Είναι φορές που αναρωτιόμαστε “τί θα γινόταν αν ο Χ δεν πέθαινε πρόωρα και ζούσε ακόμη;”

Το ερώτημα είναι μάλλον ρητορικό και δεν επιδέχεται απάντηση, αλλά ας κάνουμε μια εξαίρεση για κάποιον.

Σήμερα συμπληρώνονται 31 χρόνια από τη μέρα που άφησε τον κόσμο μας ο Μάνος Λοΐζος.

Ήταν μόλις 45 ετών.

Πόσο διαφορετικός θα ‘ταν ο τόπος μας αν δεν μας άφηνε τόσο πρόωρα;

Μπορεί ολότελα διαφορετικός, μπορεί και καθόλου.

Γιατί, θα μου πεις, και τί άλλαξε που ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζηδάκις, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος έζησαν άλλοι πολύ άλλοι λιγότερο και βίωσαν την συνεχή κατρακύλα μας;

Μπόρεσαν να σταθούν ως ανάχωμα στον διαρκή ξεπεσμό;
Όχι, δεν μπόρεσαν. Κάποιοι (π.χ. Χατζηδάκις) όρθωναν το πνευματικό τους ανάστημα και έδειχναν το δάσος που καίγεται, μα εμείς κοιτούσαμε το δέντρο της αυλής μας.
Άλλοι μπέρδεψαν την αγωνιστικότητα με τη γραφικότητα.
Και κάποιοι άλλοι εξ αυτών (π.χ. Σαββόπουλος) πέρασαν και στο άλλο στρατόπεδο.

Γιατί λοιπόν να μπορούσε η παρουσία του Λοΐζου να αλλάξει κάτι σ’ αυτόν τον τόπο;
Έχει τη δύναμη η μουσική να αλλάξει τα πράγματα;
Μάλλον όχι.
Η μουσική δεν είναι πράξη, δεν είναι σκέψη. Είναι κινητοποίηση πράξης και σκέψης.
Μπορεί ένας Λοΐζος να μην μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, αλλά μπορούσε να αλλάξει τη μουσική.
Κι αν η μουσική δεν αλλάζει τα πράγματα, αλλάζει τουλάχιστον τις ψυχές μας.
Και οι ψυχές μας μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα.

Ο Λοΐζος πέθανε σε μια ιδιαίτερα δημιουργική φάση της ζωής του.
Το παράδοξο με αυτόν είναι πως στη δεκαπενταετή πορεία του στη μουσική δεν ξεκίνησε δυνατά με μεγάλα τραγούδια με μια διαρκή και ομαλή πτώση στη συνέχεια, όπως συμβαίνει με όλους σχεδόν τους δημιουργούς.
Το παράδοξο με αυτόν είναι πως συνεχώς ανέβαζε στροφές, πως όσο περνούσαν τα χρόνια, αντί να μειώνεται η μουσική του δραστηριότητα και να συρρικνώνεται η έμπνευσή του, τελικά κάθε δίσκος που έκανε ήταν καλύτερος απ’ τον προηγούμενο!
Και μάλιστα συνεχώς ανανέωνε και εξέλισσε τη μουσική του!

