cf86cf84cf8ecf87ceb5ceb9ceb1-cf84cebfcf85-ceb4cf85cebdceb1cf84cebfcf8dΟλόκληρη η  μελέτη του RMF, στα ελληνικά. 

2010, ΚΡΙΣΗ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

Φτώχεια του δυνατού, πτώχευση του αδύνατου – εκδ.ΝΟΒΟΛΙ

Συνέχεια από το Α μέρος

2. Μακροοικονομική Επίδοση: Στασιμότητα στη Γερμανία, φούσκες στην περιφέρεια

2.1. Ανάπτυξη, ανεργία και πληθωρισμός

Τα ποσοστά ανάπτυξης των χωρών του δείγματος ήταν γενικά χαμηλότερα κατά τη δεκαετία του 2000 από ότι  στη δεκαετία του 1990 (γράφημα 1). Η εξέλιξη αυτή εναρμονίζεται με τη γενική τάση για σταθερά φθίνοντες ρυθμούς ανάπτυξης στις αναπτυγμένες χώρες από τα τέλη τις δεκαετίας του 1970. Υπάρχουν, όμως, σημαντικές διαφοροποιήσεις.  Δηλαδή, η Ιρλανδία κατέγραψε πολύ υψηλούς  ρυθμούς ανάπτυξης κατά την διάρκεια του 1990, βασισμένους στις επενδύσεις πολυεθνικών από τις Η.Π.Α στις οποίες δόθηκαν φορολογικές ελαφρύνσεις. Ο επαναπατρισμός των κερδών έλαβε μεγάλες διαστάσεις δημιουργώντας εμφανή διαφορά ανάμεσα στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν και στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της Ιρλανδίας. Σημαντικό μερίδιο της ιρλανδικής ανάπτυξης οφείλεται σε τιμολογήσεις εμπορευμάτων και άλλων ροών εντός των πολυεθνικών, διογκώνοντας πλασματικά την αύξηση της παραγωγικότητας. Ό ελληνικός ρυθμός ανάπτυξης επίσης εντάθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 λόγω των δαπανών για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η ισπανική ανάπτυξη, τέλος, ήταν αρκετά υψηλή καθ ‘όλη την περίοδο.

Ωστόσο, οι γερμανικοί ρυθμοί ανάπτυξης παρέμειναν συνεχώς αναιμικοί, με εξαίρεση μια ήσσονα άνοδο στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000. Οι εξαγωγές στήριξαν αυτή τη σύντομη περίοδο ανάπτυξης στη Γερμανία, γεγονός άκρως σημαντικό για την εξέλιξη της ευρωζώνης. Ο πορτογαλικός και ο ιταλικός ρυθμός ανάπτυξης παρουσίασαν ελάχιστες διαφορές από τον γερμανικό μετά την υιοθέτηση του ευρώ.

Τα ποσοστά ανεργίας είναι συμβατά με τους ρυθμούς ανάπτυξης (γράφημα 2), παρουσιάζοντας σύγκλιση προς χαμηλότερα επίπεδα στη δεκαετία του 2000 σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1990. Αυτό προέκυψε ως επί το πλείστον λόγω της ταχείας μείωσης του ισπανικού και ιρλανδικού ποσοστού ανεργίας στο τέλος της δεκαετίας του 1990. Η ισπανική ανεργία, ωστόσο, παρέμεινε στις υψηλότερες τιμές του φάσματος, και αυξήθηκε ταχύτερα από τα υπόλοιπα κράτη μόλις η κρίση του 2007-9 έγινε γεγονός. Η ανεργία φαίνεται ότι αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς στην Ισπανία με την πρώτη εμφάνιση οικονομικών δυσκολιών.

Η ελληνική αγορά εργασίας κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι πολύ διαφορετική από την ισπανική, αν λάβουμε υπόψη ότι οι επίσημες στατιστικές τείνουν να υπεκτιμούν το ποσοστό της ανεργίας. Η ελληνική ανεργία αυξήθηκε ραγδαία το 2009 όταν η κρίση έπληξε σκληρά την Ελληνική οικονομία. Εξίσου εντυπωσιακά είναι και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας της Γερμανίας όλο αυτό το διάστημα, με  αύξουσα μάλιστα τάση. Το ίδιο ισχύει και για την Πορτογαλία, η οποία ακολούθησε τη Γερμανία και σε αυτόν τον τομέα.

Τα ποσοστά πληθωρισμού, από την άλλη πλευρά παρουσιάζουν πιο σύνθετη εικόνα (γράφημα 3). Ο πληθωρισμός παρουσίασε σύγκλιση προς το αρκετά περιορισμένο εύρος του 2-4% το 2001, όταν το ευρώ έγινε πραγματικότητα. Ωστόσο, κατά τα επόμενα τρία χρόνια τα ποσοστά παρουσίασαν απόκλιση, για να συγκλίνουν και πάλι το 2004, αυτή τη φορά σε πιο περιορισμένο εύρος της τάξης του 2-3%. Οι στόχοι που έθεσε η ΕΚΤ για τον πληθωρισμό καθώς και η εφαρμογή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής χρειάστηκαν χρόνο για φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το τελικό αποτέλεσμα αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, μια περιορισμένη επιτυχία για την ΕΚΤ, καθώς το ποσοστό πληθωρισμού επιταχύνθηκε ξανά το 2007-8. Το σημαντικότερο στοιχείο του γραφήματος 3, ωστόσο, είναι ότι το γερμανικό ποσοστό του πληθωρισμού παρέμεινε κάτω από τα  ποσοστά των υπολοίπων σε όλη τη διάρκεια της περιόδου, σπάνια υπερβαίνοντας το 2%.

