίας – λόγω και της δυνατότητας σχολιασμού από τους αναγνώστες που δίνει το ηλεκτρονικό μέσο. Πρόκειται όμως για πολυφωνία κατ’ εικόνα μόνο, καθώς και η θέση και ο αριθμός των απόψεων, και ο τελικός χειρισμός του μέσου (από τίτλους μέχρι έλεγχο των σχολίων) χειραγωγούνται πάντα από τους διαχειριστές του.

Κρίσιμη λεπτομέρεια: όλα αυτά συμβαίνουν σε μια εποχή κατά την οποία έχουν χάσει τις δικές τους στρατηγικές ειλικρίνειας και αξιοπιστίας άλλα μέσα. Οι εφημερίδες φυλλορροούν και χρηματορροούν, η τηλεόραση πλήττεται εξίσου. Ό,τι και να ακούσεις ή να διαβάσεις σε αυτά τα μέσα πλέον, πάντα σκέφτεσαι τα οικονομικά ντηλ που ενδεχομένως έχουν κάνει την προηγουμένη οι ιδιοκτήτες τους για να εξασφαλίσουν ρευστότητα. Έχει ενδιαφέρον μάλιστα ότι οι ειδήσεις των μεγάλων τηλεοπτικών καναλιών, που είχαν σε μια προγενέστερη φάση οργανώσει κι αυτές αφενός εικόνα «πολυφωνίας» (μέσα από τα περίφημα τηλεοπτικά παράθυρα), αφετέρου τις δικές τους στρατηγικές αξιοπιστίας, ειλικρίνειας και εκσυγχρονισμού, θεωρούνται σήμερα όλο και περισσότερο αναξιόπιστες, εξωνημένες και προκατασκευασμένες. Ξεπερασμένες. Ο μέσος Έλληνας αρχίζει και βλέπει τις απόψεις που εκφράζονται από τους τηλεσχολιαστές των παραθύρων όλο και περισσότερο ως ρόλους που εκφωνούνται στο πλαίσιο μιας προκαθορισμένης παράστασης. Τώρα λοιπόν, που ό,τι γράφει ο Πρετεντέρης και ό,τι ψελλίζει η Τρέμη, θεωρείται συλλήβδην αν όχι εκ του πονηρού, σίγουρα εκ του οργανωμένου, είναι η στιγμή που η πλατφόρμα ειλικρίνεια στις νέες τεχνολογίες αναλαμβάνει βασικούς ρόλους: ενημέρωσης, διάδοσης σημαντικών πληροφοριών, πολιτικής αποτίμησης, (συχνά και) προπαγάνδας και κατεναυσμού.

H ειλικρίνεια για την οποία μιλώ απέχει παρασάγγας από την έκφραση που καθιστά το προσωπικό πολιτικό – δεν χρησιμοποιεί άλλωστε την προσωπική εμπειρία ως μοχλό κατανόησης και ανάλυσης της σχέσης του καθένα με την κοινωνία και την ιστορική στιγμή, αλλά την προσωπική έκθεση ως τρόπο δημιουργίας μιας συνθήκης εμπιστοσύνης. Όσο μάλιστα εξελίσσεται η πλατφόρμα ειλικρίνεια, θα χρησιμοποιείται συχνότερα για να δαιμονοποιείται η πολιτικοποίηση, η ιδεολογία, η κουλτούρα της συλλογικής διεκδίκησης, οι συλλογικότητες γενικά και η αναλυτική υποστήριξη της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων για όλους. Πρόκειται για ειλικρίνεια που χρησιμοποιεί την αμεσότητα ως υπόσχεση κανονικότητας και ως ηρεμιστικό, ως μέθοδο καταστολής δηλαδή, που σε πρώτη φάση λειτουργεί με την ιατρική της έννοια, κοιμίζει, σε δεύτερη όμως φάση θα μπορούσε να συνδράμει και όσους με τη λέξη καταστολή σκέφτονται αμέσως κάτι άλλο.

___

Δημοσιεύτηκε στο UNFOLLOW 21

[1] Σχετικά με την έννοια της «συμμόρφωσης», βλ. και «Ρητορική της συμμόρφωσης και περιφρόνηση του κοινού»

Πηγή : ΤΕΧΝΗΕΝΤΩΣ