Ρίχοντας μια ματιά στη δισκογραφία του, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η μουσική των πρώτων χρόνων του ελάχιστη σχέση έχει με τη μουσική των τελευταίων.
Εξελίχθηκε σε σημαντικό βαθμό.
Δηλαδή, βλέπουμε στους πρώτους δίσκους του της δεκαετίας του ’60 τραγούδια όμορφα, απλά λαϊκά τραγούδια, “της ταβέρνας” που λέμε: Το παλιό ρολόι, Η δουλειά κάνει τους άντρες, Δελφίνι δελφινάκι, Ο κουταλιανός κλπ.
Ο επόμενος δίσκος καλύτερος με πολύ δυνατά τραγούδια όπως Ο Σεβάχ, Έχω ένα καφενέ, Τζαμάικα..
Πριν τον επόμενο κανονικό δίσκο του, γράφει για τη γνωστή ταινία το μνημειώδες ορχηστρικό Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας και το Δε θα ξαναγαπήσω στον Καζαντζίδη.
Ο επόμενος δίσκος ακόμη πιο δυνατός με Ήλιε μου σε παρακαλώ, Παποράκι, Ο Λιόντας κ.α.
Ο επόμενος δίσκος ακόμη πιο δυνατός και ίσως ο πιο επιτυχημένος δίσκος πολιτικού τραγουδιού με Το ακκορντεόν, τον Στρατιώτη, τον Τσε Γκεβάρα, τον Τρίτο Παγκόσμιο, τον Μέρμηγκα..
Μετά πάλι πολύ δυνατός δίσκος με Καλημέρα ήλιε και Μια καλημέρα είναι αυτή.
Στη συνέχεια πάλι πρωτοτυπεί μουσικά και υφολογικά με τα Νέγρικα απ’ όπου κι ο σπαρακτικός Γερο-νεγρο Τζιμ.
Γυρίζει πάλι στο λαϊκότροπο στυλ και ηχογραφεί δίσκο με τα κλασικά Αχ χελιδόνι μου, Πάγωσε η τσιμινιέρα κλπ.

Φτάνει στο αποκορύφωμα, πιστεύω, της καριέρας του με τα “Τραγούδια της Χαρούλας”, λίγο πριν το τέλος της ζωής του. Όλα σε θυμίζουν, Ο φαντάρος, Τέλι τέλι, Τίποτα δεν πάει χαμένο, Κι εγώ σαν πόλη, Σε πέντε ώρες ξημερώνει Κυριακή, Γύφτισσα τον εβύζαξε κλπ.
Αλλά δε σταματάει εκεί και, αμέσως μετά την τεράστια επιτυχία του, αλλάζει και πάλι στυλ και ερωτοτροπεί με πιο ροκ ήχους! Κι αν είμαι ροκ, Κουτσή κιθάρα, Σε ψάχνω, Η μέρα εκείνη δε θ’ αργήσει, Σ’ ακολουθώ…

Και κάπου εκεί, πάνω στην πιο δημιουργική φάση της ζωής του, ο καρκίνος του δίνει το αδυσώπητο χτύπημα και καταφέρνει να νικήσει το σώμα του.
Μα δεν κατάφερε να νικήσει και το πνεύμα του.
Αυτό έχει μείνει ζωντανό δεκαετίες τώρα και θα μείνει για πάντα.
Γιατί η Τέχνη, όταν είναι σε τόσο υψηλό επίπεδο, δεν νικιέται απ’ το χρόνο κι απ’ τις άλλες διαστάσεις του σύμπαντος. Γιατί η Τέχνη είναι ένα αυτόνομο σύμπαν χωρίς διαστάσεις.

Όπως είδαμε, στα -δυστυχώς λίγα- χρόνια της μουσικής του πορείας, ο Λοΐζος πειραματίστηκε με πολλά είδη μουσικής, δίχως να φοβάται τον αρνητικό εμπορικό αντίκτυπο που πιθανώς να είχε ως συνέπεια αυτή η πρακτική.
Και, όπως συμβαίνει συνήθως, η πρακτική αυτή τελικά προσέδωσε στα τραγούδια του όχι μόνο πολύ υψηλή ποιότητα, αλλά και τεράστια εμπορικότητα.
Ποιος άλλωστε δεν ξέρει τα τραγούδια του Λοΐζου και δεν τα έχει τραγουδήσει στην παρέα, στην ταβέρνα, στα μπουζούκια, στις ροκ σκηνές, στις συναυλίες, στις διαδηλώσεις, στις σχολικές γιορτές;