Εν ολίγοις, η μακροοικονομική επίδοση της Γερμανικής οικονομίας είναι χαρακτηριστική και σταθερή σε ολόκληρη την περίοδο αυτή, με μέτρια ανάπτυξη, υψηλή ανεργία και χαμηλό πληθωρισμό.  Οι γερμανικές επιδόσεις έχουν δώσει  τον τόνο στην ευρωζώνη, βάζοντας τη σφραγίδα τους στη λειτουργία του ευρώ. Η  κρίση του δημοσίου χρέους έχει τις ρίζες της τόσο στις επιδόσεις της Γερμανίας, όσο και στα πεπραγμένα των περιφερειακών κρατών.

2.2 Επένδυση και Κατανάλωση

Πιο προσεκτική ματιά στα συστατικά στοιχεία της συνολικής ζήτησης επιτρέπει και άλλα συμπεράσματα για τις μακροοικονομικές επιδόσεις. Πριν όμως εξετάσουμε τις επενδύσεις και την κατανάλωση, ας σημειωθεί ότι οι οικονομίες του δείγματος είναι γενικά βασισμένες στον τομέα των υπηρεσιών. Ο δευτερογενής τομέας συνεισφέρει λίγο λιγότερο από το 30% του ΑΕΠ στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ανέρχεται περίπου στο 45% του ΑΕΠ στην Ιρλανδία, αλλά αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό την παρουσία των πολυεθνικών. Η Ελλάδα είναι επίσης εξαίρεση διότι ο δευτερογενής τομέας ανέρχεται περίπου στο 20% του ΑΕΠ. Η γεωργία έχει μικρή συνεισφορά στο σύνολο του ΑΕΠ  σε όλο το δείγμα.

Η επενδυτική δραστηριότητα ήταν γενικά φτωχή, με εξαίρεση την Ισπανία και την Ιρλανδία (γράφημα 4), όπου παρουσιάστηκε ακόμη και επενδυτική έκρηξη προς τα τέλη της δεκαετίας του 2000. Αλλά οι Ιρλανδικές  επενδύσεις στη δεκαετία του 1990 οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στις δραστηριότητες των Αμερικανικών  πολυεθνικών. Σε γενικές γραμμές, οι επενδύσεις ήταν χαμηλές σε ολόκληρο το δείγμα

Καθαρότερη εικόνα των υποκείμενων επενδυτικών τάσεων δίνεται από το σύνολο επενδύσεων όταν αφαιρεθεί η επένδυση για κατοικία (γράφημα. 5). Είναι σαφές ότι η επενδυτική έκρηξη στην Ιρλανδία τη δεκαετία του 2000 οφείλονταν κυρίως σε φούσκα ακινήτων. Η ισπανική επενδυτική έκρηξη  ήταν επίσης σε μεγάλο βαθμό βασισμένη στα ακίνητα. Οι  επενδύσεις στον παραγωγικό τομέα του δείγματος χωρών που αναλύονται εδώ ήταν γενικά χαμηλές.

Η κατανάλωση, από την άλλη πλευρά, έχει παραμείνει σχετικά σταθερή σε σχέση με το ΑΕΠ, με εξαίρεση την Πορτογαλία  όπου αυξήθηκε σημαντικά μετά την υιοθέτηση του ευρώ (γράφημα. 6). Η πιό εντυπωσιακή πλευρά της κατανάλωσης, ωστόσο, είναι το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο στην Ελλάδα, με την Πορτογαλία να την πλησιάζει ταχέως κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2004. Η υψηλή κατανάλωση των νοικοκυριών ήταν ο κύριος τρόπος ενσωμάτωσης και των δύο χωρών στην ευρωζώνη. Πρόκειται για σημαντική διαφορά με την Ισπανία και την Ιταλία, με επιπτώσεις για το χρέος, όπως φαίνεται παρακάτω. Η άλλη εξαίρεση είναι η Ιρλανδία, όπου η ιδιωτική κατανάλωση ήταν ένα πολύ χαμηλό ποσοστό του ΑΕΠ.

Η πορεία της κατανάλωσης αντικατοπτρίζεται σε μεγάλο βαθμό και στην αποταμίευση (γράφημα 7). Τόσο για την Ελλάδα όσο και την Πορτογαλία η αποταμίευση ως ποσοστό του ΑΕΠ έγινε αρνητική κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000. Δηλαδή η υψηλή και αυξανόμενη κατανάλωση στηρίχτηκε στο αυξανόμενο χρέος των νοικοκυριών. Ωστόσο, η αποταμίευση μειώθηκε στην Ισπανία, την Ιταλία, και ακόμη και στην Ιρλανδία κατά τη δεκαετία του 2000.  Τα νοικοκυριά σε όλη την περιφέρεια δυσκολεύτηκαν να διατηρήσουν τα επίπεδα κατανάλωσης με βάση το τρέχον εισόδημά τους.  Η εξαίρεση ήταν η Γερμανία, με την αποταμίευση να αυξάνεται κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 2000, πλήρως ευθυγραμμισμένη με τη χαμηλή κατανάλωση. Η γερμανική ανάπτυξη, όση αυτή ήταν κατά τη δεκαετία του 2000, δεν προέκυψε ούτε από τις επενδύσεις, ούτε από την κατανάλωση, αλλά από τις εξαγωγές. Τα φαινόμενα κάμψης στην καρδιά της γερμανικής οικονομίας έχουν θεμελιώδη σημασία για την εξέλιξη του ευρώ, συμβάλλοντας άμεσα στην κρίση του δημοσίου χρέους.

