Kaminis ohi sti via

Σε τουήτ του τις προάλλες ο Γιώργος Καμίνης, Δήμαρχος Αθηναίων, αλλά και πρώην Συνήγορος του Πολίτη, αναρωτιόταν για την απεργία των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης: «δεν καταλαβαίνω γιατί οι καθηγητές κλείνουν τα σχολεία. Δικά τους είναι; Δεν είναι αυτός τρόπος διαμαρτυρίας». Προσπερνώντας κανείς το σοκ του αυταπόδεικτου, πως η απεργία ακριβώς συνίσταται στην αποχή από εργασία της οποίας τα μέσα δεν κατέχεις, συναντά εδώ ένα από τα μοτίβα που ο Ρολάν Μπαρτ καλούσε «Μυθολογίες». Μιλώντας για την αντίδραση σε μια απεργία εκ μέρους των αναγνωστών της συντηρητικής εφημερίδας Φιγκαρό, ο Μπαρτ σημείωνε: «Στους νομάρχες του Καρόλου του 10ου, όπως και στους σημερινούς αναγνώστες του Φιγκαρό, η απεργία εμφανίζεται σαν μια πρόκληση στις εντολές της ηθικοποιημένης λογικής: απεργώ σημαίνει “κοροϊδεύω τον κόσμο”, δηλαδή παραβιάζω όχι τόσο μια πολιτική νομιμότητα, όσο μια “φυσική” νομοτέλεια, προσβάλλω το φιλοσοφικό βάθρο της αστικής κοινωνίας, αυτό το μείγμα ηθικής και λογικής που είναι η σύνεση».[1]

Η «φυσική» αντίδραση στο παράδοξο της απεργίας είναι αυτή που αντιλαμβάνεται το υποκείμενο ως χρήστη συγκεκριμένων υπηρεσιών, την πρόσβαση στις οποίες ακριβώς του στερεί ο απεργός. Το άτομο μιας τέτοιας εξωτερικής (με την έννοια της τυχαίας σύνδεσης των μελών της) κοινωνίας ορίζεται ως το άθροισμα των διαφορετικών δυνατοτήτων χρήσης που μπορεί να επιτελέσει. Αντίθετα, ο απεργός επικαλείται την αρνητική ενότητα του υποκειμένου ως πολίτη: πέραν όλων των άλλων ορίζομαι ως πολίτης μέσω της πρόσβασης σε μια ευρύτερη ολότητα, που με ξεπερνά μεν, αλλά και μου επιτρέπει ταυτόχρονα να εμφανίζομαι ως συγκεκριμένο άτομο.

Υπό αυτό το πρίσμα, και στο ίδιο πάλι πλαίσιο, μόνο έκπληξη δεν προκαλεί η εικόνα του Δημάρχου ντυμένου στα λευκά να κρατά ένα πανό που γράφει «Όχι στη βία». Είναι η ίδια απομάκρυνση από το καθέκαστο της συγκυρίας προς ένα αφηρημένο καθόλου. Αφηρημένο ακριβώς γιατί αρνείται κάθε προσδιορισμό που θα του επέτρεπε τον συσχετισμό με την ιστορική πραγματικότητα. Ξορκίζοντας κανείς «την βία» γενικά και αόριστα, «από όπου και αν προέρχεται», κατά το κοινώς λεγόμενο, ουσιαστικά φυσικοποιεί την συστατική βία του σημείου από το οποίο μιλάει, καθώς, βοηθούμενος από την απουσία επιθέτων, που θα επέτρεπαν την διαφοροποίηση μέσα από την εκτύλιξη των αποχρώσεων (πολιτική, ρατσιστική, φυσική, συμβολική, ατομική, συλλογική, κρατική κ.λπ. βία) αντιπαραθέτει φαύλα (με την εγελιανή έννοια της φαυλότητας, ως το αδιέξοδο πήγαινε-έλα μεταξύ δύο απόλυτων στην αδιαμεσολαβητότητα τους εννοιών) το μαύρο που απορροφά όλες τις κακές ιδιότητες στο λευκό της απουσίας κάθε ιδιότητας. Ο «λευκός» πολίτης, ο χρήστης υπηρεσιών και προϊόντων που βδελύσσεται την απεργία δεν αίρεται, όπως νομίζει, υπεράνω των ανταγωνισμών της κοινωνίας, στον ουρανό της καθαρότητας των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά αντίθετα «επικαλείται τη φυσικότητα της απομόνωσής του την ίδια στιγμή όπου η απεργία τον λυγάει κάτω από το φαινόμενο της εξάρτησής του» (Μπαρτ), αποτελεί το φανταστικό μέλος μιας φανταστικής επικράτειας ωραίων ψυχών που ατενίζουν το κενό από την άνεση που τους προσφέρει το Ξενοδοχείο της Αβύσσου.


[1] «Ο χρήστης της απεργίας» στο Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες/ Μάθημα, μτφ. Καίτη Χατζηδήμου, Ιουλιέττα Ράλλη, Κέδρος, Αθήνα 2007, σ. 186

Πηγή : Τεχνηέντως