1_e_Joshua-Oppenheimer-Christine-Cynn-Anonymous-_The-Act-of-KillingΟ νεαρός δημοσιογράφος του BBC στη γη των ερειπίων και των νεκρών

Η γη τρέμει, η γη τρίζει, η γη δεν μπορεί να θρέψει τον τρόμο. Κι ο τρόμος πεινάει, σκύβει στα διαμελισμένα πτώματα και τα κατατρώει για να χορτάσει. Τρόμος υπέρ πάντων! «Σοκ και δέος!».

«Άνοιξη αίμα του βολβού. Άνοιξη οπλοπολυβόλο απύλωτο». Άνοιξη Βαγδάτη. Τρόμος και πάλι τρόμος. Άνοιξη «μισοζαλισμένα ερείπια». Πού η άνοιξη; Ερείπιον η πατρίδα, ερειπωμένοι οι άνθρωποί της.

Περιδεής ο νεαρός δημοσιογράφος του BBC περιδιαβαίνει φωτογραφίζοντας και καταγράφοντας το ανείπωτον της φρίκης κάπου εκεί στα περίχωρα της Βαγδάτης. Γύρω του πτώματα και χαλάσματα και σκόρπια αντικείμενα, σε διάπλατους πια στο φως της μέρας χώρους, με την ίδια σιωπή που συνήθως συνοδεύει τις σκιες. Ένα κοράνι πεταμένο στην άκρη στο πάτωμα του μισογκρεμισμένου δωματίου, δίπλα ένα βιβλίο εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας και μια φωτογραφία του Ντι Κάπριο με αίμα πιτσιλισμένη, χαμογελαστού, κεφάτου, έμπλεου ζωής, σαν την ολόφρεσκια ζωή που έκρυβε μέσα της λίγο καιρό πριν το μεγάλο βομβαρδισμό η Λεϊλά, η 14χρονη που ονειρεύονταν να σπουδάσει στην Αμερική. Μα ήρθε απρόσκλητος, φοβερός και ανελέητος των Σταυροφόρων ο Θεός και τους ξέρασε φωτιά και σίδερο και τώρα η μελαψή κόρη με τις περίσσιες μπούκλες στα μαλλιά περιφέρεται χαμένη στους κατασκαμμένους απ’ τις οβίδες δρόμους της νεκρής της πόλης. Φύσηξε άνεμος. Υγρός νοτιανατολικός. Οι ντόπιοι τον ονομάζουν σαρκί. Θα φέρει ίσως βροχή. Να ξεπλύνει τις λαβωματιές τους τις βαθιές, του σώματος και της ψυχής. Ριγούν τα αρμυρίκια της ερήμου. Τρέμει το στάρι και ο αραβόσιτος. Οι γαζέλες και οι αντιλόπες κρύφτηκαν. Στους 40 βαθμούς ο υδράργυρος στη γη της Βαβυλώνας αυτό το «γουικέντ». Απρίλης χωρίς άνοιξη. Απρίλης χωρίς έρωτα. Ποια ελευθερία, ποιες πασχαλιές; Στη χαλασμένη πόλη τρέχουν και σήμερα αλλόφρονες οι άνθρωποι τριγύρω στο Λόφο του Θανάτου. Ξανά βομβαρδισμός! Η μάνα προσπαθεί να προστατέψει το κορίτσι της. Ξάφνου τα πόδια του κοριτσιού λυγίζουν. Το αίμα χοχλακάει στο στόμα. Η μάνα σκύβει, κρατά το κεφαλάκι του κοριτσιού στα χέρια της. Μα τι κάνει; Γιατί δε φεύγει να σωθεί; Μένει εκεί, ασάλευτη. Δεν ακούει τον έξω χαλασμό. Κάτι μόνον ψελλίζει: «Κοριτσάκι μου, Χανάν!». Σκηνίτισσα του χιονισμένου κόσμου σάλεψε. Φύγε να σωθείς, έχεις κι άλλα παιδιά να ζήσεις. Μ’ αυτή εκεί, ασάλευτη, με το λιλά φουστάνι εκεί, στην κορυφή του Λόφου του Θανάτου. Φιγούρα του θανάτου ακίνητη. Γύρω της το απόλυτο χάος του ολέθρου και η αφόρητη αποφορά των σάπιων πτωμάτων. Όσοι πατούσαν πάνω στο λόφο, πατούσαν πάνω στους πεθαμένους τους.