2.3 Χρέος

Το χρέος των νοικοκυριών έχει αυξηθεί σταθερά σε όλες τις περιφερειακές χώρες του δείγματος. Η χρηματιστικοποίηση των ατομικών εισοδημάτων των εργαζόμενων προχώρησε με γοργούς ρυθμούς στις περιφερειακές χώρες της ζώνης του ευρώ καθ’ όλη τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών. Η διόγκωση του χρέους οφείλεται στην κατανάλωση, αλλά και στην άνοδο των τιμών των ακινήτων. Τα χαμηλά επιτόκια της δεκαετίας του 2000, καθώς η ΕΚΤ εφάρμοσε ενιαία νομισματική πολιτική σε όλη την ευρωζώνη, επέτρεψαν στους εργαζόμενους να αυξήσουν τα χρέη τους. Συγκεκριμένα, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία απόκτησαν δείκτες χρέους των νοικοκυριών ως προς το ΑΕΠ της τάξης του 100% (γράφημα 8). Πρόκειται για πολύ υψηλά επίπεδα χρέους που δύσκολα θα διατηρηθούν, αν η ανεργία και τα επιτόκια αυξηθούν στο εγγύς μέλλον.

Η σημαντική εξαίρεση είναι και πάλι η Γερμανία, όπου τα χρέη των νοικοκυριών έχουν μειωθεί, όπως θα περίμενε κανείς δεδομένης της χαμηλής κατανάλωσης και της απουσίας φούσκας ακινήτων. Ενώ λοιπόν τα νοικοκυριά των περιφερειακών χωρών συσσωρεύουν χρέη στο πλαίσιο της ένταξης των χωρών αυτών στην ευρωζώνη, τα γερμανικά νοικοκυριά έχουν παρουσιάσει μείωση του σχετικού βάρους των χρεών τους. Αυτή η αντιφατική εικόνα είναι αναπόσπαστο μέρος των αντιδράσεων των χωρών της ευρωζώνης στο σοκ της κρίσης του 2007-9, που επίσης συνέβαλε στην κρίση του δημοσίου χρέους.

Το εταιρικό χρέος, εν τω μεταξύ, δεν έχει παρουσιάσει αυξανόμενη τάση στο δείγμα κατά την περίοδο μετά την υιοθέτηση του ευρώ. Οι εξαιρέσεις είναι η Ισπανία και η Ιρλανδία, οι μόνες χώρες στις οποίες οι επενδύσεις αυξήθηκαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της περιόδου (γράφημα 9).

Ανακεφαλαιώνοντας, οι μακροοικονομικές επιδόσεις των περιφερειακών χωρών σε σχέση με τη Γερμανία κατέδειξαν σημαντικές διακυμάνσεις, αλλά και κοινά στοιχεία. Στον πυρήνα της ζώνης του ευρώ, η Γερμανία  χαρακτηρίστηκε από χαμηλή ανάπτυξη, αδρανείς επενδύσεις, στάσιμη κατανάλωση, αύξηση της αποταμίευσης, και  φθίνον χρέος των νοικοκυριών. Τα αποτελέσματα αυτά δεν καταδεικνύουν επ’ ουδενί δυναμική καπιταλιστική οικονομία. Η μόνη πηγή δυναμισμού για την Γερμανία ήταν οι εξαγωγές, για λόγους που θα διασαφηνιστούν παρακάτω.

Αντιμέτωπες με τις ισχνές επιδόσεις του ισχυρού εταίρου στην ευρωζώνη, οι περιφερειακές χώρες επιχείρησαν διάφορες προσεγγίσεις. Στην Ισπανία και την Ιρλανδία σημειώθηκαν επενδυτικές εκρήξεις βασισμένες σε μεγάλο βαθμό στην κερδοσκοπία και στις φούσκες των ακινήτων. Η  Ελλάδα και η Πορτογαλία, απ’ την άλλη, στηρίχτηκαν στην υψηλή κατανάλωση βασισμένη σε υπερχρέωση των νοικοκυριών. Το χρέος των νοικοκυριών έχει αυξηθεί αισθητά σε ολόκληρη την περιφέρεια. Τέλος, οι επιδόσεις της Ιταλίας καθ’ολη αυτήν τη περίοδο μόνο ως απόλυτη στασιμότητα μπορούν να χαρακτηριστούν.

Η ενσωμάτωση των περιφερειακών χωρών στην ευρωζώνη, με άλλα λόγια, ήταν επισφαλής. Αυτό φαίνεται από τις εξαγωγικές επιδόσεις τους, που αποτελούν αντανάκλαση των γερμανικών επιδόσεων, όπως θα δειχτεί παρακάτω. Φαίνεται επίσης από την πορεία της χρηματιστικοποίησης των νοικοκυριών, η οποία έχει κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με τη Γερμανία. Αυτές οι διαρθρωτικές αντιθέσεις αποτελούν τα βαθύτερα αίτια της σημερινής κρίσης. Τα στοιχεία που παρατέθηκαν δείχνουν επίσης ότι είναι απατηλό να ερμηνεύεται η κρίση ως απόρροια της αναποτελεσματικότητας των περιφερειακών οικονομιών που υποτίθεται ότι δε μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν την αποτελεσματική γερμανική οικονομία. Tο μέγεθος της γερμανικής οικονομίας και οι εξαγωγικές επιδόσεις της –οι οποίες έχουν συγκεκριμένες αιτίες που συνδέονται με το ευρώ– είναι αυτά που της επέτρεψαν να κυριαρχήσει στην ευρωζώνη. Η αποτελεσματικότητα λίγα πράγματα έχει να κάνει με την γερμανική κυριαρχία. Η μελέτη της αγοράς εργασίας θα επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές.

