pigs-on-the-wing1Tου Άκη Δήμου

Είναι ένα τυφλό καλοκαίρι στην πόλη. Μερικές στιγμές, η πραγματικότητα δεν αντέχεται. Άλλες πάλι, ξεδιπλώνεται ευλογημένα πολύχρωμη, θεαματική σαν την ουρά του παγωνιού. Βραδινή αύρα, χαμογελάς στον ύπνο σου. Το πρωί ανοίγεις τον υπολογιστή. Το παγώνι κρώζει. Αλαλαγμοί και ψίθυροι. Επανέρχεσαι. Υπάρχει ακόμα λίγος χρόνος για να ξοδευτείς. Λίγος χρόνος να ξοδέψεις. Χρόνος για να γράψεις. Πάντα υπάρχει χρόνος για να γράψεις. Όλοι γράφουμε. Κάθε διαμέρισμα και σάιτ, κάθε δωμάτιο και μπλογκ. Επειδή οι λέξεις είναι τσάμπα κι οι βόλτες μας έχουν τελειώσει. Επειδή η θέα μας ισούται με τη θέα της οθόνης του υπολογιστή. Επειδή βλέπουμε άλλους να γράφουν. Πολλοί (πάρα πολλοί) χωρίς να γράφουμε τίποτα. Άγνωστοι μεταξύ μας αλλά αδερφωμένοι στη λύσσα να βρούμε κάτι να πούμε. Συχνά εναντίον κάποιου που δεν αναγνωρίζουμε ως σύμμαχο στο δίκαιο αγώνα της ορθής σκέψης (μας).

Σπάω το κεφάλι μου αλλά δεν καταφέρνω να θυμηθώ άλλη περίοδο όπου η ακατάσχετη έκκριση λέξεων να υπογράμμιζε μια τόσο εκκωφαντική απουσία λόγου. Ατροφικά ελληνικά, ατεκμηρίωτα επιχειρήματα, γιούχα, ιαχές και θούρια, κι από κοντά αβασάνιστοι αφορισμοί, ανακριβέστατη πληροφόρηση, χύμα αναλύσεις του μισόλιτρου, διδακτισμοί, νουθεσίες και ηθικολογικές κοινοτοπίες. Ύφος Γυμνασιάρχη που σ’ έπιασε να καπνίζεις στην πενταήμερη. Αλληλομαστιγώματα και ξεμπροστιάσματα – να μην ξέρεις πού τελειώνει η κριτική και πού αρχίζει η εμμονή, πού η αγωνία και πού η νεύρωση. 

Στον καινούργιο εμφύλιο δηλώνουμε άπαντες (;) παρόντες. Άλλοι επώνυμα κι άλλοι ανώνυμα, αν και δεν έχει σημασία το όνομα, φτάνει να ξέρεις καλό σημάδι. Εισαγγελείς, τιμητές, επαίτες της προσοχής των αναγνωστών που, ηθελημένα ή αθέλητα, σκοντάφτουν πάνω μας. Ωρυόμενοι, ζωσμένοι σταυρωτά, σαν φυσεκλίκια, τις απόψεις (ή τις «απόψεις») μας. Με χαρακτηρισμούς για όλους. Με ετικέτες. Λόγια βόλια, χωρίς σιγαστήρα, τα εννιά στα δέκα άσφαιρα. Τα πράγματα είναι κρίσιμα, οι καιροί σε διατάζουν να πάρεις θέση. Παίρνεις (στα οχυρά του υπολογιστή σου). Οπλίζεις. Πατάς τη σκανδάλη. Εξαπολύεις μύδρους επί δικαίων και αδίκων. Καταγγέλλεις, προγράφεις, ξεφωνίζεις, ειρωνεύεσαι, σιχτιρίζεις, προδίδεις, χλευάζεις, βρίζεις, καταριέσαι. Ανακαλύπτεις τις «παρέες» που σου έκλειναν τόσα χρόνια το δρόμο.

Προσωποποιείς τις αιτίες της αποτυχίας σου. Τώρα είναι η ώρα, βρυχάσαι, να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους. Στοιβάζεις στις ιστοσελίδες ξερά και χλωρά, παραθέτεις ονόματα και διευθύνσεις, ζητάς τα ρέστα από κάποιους που είχαν το «θράσος» να σκεφτούν κάτι διαφορετικό από σένα και να το πουν. Ύστερα πετάς το σπίρτο, γουργουρίζοντας στη σκέψη ότι θα καεί το σύμπαν (το σύμπαν, βεβαίως, το χαβά του. Άθικτο.) Συνεχίζεις να το γλεντάς πολώνοντας, ζητώντας κι απ’ τους άλλους να χορέψουν στην ασπρόμαυρη πίστα των διαζευκτικών σου. Ξεχνώντας ότι φασισμός δεν είναι μόνο να επιλέγεις το μαύρο από το άσπρο, αλλά και να μη βλέπεις τις αποχρώσεις, βαφτίζοντας αντιδραστικό ή γραφικό (εχθρό σου πάντως) όποιον δεν πάσχει από την αχρωματοψία σου. Δεν είναι λίγα, εξάλλου, τα βλέμματα που μόνο το κίτρινο αντέχουν.