Μια βδομάδα μετά την πλησιάζει ο νεαρός δημοσιογράφος του BBC:

– Μάρχαμπα (γεια σου).

– Άγλαν όπα σάχλαν (καλωσόρισες), λέει, και το απλανές βλέμμα των κατάμαυρων ματιών της τον κοιτά και δεν τον αντικρίζει. Το πρόσωπο μπλαβιασμένο απ’ την ακινησία και τον τρόμο, κατάξερα τα χείλη, κομμένα σε μια οριζόντια γραμμή, όπως τα δαγκώνει νευρικά με δύναμη, τα μάτια της στεγνά, αδάκρυτα. Προσπαθεί να του πει τι έγινε. Δεν τα καταφέρνει. Ανεβοκατεβάζει τα χέρια-φτερούγες πληγωμένου πουλιού. Δείχνει ένα μικρό σωρό καταξεσχισμένα κουρέλια. «Αυτά μου ‘μειναν μόνο», μουρμουρίζει. Κάνει έτσι, τραβά και σφίγγει στην αγκαλιά της ένα ασημόγκριζο μαντό. Κι αυτό καμένο τόπους-τόπους. «Το καλό μου», λέει. Δυο πιτσιρίκια, δικά της, μπουσουλάνε πάνω στα χαλάσματα, πλησιάζουν , της τραβάνε το φουστάνι κι από τις δυο μεριές.

– Πού είναι ο άντρας σου, Ιμάν;

– Δεν ξέρω.

Κάτι μεσόκοπες γυναίκες κάνουν νοήματα κρυφά στο νεαρό δημοσιογράφο. Αποχαιρετά την Ιμάν και τις πλησιάζει. Η Αμίρα και η Χουλεϊλά ξεσκαλίζουν τα ερείπια μπας και βρουν να περισώσουν κάτι. «Ασ’ την», λένε, «τον θάψαμε τον άντρα της και την κόρη της, τη μικρή Χανάν, τους σκότωσε η μπόμπα. Εφτά μέρες τώρα και εφτά νύχτες κάθεται εκεί. Δεν πίνει, δεν τρώει, δεν κουνάει. Δεν την πείραξε κανείς, μήτε οι στρατιώτες…».

Κάνει δυο τρεις ερωτήσεις ακόμα ο δημοσιογράφος, καταγράφει τις απαντήσεις των άμοιρων γυναικών και βιαστικός τις αποχαιρετά.

– «Στο καλό, ο Θεός είναι μεγάλος!», τον αποχαιρετούν και σκυμμένες οι δυο γυναίκες συνεχίζουν το ξεσκάλισμα στα ερείπια.

Δεν πρόλαβε να κάνει ένα βήμα ο νεαρός δημοσιογράφος και έμεινε σύξυλος, παγωμένος, με το ένα πόδι μετέωρο, καθώς του τρύπησε τ’ αυτιά και του ξέσκισε την ψυχή το ουρλιαχτό της Ιμάν « Ποιος Θεός, γυναίκες; Και τι Θεός είναι αυτός που σκοτώνει παιδιά!». Δεν άντεξε, έντρομος πήρε κουτρουβαλώντας την κατηφόρα σκοντάφτοντας στα ερείπια, στα διαμελισμένα και κακοφορμισμένα πτώματα. Και το ουρλιαχτό της Ιμάν να τον ακολουθεί και να τον κάνει σύγκορμο να τρέμει και μόνη του σφοδρή επιθυμία να φύγει όσο πιο μακριά μπορούσε από την κατάρα των ανθρώπων, που την είπαν «ΠΟΛΕΜΟ!», και τη χρεώνουν ασεβώς στο θέλημα των Θεών τους. Ξέρει πως δε θα απαλλαγεί ποτέ από το ουρλιαχτό της Ιμάν, μα κι απ’ το δικό του, που το συγκρατεί με το στανιό και δεν το εκστομίζει: «Δεν είναι ο Θεός! Δεν είναι ο Θεός που σκοτώνει τα παιδιά! Ο Θεός δεν είναι παιδοκτόνος!». Τούτη τη μακάβρια στιγμή το μόνο που θέλει είναι να φύγει, να φύγει, να φύγει, να μην ακούει, να μη βλέπει και φρίττει.

Γ. Π. Τζ.

(Σημ. Απέρ.Γαλάζ. με αφορμή τον πόλεμο στην Συρία, παλαιό άρθρο πάντα επίκαιρο)

 Πηγή : itzikas.wordpress.com

Αναδημοσίευση : Απέραντο Γαλάζιο