3. Αμοιβή της εργασίας και παραγωγικότητα: Γενικευμένη πίεση, αλλά αποτελεσματικότερη στη Γερμανία

3.1. Ο αγώνας δρόμου προς τα κάτω

Η ΕΕ προώθησε συστηματικά μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας με στόχο την ενίσχυση της διαδικασίας νομισματικής ολοκλήρωσης. Αρχής γενομένης με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), οι ευρωπαϊκές συνθήκες άρχισαν να περιλαμβάνουν προβλέψεις για τις κοινωνικές παροχές με το σκεπτικό της ανάγκης ισχυροποίησης του οικονομικού συντονισμού. Οι πολιτικές για την αγορά εργασίας θεωρήθηκαν μεν εθνικά ζητήματα, αλλά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου (1997) προώθησε την πρώτη Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση, που ακολουθήθηκε από τη Στρατηγική της Λισαβόνας το 2000. Η Στρατηγική της Λισαβόνας τόνισε την ανάγκη για περισσότερη ευελιξία στις αγορές εργασίας. Οι προβαλλόμενοι στόχοι ήταν να επιτευχθεί πλήρης απασχόληση, να δημιουργηθεί αγορά εργασίας με ένταση γνώσης και να αυξηθούν τα ποσοστά απασχόλησης.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, η ατζέντα της Λισαβόνας ενισχύθηκε επανειλημμένα, μεταξύ άλλων με τις «Κατευθυντήριες Γραμμές για την Ανάπτυξη και την Απασχόληση”, τα «Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων» και τις «Συστάσεις» από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ιδιαίτερα μετά την έκθεση de Kok (2004), η πολιτική για την αγορά εργασίας τόνισε την ανάγκη για ευελιξία, για τυποποίηση των συμβάσεων, για προώθηση της προσωρινής και μερικής απασχόλησης, και για τη δημιουργία (φορολογικών) κινήτρων για την ενθάρρυνση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό. [1] Είναι αλήθεια ότι η βελτίωση της ποιότητας της απασχόλησης επίσης τονίστηκε στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου στη Νίκαια (2000) και στη Βαρκελώνη (2002). Στην πράξη όμως, οι μεταρρυθμιστικές πιέσεις έχουν οδηγήσει σε “αγώνα δρόμου προς τα κάτω” για τις αμοιβές και τις συμβάσεις των εργαζομένων. Αρκετές ευρωπαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες συνάντησαν ισχυρή αντίσταση τα τελευταία χρόνια όπως, για παράδειγμα, η μεταρρύθμιση της εσωτερικής αγοράς υπηρεσιών (οδηγία Bolkenstein), ή η νέα οδηγία για τον Χρόνο Εργασίας που θα μπορούσε να αυξήσει δυνητικά την εβδομάδα εργασίας σε εξήντα πέντε ώρες. Εν μέρει ως απάντηση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προώθησε πρόσφατα ένα γενικό πρόγραμμα μεταρρύθμισης που επικεντρώνεται στο μοντέλο flexicurity (ευελιξία & ασφάλεια) της Δανίας – ήτοι αδύναμη νομική προστασία των εργασιακών σχέσεων που αντισταθμίζεται με ισχυρή κρατική υποστήριξη για τους ανέργους.

Δεδομένης της ύπαρξης ενιαίας νομισματικής πολιτικής σε ολόκληρη την ευρωζώνη, και δεδομένων επίσης των σκληρών περιορισμών επί της δημοσιονομικής πολιτικής (μέσω του Συμφώνου Σταθερότητας), η πολιτική της αγοράς εργασίας ήταν ένας από τους λίγους μοχλούς στη διάθεση των χωρών της ευρωζώνης για τη βελτίωση της διεθνούς τους ανταγωνιστικότητας. Το αποτέλεσμα ήταν να διαφέρουν σημαντικά τα αποτελέσματα των πολιτικών της αγοράς εργασίας μεταξύ των διαφόρων χωρών της ευρωζώνης. Οι χώρες του κέντρου χαρακτηρίζονται από υψηλούς πραγματικούς μισθούς και ισχυρές κοινωνικές πολιτικές, ενώ οι χώρες της περιφέρειας έχουν κατά κανόνα

χαμηλούς πραγματικούς μισθούς και αδύναμο κράτος πρόνοιας. Η πολιτική και συνδικαλιστική οργάνωση επίσης διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης. Όλες οι χώρες της ευρωζώνης έχουν προσχωρήσει στον αγώνα για την επιβολή ευελιξίας στην αγορά εργασίας, καθώς και για τη συμπίεση του κόστους εργασίας, αλλά από πολύ διαφορετικές αφετηρίες.

Θεμελιώδη σημασία στο πλαίσιο αυτό έχει η πολιτική της αγοράς εργασίας στη Γερμανία. Συνοπτικά, η Γερμανία έχει σημειώσει μεγαλύτερη επιτυχία από τις χώρες της περιφέρειας στη συμπίεση των αμοιβών και τη χειροτέρευση των συμβάσεων εργασίας. Η γερμανική οικονομία μπορεί να είχε χαμηλές αποδόσεις, αλλά η Γερμανία έχει ανοίξει το δρόμο για την επιβολή ευελιξίας και συγκράτησης των πραγματικών μισθών. Χαρακτηριστικές της τάσης αυτής είναι οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας του 2003 που θεσπίστηκαν από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και είναι γνωστές ως Ατζέντα 2010. Νέες συμβάσεις εργασίας έχουν μειώσει τις κοινωνικές εισφορές και τα επιδόματα ανεργίας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, επιπλέον, το Γερμανικό κεφάλαιο μπόρεσε να επωφεληθεί πλήρως από το φθηνότερο εργατικό δυναμικό στην Ανατολική Ευρώπη. Το αποτέλεσμα αυτών των συνδυασμένων παραγόντων ήταν να ασκηθεί μεγάλη πίεση στις γερμανικές αμοιβές, βελτιώνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα της Γερμανικής οικονομίας. [2]

Χώρες της περιφέρειας, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Ισπανία, που έχουν αδύναμα κράτη πρόνοιας, χαμηλότερους πραγματικούς μισθούς και καλά οργανωμένα εργατικά κινήματα, δεν ήταν σε θέση να πιέσουν τους εργαζομένους εξίσου σκληρά. Η Ιρλανδία, από την άλλη πλευρά, ήταν στην πρώτη γραμμή της επιβολής φιλελεύθερης πολιτικής επί των εργαζομένων της. Δυστυχώς για την Ιρλανδική ελίτ, αυτό δεν προστάτευσε τη χώρα από τις σοβαρές επιπτώσεις της κρίσης του 2007-9.