Στις μεγάλες κρίσεις, λένε, οι άνθρωποι γίνονται πιο δημιουργικοί. Λάθος. Στην Ελλάδα της μηδενικής δράσης και των αναρίθμητων «αντιδράσεων» οι περισσότεροι  γίνονται όλο και πιο εμμονικοί, πιο αρπακτικοί, πιο λυσσασμένοι. Και πιο φλύαροι. Άλλους τους κινεί η ανάγκη να μετρήσουν θύματα, άλλους η ψευδαίσθηση της διάδοσης και η επιθυμία του ασπασμού των «πολύτιμων συλλογισμών» τους κι άλλους η χαιρεκακία της αποκαθήλωσης. Συνωστισμός στον πλανήτη του ξεκατινιάσματος. Πώς αλλιώς, αφού διαφωνούμε όλοι με όλους;

Μόνο που υπάρχει μια τερατώδης απόσταση ανάμεσα στη διαφωνία και στον λιθοβολισμό, όπως και ανάμεσα στην κριτική και στην εμπάθεια, στην ψύχραιμη διατύπωση της γνώμης και στο βέλασμα του νηστικού προβάτου. Αν δεν είσαι έτοιμος να διακρίνεις (και να υπερασπιστείς) αυτή τη διαφορά, το μέτρο χάνεται, η κριτική σκέψη βυθίζεται στα Τάρταρα, ο δημόσιος διάλογος εκπίπτει από αξία σε επίδειξη άγαρμπων πιρουέτων.  Ρίξε κι εσύ ένα μπινελίκι, σε παίρνει. Κι ύστερα, πες μου το σωστό, να ‘χω να λέω κι εγώ κάτι στις κουβέντες.

Προσωπικά αδυνατώ να κατανοήσω όσους επιμένουν να λένε (και να γράφουν) τη γνώμη τους με το μάτι τους να γυαλίζει απ’ την οργή, πολλές φορές κι απ’ το φθόνο, και τα χέρια στις τσέπες να χαϊδεύουν τις πέτρες, περιμένοντας ποιος θα λερώσει το χαλάκι μπροστά στην πόρτα για να τις πετάξουν καταπάνω του. Κάτι παραπάνω: ανέκαθεν με τρόμαζαν, τώρα με τρομάζουν πιο πολύ. Γιατί τα ουρλιαχτά έχουν πληθύνει. Κι όταν ακούς ουρλιαχτά, το μόνο βέβαιο είναι ότι κάποιες φωνές είναι θαμμένες παραδίπλα. Που δεν ακούγονται. Αλλά μπορεί και να λένε κάτι που ν’ αξίζει ν’ ακουστεί.

Αναρωτιέμαι όταν η περίοδος της κρίσης (μας) περάσει, ποιο θα είναι το γραπτό αποτύπωμα που θ’ αφήσει πίσω της. Και τι θα λέει αυτό για την αγωγή του λόγου μας. Και μετά δεν αναρωτιέμαι. Λιβελλογραφήματα θ’ αφήσει, κακογραμμένα δήθεν επαναστατικά μανιφέστα φουλ στους επιθετικούς προσδιορισμούς και στα γαμοσταυρίδια. Αφόρητα κλισέ, παράτονες φράσεις, ρητορικές κορώνες. Χούφτες νεκρά λόγια. Σωρούς άδεια μυαλά.

Πάντοτε πίστευα ότι οι λέξεις είναι αμάξια. Τις ανεβαίνεις κι όπου θες ξημερώνεσαι. Καμιά φορά, παίρνεις μαζί σου κι άλλους στο ταξίδι. Αρκεί να ξέρεις να τις οδηγείς. Γιατί αν αρχίσεις να τις καβαλάς μόνο και μόνο για να πάρεις σβάρνα όποιον «εμποδίζει» την κυκλοφορία σου, καλύτερα να σωπαίνεις. Έτσι κι αλλιώς, δεν κάνεις κανέναν σοφότερο.-

Πηγή :parallaxi