Το επίσης συγκλονιστικό στην πορεία του Λοΐζου στη μουσική είναι πως έχει καταφέρει να γράψει για κάθε είδος τραγουδιού ένα απ’ τα καλύτερα τραγούδια -αν όχι το καλύτερο.
Δηλαδή, αν σκεφτούμε ποιο είναι το δυνατότερο ζεϊμπέκικο της ελληνικής μουσικής, τότε η απάντηση πιθανότατα να είναι το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.
Το ομορφότερο τσιφτετέλι; Πιθανόν ο Φαντάρος.
Το καλύτερο ελαφρολαϊκό; Η Τζαμάικα ίσως; Ή το Παποράκι.
Η ομορφότερη μπαλάντα; Το όλα σε θυμίζουν; Ή το Σ’ ακολουθώ;
Η καλύτερη μπλουζιά; Το Κι αν είμαι Ροκ; Ή ο Γερο-νεγρο Τζιμ;
Το καλύτερο πολιτικό τραγούδι; Θεωρώ, μακράν, ο Τρίτος Παγκόσμιος.
Το καλύτερο τραγούδι “της παρέας”; Το Ήλιε μου σε παρακαλώ; Το Έχω έναν καφενέ;
Το ομορφότερο νανούρισμα; Μα το ομώνυμο Νανούρισμα! Ή το Πόσο σ’ αγαπώ..

Εντάξει, το παραπάνω είναι το δικό μου γούστο, το οποίο όμως δε θεωρώ πως απέχει και πολύ από το γούστο και πολλών άλλων.

Επίσης, η αξία του Λοΐζου φαίνεται κι απ’ το ότι έχει γράψει τα κορυφαία τραγούδια των κορυφαίων τραγουδιστών του σύγρχονου ελληνικού τραγουδιού.
Τι θα ήταν ο Νταλάρας, η Αλεξίου, ο Παπακωνσταντίνου, ο Καλατζής και η Γαλάνη χωρίς τα τραγούδια του;
Ακόμα και στον Καζαντζίδη, που του ‘γραψε δυο τραγούδια όλα κι όλα, το ένα απ’ αυτά θεωρείται απ’ τους περισσότερους το κορυφαίο του!

Έρωτας, ξεγνοιασιά, όνειρο, αγώνας, εφηβεία, επανάσταση, νοσταλγία, παιδικότητα, μαγκιά, αγάπη, σάτιρα, κριτική, ιδεολογία, εγρήγορση, ευαισθησία, αλληλεγγύη… όλα ξεπηδούν σαν πίδακας απ’ το έργο του Λοΐζου.

Δε νομίζω πως χρειάζονται πολλά ακόμη στοιχεία που να δείχνουν ότι ο Λοΐζος ήταν ο πιο ταλαντούχος Έλληνας μουσικός του 20ού αιώνα.
Το νήμα της ζωής του κόπηκε όταν ήταν στην κορυφή.
Το τέλος στησ τιγμή της κορύφωσης ευνοεί το μύθο του.
Πόσα όμως μπορούσε ακόμη να δώσει στον τόπο;
Ίσως αν είχε την τύχη να ζήσει τα επόμενα χρόνια να τον παρέσυρε η σαπίλα της ελληνικής κοινωνίας. Ή ακόμη κι αν δεν τον παρέσυρε, ίσως τη φωνή του να την κάλυπτε ο αχός της επικρατούσας χαβούζας και να έμοιαζε “ένας ακόμη γραφικός που λέει τα ίδια και τα ίδια”.

Το μόνο βέβαιο είναι πως αν η μοίρα του έγραφε περισσότερες μέρες, αυτές θα ήταν μέρες δημιουργίας, συνεχούς αναζήτησης νέων δρόμων, πειραματισμών και ήχων.
Και με καλύτερη Τέχνη -δεν μπορεί- θα είχαμε και καλύτερη κοινωνία.

ΥΓ.1: Αν αναρωτιέστε τι λείπει από τη σημερινή Τέχνη, ρίξτε μια ματιά στη φωτογραφία.

ΥΓ.2: Ο τίτλος είναι παράφραση της ονομασίας του δίσκου “Να ‘χαμε, τι να ‘χαμε” του Λοΐζου, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου

ΥΓ.3: Ήλιε μου σε παρακαλώ!

Πηγή : toixo- toixo