………………………………………………

[1] http://ec.europa.eu/growthandjobs/pdf/kok_report_en.pdf

[2] Η Γερμανία έχει μακρά ιστορία ανταγωνιστικών υποτιμήσεων του γερμανικού μάρκου, συχνά με τη συνενοχή των συνδικάτων. Ωστόσο, η δύναμη των συνδικάτων ελαττώθηκε σημαντικά κατά τη διακυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ. Επίσης, η ενοποίηση της Γερμανίας είχε σημαντικές επιπτώσεις στις γερμανικές εργασιακές σχέσεις, αποδυναμώνοντας τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και δημιουργώντας μεγάλες ζώνες άνευ παρουσίας των συνδικάτων στην πρώην Ανατολική Γερμανία, οι οποίες εξαπλώνονται σιγά-σιγά και στη Δυτική.

………………………………………….

3.2. Οι καθοριστικοί παράγοντες της γερμανικής επιτυχίας όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα

Η διαφορά ανάμεσα στη Γερμανία και στις περιφερειακές χώρες μπορεί να καταδειχτεί από την εξέταση της συμπεριφοράς του ονομαστικού κόστους ανά μονάδα εργασίας, δηλαδή, την ονομαστική αποζημίωση της εργασίας διαιρεμένη με το πραγματικό προϊόν. Το ονομαστικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος μπορεί να επιμεριστεί σε ονομαστικό κόστος ανά ώρα εργασίας διαιρεμένο με την παραγωγικότητα της εργασίας. Είναι ένα πρότυπο μέτρο που χρησιμοποιείται για τη σύγκριση της ανταγωνιστικότητας σε διεθνές επίπεδο. [1] Η πορεία του ονομαστικού κόστους ανά μονάδα προϊόντος, ως εκ τούτου, δείχνει τη μεταβολή του ονομαστικού κόστους εργασίας σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας. Η πορεία αυτή φαίνεται στο γράφημα 10 για όλες τις χώρες του δείγματος κατά τη διάρκεια της περιόδου, με το έτος 1995 ως έτος βάσης. Όπως είναι γενικά γνωστό, τα στοιχεία για την παραγωγικότητα είναι συνήθως αναξιόπιστα και πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιούνται με μεγάλη προσοχή.

Η εντυπωσιακότερη διάσταση αυτών των στοιχείων είναι η σχεδόν επίπεδη καμπύλη ονομαστικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στη Γερμανία. Είναι εμφανές ότι το άνοιγμα της Ανατολικής Ευρώπης στο γερμανικό κεφάλαιο, μαζί με τη διαρκή πίεση στους μισθούς και στις συνθήκες εργασίας, επέβαλλαν την αλλαγή του ονομαστικού κόστους εργασίας στους ίδιους ρυθμούς με την παραγωγικότητα. Ωστόσο, στις περιφερειακές χώρες, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έχει αυξηθεί σημαντικά διότι το ονομαστικό κόστος εργασίας αυξήθηκε ταχύτερα από την παραγωγικότητα, με την Ελλάδα στην πρωτοπορία. Με άλλα λόγια, οι περιφερειακές χώρες έχασαν ανταγωνιστικότητα ως προς τη Γερμανία στην εσωτερική αγορά της ευρωζώνης.

Η ταχύτερη αύξηση του ονομαστικού κόστους εργασίας συνοδεύτηκε από υψηλότερο πληθωρισμό στην περιφέρεια σε σχέση με τη Γερμανία, όπως έχει ήδη παρουσιαστεί στο γράφημα 3. Αλλά το ονομαστικό κόστος εργασίας αυξήθηκε γενικώς ταχύτερα από τον πληθωρισμό, οδηγώντας έτσι σε αύξηση της πραγματικής αποζημίωσης της εργασίας στην περιφέρεια, όπως φαίνεται στο γράφημα 11 (για τον ορισμό βλέπε την υποσημείωση 6). Απαιτείται εξαιρετική προσοχή στο σημείο αυτό διότι η πραγματική αποζημίωση της εργασίας δεν είναι το ίδιο πράγμα με τους πραγματικούς μισθούς, και επιπλέον εμπεριέχει ευρύ φάσμα πληρωμών σε διευθυντικά στελέχη, μεταξύ άλλων με την μορφή μισθών και μπόνους. Επιπλέον, το σύνολο αποκρύπτει  σημαντικές ανισότητες στους πραγματικούς μισθούς ανάμεσα στις διάφορες ομάδες εργαζομένων. Παρόλα αυτά, το γράφημα 11 δείχνει ότι το πραγματικό εργατικό κόστος αυξήθηκε ταχύτερα στις περιφερειακές χώρες σε σύγκριση με τη Γερμανία, με την εξαίρεση της Ισπανίας.

