cf86cf84cf8ecf87ceb5ceb9ceb1-cf84cebfcf85-ceb4cf85cebdceb1cf84cebfcf8dΟλόκληρη η  μελέτη του RMF, στα ελληνικά. 

2010, ΚΡΙΣΗ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

Φτώχεια του δυνατού, πτώχευση του αδύνατου – εκδ.ΝΟΒΟΛΙ

Πρόλογος του Κώστα Λαπαβίτσα

Η παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το 2007 άργησε να φτάσει στην Ελλάδα. Ακόμη και προς το τέλος του 2008 λίγοι ήταν αυτοί που είχαν κατανοήσει τι πραγματικά συνέβαινε στην παγκόσμια οικονομία. Κατά τη διάρκεια του 2009 άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι η πορεία των ελληνικών οικονομικών πραγμάτων ήταν ανησυχητική. Αλλά μόνο προς το τέλος του χρόνου έγινε φανερό πόσο κοντά στην καταστροφή βρίσκονταν η ελληνική οικονομία. Και από την ‘ισχυρή Ελλάδα’ περάσαμε απότομα στον ‘αδύνατο κρίκο’ του παγκοσμίου συστήματος.

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν τυχαία. Η γιγαντιαία κρίση που ξέσπασε το 2007 ενσωματώνει όλες τις αντιφάσεις του καπιταλισμού της εποχής μας, ή σωστότερα του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού. Ξεκίνησε από το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ μετά την τεράστια φούσκα ακινήτων του 2001-6 και γρήγορα μετατράπηκε σε παγκόσμια ύφεση. Η πρωτοφανής κρατική παρέμβαση του 2008-9 απέτρεψε την κατάρρευση των τραπεζών και έφερε στοιχειώδη σταθεροποίηση στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Αλλά η παρέμβαση εισήγαγε επίσης την επόμενη φάση της παγκόσμιας αναταραχής, δηλαδή την κρίση δημοσίου χρέους του 2010.

Η Ελλάδα βρέθηκε στο προσκήνιο για δύο δομικούς λόγους. Πρώτον, διότι η ένταξη της στους μηχανισμούς της ευρωζώνης αποδείχτηκε εξαιρετικά επισφαλής. Η ευρωζώνη έχει εξελιχθεί σε μηχανισμό δημιουργίας μονίμων πλεονασμάτων για τη Γερμανία και αντιστοίχως μονίμων ελλειμμάτων για τους υπόλοιπους, ιδίως για την περιφέρεια. Ο παραγωγικός ιστός των χωρών της περιφέρειας έχει εξασθενίσει, με πρώτη την Ελλάδα. Δεύτερον, διότι η κατάρρευση των δημοσίων εσόδων, που προκλήθηκε από την ύφεση, κατέδειξε τις διαρθρωτικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους. Φορολογική εύνοια προς τους πλούσιους και το κεφάλαιο, έλλειψη μηχανισμών πρόνοιας, πελατειακές σχέσεις, παραποίηση λογαριασμών, αδυναμία συλλογής στοιχείων, ο κατάλογος είναι μακρύς.

Η αποτυχία του κράτους δεν οφείλεται απλώς σε αβελτηρία, προχειρότητα, κακή οργάνωση και όλα τα συναφή. Απεναντίας, καταδεικνύει την ιστορική αποτυχία των κοινωνικών στρωμάτων που κυβέρνησαν την Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, αρχής γενομένης από την αστική τάξη. Η κυρίαρχη τάξη της χώρας, που είχε τη μερίδα του λέοντος στην εξουσία και στον κοινωνικό πλούτο, αποδείχτηκε ανίκανη να διεκδικήσει με επιτυχία θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Που είναι οι επενδύσεις, οι νέες δραστηριότητες, ο οικονομικός δυναμισμός ‘του Έλληνα’ για τον οποίο κατά καιρούς επαίρεται αυτάρεσκα; Η αναπτυξιακή δυναμική των τελευταίων ετών – όση αυτή ήταν – στηρίχτηκε στην ιδιωτική κατανάλωση και χρηματοδοτήθηκε με συνεχή διόγκωση των χρεών των εργαζομένων. Το μεγάλο κεφάλαιο ανάλωσε την ικμάδα του σε αναζήτηση χαμηλότερων φόρων, μικρότερων μισθών και προνομιακής πρόσβασης στα κρατικά κονδύλια.

Εν ολίγοις, η ελληνική αστική τάξη στηρίχτηκε στο κράτος, το οποίο έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή της. Οι πελατειακές σχέσεις που έχουν διαβρώσει το ελληνικό δημόσιο οφείλονται κατά πρώτο λόγο στις στενές σχέσεις των επιχειρηματιών με τον τύπο και του πολιτικούς. Από αρχής άρξασθαι. Το κρατικό ‘μέσο’ νομιμοποιήθηκε στην κοινωνία από τους πλούσιους και τους ισχυρούς. Δε ‘φταίμε όλοι’ για την κατάντια της ελληνικής κρατικής μηχανής, όπως συχνά και κουτοπόνηρα λέγεται. Κυρίως δε φταίνε οι αδύνατοι, οι μισθωτοί, όσοι δεν έχουν φωνή στην ελληνική κοινωνία.