………………………………………

[1] Θεωρήστε το W ως την ονομαστική αποζημίωση της εργασίας, η οποία είναι κάτι περισσότερο από τους μισθούς και περιλαμβάνει και όλο το υπόλοιπο κόστος εργασίας για τους εργοδότες. Θεωρήστε το Υ ως το ονομαστικό προϊόν και το P ως το επίπεδο τιμών. Το ονομαστικό κόστος ανά μονάδα εργασίας θα είναι τότε W / (Y / P), το πρότυπο μέτρο διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Προφανώς θα μπορούσε να επιμεριστεί σε (W / L) / (Y / PL). Θα έδειχνε τότε την ονομαστική αποζημίωση ανά ώρα εργασίας [το L ως συνολικές ώρες εργασίας] διαιρούμενο με την παραγωγικότητα της εργασίας. Αυτός ο λόγος φαίνεται στο γράφημα 10, επιτρέποντας συγκρίσεις στις υποκείμενες τάσεις. Σημειώστε ότι η πραγματική αποζημίωση της εργασίας είναι απλώς W / P, ήτοι ο λόγος που απεικονίζεται στο γράφημα 11. Εάν η πραγματική αποζημίωση της εργασίας αποδιδόταν ανά μονάδα πραγματικού προϊόντος, δηλαδή ως (W / P) / (Y / P), θα έδειχνε το μερίδιο της εργασίας στο πραγματικό προϊόν, που απεικονίζεται στο γράφημα 13.

3.3. Πραγματική αποζημίωση και το μερίδιο της εργασίας στην παραγωγή

 Δεν είναι περίεργο, επομένως, ότι συντηρητικοί σχολιαστές του Τύπου έχουν παρατηρήσει ότι η κρίση του δημοσίου χρέους πηγάζει από τους εργαζόμενους της περιφέρειας, οι οποίοι έχουν λάβει υψηλότερες αυξήσεις στην εργατική αποζημίωση σε σχέση με τους Γερμανούς εργαζόμενους, οδηγώντας έτσι σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας. [1] Αυτό είναι αλήθεια, αλλά είναι ταυτόχρονα και παραπλανητικό. Διότι το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν η υπερβολική αποζημίωση των εργαζομένων της περιφέρειας, αλλά οι αμελητέες αυξήσεις των Γερμανών εργαζομένων, ιδίως μετά την καθιέρωση του ευρώ. Ακόμη και στην Ελλάδα, στην οποία η ονομαστική και πραγματική εργατική αποζημίωση παρουσιάζει τη μεγαλύτερη αύξηση, η άνοδος της πραγματικής αποζημίωσης ήταν της τάξης του 20% κατά την περίοδο 2000-8, και αυτό ξεκινώντας από χαμηλό επίπεδο σε σύγκριση με τη Γερμανία.

Ότι η εργατική αποζημίωση ήταν γενικά μετρημένη στην περιφέρεια γίνεται ξεκάθαρο αν συγκριθεί με την άνοδο της παραγωγικότητας:

……………………………….

[1] Βλεπε, για παράδειγμα, Roubini, N. and E. Parisi-Capone, “An IMF rescue for Greece?”, Forbes.com, 18 Feb 2010. http://www.forbes.com/2010/02/17/greek-financial-crisis-imf-ecb-opinions-columnists-nouriel-roubini-elisa-parisi-capone.html. Επίσης Roubini, N. “Teaching PIIGS to fly”, Project Syndicate, 15 Feb 2010. http://www.project-syndicate.org/commentary/roubini22/English

Η αύξηση της παραγωγικότητας στη Γερμανία ήταν χαμηλότερη των υπολοίπων χωρών κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, με εξαίρεση την παραγωγικότητα της Ισπανίας, η οποία υπήρξε εξαιρετικά αδύναμη. Πρόκειται για περαιτέρω ένδειξη της έλλειψης δυναμισμού της γερμανικής οικονομίας. Η παραγωγικότητα στην Ιρλανδία, στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία αυξήθηκε πιο γρήγορα, ακόμη και αν αυτό έγινε από χαμηλότερη βάση (η ιρλανδική παραγωγικότητα είναι πιθανόν αυξημένη για λόγους που σχετίζονται με τις τιμές εσωτερικών τιμολογήσεων των πολυεθνικών). Οι περιφερειακές χώρες έχουν γενικά βελτιώσει την παραγωγικότητά τους και σίγουρα τα έχουν καταφέρει καλύτερα από ότι η Γερμανία, η οποία ήταν εξαιρετικά βραδυκίνητη. Είναι όμως βέβαιο ότι η Στρατηγική της Λισαβόνας δεν κατάφερε να βάλει τις περιφερειακές χώρες σε δρόμο έντονα ανοδικής πορείας της παραγωγικότητας. Δεν υπήρξε πραγματική κάλυψη της υστέρησης ως προς τις πιο προηγμένες οικονομίες της ευρωζώνης, με τη μερική εξαίρεση της Ιρλανδίας. Η παραγωγικότητα αυξήθηκε σε σύγκριση με τη Γερμανία, αλλά αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η Γερμανία είχε κακές επιδόσεις.

Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να ήταν γενικά μέτρια στην ευρωζώνη, παρέμεινε όμως και κατά κανόνα ταχύτερη της ανόδου της πραγματικής αποζημίωσης των εργαζομένων. Συνεπώς οι εργαζόμενοι έχασαν μερίδιο του προϊόντος σχεδόν σε όλες τις χώρες του δείγματος, όπως φαίνεται στο γράφημα 13 (ο ορισμός στην υποσημείωση 6). Η μόνη χώρα με σταθερή αύξηση του μεριδίου της εργασίας μετά την καθιέρωση του ευρώ ήταν η Ιρλανδία, όπου όμως οι εργαζόμενοι μόλις και μετά βίας αναπλήρωσαν τις απώλειες που υπέστησαν κατά τη δεκαετία του 1990. Η εργασία έχει χάσει γενικά σε σχέση με το κεφάλαιο σε όλες τις χώρες που εξετάζονται εδώ, ενώ οι γερμανοί εργαζόμενοι έχουν χειρότερα αποτελέσματα σε σύγκριση με τους εργαζόμενους των άλλων χωρών.

Εν συνόψει, οι πολιτικές της αγοράς εργασίας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο άσκησαν συνεχή πίεση στους εργαζομένους όλης της ευρωζώνης. Η πίεση αυτή διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στον καθορισμό της ανταγωνιστικότητας, δεδομένης της ακαμψίας της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσουν οι εργαζόμενοι μερίδιο του προϊόντος σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Στην περιφέρεια η πραγματική αποζημίωση αυξήθηκε σε ορισμένες χώρες, αλλά η παραγωγικότητα ανέβηκε ακόμη ταχύτερα. Ωστόσο, η παραγωγικότητα δεν ανέβηκε αρκετά γρήγορα ώστε να επιτρέψει στις χώρες της περιφέρειας να πλησιάσουν σημαντικά τις πιο προηγμένες οικονομίες του πυρήνα της ευρωζώνης.

Στη Γερμανία, από την άλλη πλευρά, η παραγωγικότητα, η πραγματική αποζημίωση των εργαζομένων και το ονομαστικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκαν με πολύ αργούς ρυθμούς. Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στη Γερμανία δεν οφείλεται στις επενδύσεις, ή στην τεχνολογία και την αποτελεσματικότητα. Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των γερμανικών εξαγωγέων προέρχεται από τις υψηλές συναλλαγματικές ισοτιμίες με τις οποίες οι περιφερειακές χώρες εισήλθαν στην ευρωζώνη και —το σημαντικότερο— από τη σκληρή πίεση που ασκήθηκε στους γερμανούς εργαζόμενους. Για το λόγο αυτό η Γερμανία μπόρεσε να κυριαρχήσει στις ροές εμπορίου και κεφαλαίου εντός της ευρωζώνης. Η κυριαρχία της συνέβαλε άμεσα στην τωρινή κρίση.

4. Διεθνείς συναλλαγές: εμπορικές και κεφαλαιακές ροές υπό την σκιά της Γερμανίας

4.1. Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών: πλεόνασμα για τη Γερμανία, ελλείμματα για την περιφέρεια

Οι διεθνείς συναλλαγές των χωρών της ευρωζώνης είναι απόρροια εν πολλοίς των πολιτικών που υιοθετήθηκαν για τη στήριξη του ευρώ. Το ευρώ σχεδιάστηκε ως κοινό μέτρο αξίας και μέσο πληρωμής εντός της ευρωζώνης. Η πρόθεση ήταν να γίνει επίσης μέσο πληρωμών και στοιχείο αποθεματικού εκτός της ευρωζώνης, ανταγωνιζόμενο ευθέως το αμερικανικό δολάριο στην παγκόσμια αγορά. Οι νομισματικές και δημοσιονομικές πρακτικές των χωρών της ευρωζώνης έπρεπε να είναι συνεπείς με αυτό το στόχο, επιβάλλοντας έτσι κοινή νομισματική πολιτική και αυστηρούς περιορισμούς στη δημοσιονομική πολιτική της κάθε χώρας. Το θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο της ευρωζώνης δεν προέκυψε απλώς και μόνο λόγω της ιδεολογικής κυριαρχίας της νεοφιλελεύθερης σκέψης στο εσωτερικό της ΕΕ. Υπαγορεύτηκε επίσης από την ανάγκη να ανταπεξέλθει το ευρώ στο ρόλο του μέσα και έξω από την ευρωζώνη.

Οι μορφές των διεθνών συναλλαγών που ανέκυψαν για τις χώρες της ευρωζώνης είναι συνεπείς με τον υποτιθέμενο ρόλο του ευρώ. Κατά πρώτον, οι χώρες της περιφέρειας ήταν υποχρεωμένες να μπουν στο ευρώ με γενικά υψηλές συναλλαγματικές ισοτιμίες. Οι χώρες του κέντρου και πρωτίστως η Γερμανία, επέμειναν σε αυτήν την πολιτική με το πρόσχημα της κατοχύρωσης του χαμηλού πληθωρισμού. Αν υπήρχε υψηλός πληθωρισμός σε μερικές χώρες της ευρωζώνης, θα υπέσκαπτε την ικανότητα του ευρώ να ανταγωνιστεί διεθνώς το δολάριο. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθεί ευθέως η ανταγωνιστικότητα των χωρών της περιφέρειας στην εσωτερική αγορά. Σε αυτό το κακό ξεκίνημα ήρθε να προστεθεί και η παρατεταμένη απώλεια ανταγωνιστικότητας, όπως αναλύθηκε στο προηγούμενο μέρος. Το τελικό αποτέλεσμα, όπως φαίνεται και στο γράφημα 14, ήταν αναπόφευκτο: εμφανίστηκαν μόνιμα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των χωρών της περιφέρειας, που συνδυάζονταν με εξίσου μόνιμο πλεόνασμα στις τρέχουσες συναλλαγές της Γερμανίας.

Χρειάζεται προσοχή για την ερμηνεία αυτού του γραφήματος. Η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία είχαν σημαντικά ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο, αλλά είχαν επίσης σημαντικά πλεονάσματα στο ισοζύγιο υπηρεσιών. Η Ιρλανδία ακολούθησε την αντίθετη διαδρομή, αποτυπώνοντας για άλλη μια φορά τον ιδιόμορφο τρόπο ένταξής της στην ευρωζώνη βασισμένο σε υψηλές επενδύσεις, μεγάλο μέρος των οποίων στράφηκε προς την κατοικία, καθώς και στην εντατικοποίηση της ευελιξίας της εργασίας. Για όλες όμως της χώρες της περιφέρειας, η αδυναμία να περιοριστεί το ονομαστικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στα επίπεδα της Γερμανίας και, κατά μείζονα λόγο, η αδυναμία να θέσουν την παραγωγικότητα σε πορεία έντονης ανόδου, οδήγησαν σε ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών. Πρόκειται για την άλλη όψη των πλεονασμάτων της Γερμανίας. Να σημειωθεί ότι τα δύο τρίτα του γερμανικού εμπορίου διεξάγονται μέσα στην ευρωζώνη. Να σημειωθεί επίσης ότι το εμπόριο της ευρωζώνης με τον υπόλοιπο κόσμο είναι σχεδόν ισοσκελισμένο.

Το ευρώ και το συνακόλουθο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής έχουν γίνει μηχανισμοί που εξασφαλίζουν γερμανικά πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών τα οποία απορρέουν κυρίως από την ευρωζώνη. Οι χώρες της περιφέρειας εντάχθηκαν σε ένα νομισματικό σύστημα το οποίο φιλοδοξούσε να δημιουργήσει νέα μορφή παγκόσμιου χρήματος, και εκχώρησαν έτσι μέρος της ανταγωνιστικότητάς τους, ενώ παράλληλα υιοθέτησαν πολιτικές που διεύρυναν το χάσμα της ανταγωνιστικότητας. Ο ευνοημένος αυτής της διαδικασίας ήταν η Γερμανία, διότι διαθέτει μεγαλύτερη οικονομία με υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας, και διότι κατάφερε να πιέσει τους εργάτες της περισσότερο από ότι οι άλλες χώρες. Τα δομικά πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών υπήρξαν η μόνη πηγή ανάπτυξης για τη γερμανική οικονομία στις τελευταίες δύο δεκαετίες. Το ευρώ για τη Γερμανία είναι μια πολιτική “φτώχειας για τον γείτονα” [beggar-thy-neighbour], με την προϋπόθεση ότι φτωχαίνει πρώτα τους δικούς της εργάτες.

4.2. Χρηματοοικονομικές συναλλαγές: γερμανικές ΑΞΕ και τραπεζικός δανεισμός προς την περιφέρεια

Αναπόφευκτα, η εικόνα εμφανίζεται αντεστραμμένη στις κεφαλαιακές και χρηματοοικονομικές συναλλαγές των χωρών της ευρωζώνης (γράφημα 15). Η Γερμανία εξήγαγε κεφάλαιο σε μεγάλη κλίμακα, ενώ οι χώρες της περιφέρειας εισήγαγαν κεφάλαιο.

Οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές μίας χώρας συνίστανται κατά βάση από τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ), τις ροές χαρτοφυλακίων, και τις ”άλλες” ροές που καθορίζονται ως επί το πλείστον από τις τράπεζες. Η πορεία των συνολικών ροών μεταξύ Γερμανίας και της περιφέρειας της ευρωζώνης μπορεί να καταδειχθεί με απλό τρόπο μελετώντας τη σύνθεση των γερμανικών χρηματοοικονομικών συναλλαγών (γράφημα 16):

Τα κύρια στοιχεία των σταθερών εξαγωγών γερμανικού κεφαλαίου από την καθιέρωση του ευρώ και μετά ήταν οι “άλλες” ροές και οι ΑΞΕ. Οι ροές χαρτοφυλακίου υπήρξαν πιο αναιμικές, μετατρεπόμενες ακόμα και σε εισροές για αρκετά χρόνια κατά τη δεκαετία του 2000. Δηλαδή, η Γερμανία ανακύκλωνε τα πλεονάσματα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών μέσω των ΑΞΕ και του τραπεζικού δανεισμού προς το εξωτερικό. Ο τραπεζικός δανεισμός κορυφώθηκε την περίοδο 2007-8 και, όπως φαίνεται παρακάτω, αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο της παρούσας κρίσης δημοσίου χρέους.

Η γεωγραφική διάσταση της ανακύκλωσης των πλεονασμάτων είναι ξεκάθαρη και πάλι από τη σύνθεση των γερμανικών εξαγωγών κεφαλαίου. Η ευρωζώνη υπήρξε ο κύριος αποδέκτης των γερμανικών ΑΞΕ (γράφημα 17), ενώ παράλληλα διαγωνίστηκε έντονα με τις εκτός ευρώ περιοχές της ΕΕ όσον αφορά τα γερμανικά τραπεζικά δάνεια κατά τη δεκαετία του 2000 (γράφημα 18). Όταν ξέσπασε η κρίση του 2007-9, οι γερμανικές τράπεζες περιόρισαν τον δανεισμό τους στις εκτός ευρώ χώρες της ΕΕ αλλά συνέχιζαν να δανείζουν συστηματικά στις χώρες της ευρωζώνης.

Εν συνόψει, οι διεθνείς συναλλαγές των χωρών της ευρωζώνης καθορίστηκαν από τις ανάγκες και τις επιταγές της νομισματικής ένωσης. Οι χώρες της περιφέρειας έχασαν ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τη Γερμανία εξαιτίας της αρχικής υψηλής συναλλαγματικής ισοτιμίας, καθώς επίσης και λόγω της ικανότητας των γερμανών εργοδοτών να πιέζουν σκληρότερα τους εργαζόμενους. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία διαρθρωτικού πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών για τη Γερμανία, το οποίο αντιστοιχεί σε διαρθρωτικά ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών για τις χώρες της περιφέρειας. Κατά συνέπεια οι γερμανικές ΑΞΕ και ο γερμανικός τραπεζικός δανεισμός στην ευρωζώνη αυξήθηκαν σημαντικά. Οι “άλλες” ροές προς τις χώρες της περιφέρειας αυξήθηκαν γρήγορα την περίοδο 2007-8 καθώς ξεδιπλωνόταν η κρίση, αλλά μετά υποχώρησαν εξίσου γρήγορα. Αυτή ακριβώς ήταν η στιγμή που τα κράτη της περιφέρειας υποχρεώθηκαν να εμφανιστούν στις χρηματοπιστωτικές αγορές προς αναζήτηση κονδυλίων.

Συνεχίζεται…

Πηγή : contramee