Η ελληνική αστική τάξη επίσης ευθύνεται για την παντελώς αποτυχημένη επιλογή της συμμετοχής στο ευρώ. Η νομισματική ένωση είναι ένας σκληρός μηχανισμός πίεσης επί των εργαζομένων, ο οποίος δημιουργεί δομικά πλεονάσματα για τον πυρήνα της ευρωζώνης και εξίσου δομικά ελλείμματα για την περιφέρεια. Το στρεβλό πρότυπο ανάπτυξης που έτσι δημιουργήθηκε, έκανε την Ελλάδα ευάλωτη στις πιέσεις της κρίσης του 2007-9 και την έφερε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας το 2010. Το ίδιο κυρίαρχο κοινωνικό στρώμα κατόπιν διάλεξε το δρόμο της λιτότητας, χωρίς να έχει τη συγκατάθεση της κοινωνίας και προσπαθώντας να μεταβιβάσει το άχθος στις πλάτες αυτών που δεν έχουν ευθύνη για τα όσα συμβαίνουν.

Παρόλα αυτά είναι άκρως αμφίβολο ότι η χρεοκοπία τελικά θα αποφευχθεί, όσες συμβουλές κι αν δώσουν οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ, όσες πιέσεις κι αν ασκήσει ο πυρήνας της ευρωζώνης. Το πιθανότερο είναι ότι η σκληρή λιτότητα θα επιτείνει την ύφεση, κάνοντας τα πράγματα πιο δύσκολα κα φέρνοντας την Ελλάδα πιο κοντά στη χρεοκοπία, δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα υποτίμησης. Αν βέβαια προκύψει χρεοκοπία, οι επιπτώσεις θα είναι ευρύτερες, απειλώντας τη συνοχή του κοινού νομίσματος και τη λειτουργία των ευρωπαϊκών τραπεζών. Αυτός είναι ο λόγος που την ύστατη ώρα επιχειρείται η διαχείριση της ελληνικής χρεοκοπίας από τους ισχυρούς της ευρωζώνης.

Όπως και να εξελιχθούν τα οικονομικά πράγματα στο άμεσο μέλλον, η κρίση θα έχει έντονες πολιτικές επιπτώσεις. Οι πολιτικοί μηχανισμοί εξουσίας στην Ελλάδα αποδείχτηκαν δειλοί, αναβλητικοί και ανεύθυνοι. Σε κάθε δύσκολη στιγμή, οι λύσεις που προκρίθηκαν εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα των ολίγων εις βάρος των πολλών. Το αποκορύφωμα έφτασε στις αρχές του 2010 όταν επιχειρήθηκε επιβολή λιτότητας και περικοπών με σκοπό την παραμονή στην ευρωζώνη υπό οποιοδήποτε κόστος. Η ιστορική αποτυχία της ελληνικής αστικής τάξης και των πολιτικών της μηχανισμών απείλησε τη χώρα συνολικά. Εναπόκειται στην Αριστερά να διαμορφώσει εναλλακτικό πλαίσιο προτάσεων για να αντιμετωπιστεί η κρίση και να βγει η κοινωνία από το αδιέξοδο. Λύσεις χωρίς κόστος φυσικά δεν υπάρχουν. Το ζητούμενο είναι να κατανεμηθεί με δικαιοσύνη το κοινωνικό κόστος όποιας λύσης επιλεγεί και, το κυριότερο, να ανοίξουν νέοι δρόμοι για τη χώρα. Η παύση πληρωμών και η έξοδος από το ευρώ μπορούν να αποδειχτούν καταλύτες έντονων κοινωνικών αλλαγών, αρκεί η Αριστερά να έχει διαμορφώσει συνολική οικονομική πρόταση. Απαιτείται αλλαγή ισορροπίας στην οικονομία και την κοινωνία υπέρ της εργασίας και κατά του κεφαλαίου. Το ελάχιστο θα ήταν δημόσιος έλεγχος επί των τραπεζών και άλλων κεντρικών τομέων της οικονομίας. Παράλληλα, ένα ευρύ πρόγραμμα ελέγχου των κεφαλαιακών ροών και βιομηχανικής πολιτικής με προστασία του εργατικού εισοδήματος θα μπορούσε να βάλλει την οικονομία σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Για να επιτελεστεί αυτή η αλλαγή απαιτούνται νέες κοινωνικές συμμαχίες που θα πάρουν τα ηνία της χώρας στα χέρια τους. Τα εργατικά στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου είναι φυσικός σύμμαχος των μεγάλων μικρομεσαίων στρωμάτων τα οποία κυριολεκτικά συντρίβονται υπό τις παρούσες συνθήκες. Η αποτυχία της αστικής τάξης κάνει επιτακτική τη δημιουργία τέτοιων κοινωνικών συμμαχιών. Απομένει να δούμε αν η ελληνική κοινωνία έχει τις απαιτούμενες δυνάμεις. Η Αριστερά μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο ξεπερνώντας τις αντιθέσεις της και δημιουργώντας ευρέα πολιτικά μέτωπα. Η παρούσα μελέτη επιδιώκει να συμβάλλει στις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες που ήδη επιτελούνται. Γράφτηκε με ταχύτατους ρυθμούς και δημοσιοποιήθηκε στα μέσα Μαρτίου 2010. Είναι προϊόν συλλογικής δουλειάς του Research on Money and Finance (RMF), διεθνούς ερευνητικού δικτύου πολιτικής οικονομίας που εδράζεται στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Μελετών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Το RMF έχει επανειλημμένως δώσει δείγματα της ικανότητάς του να παράγει αναλύσεις υψηλού επιπέδου. Ήδη οι γενικές αναλυτικές κατευθύνσεις της μελέτης, καθώς και η παράθεση των εναλλακτικών επιλογών, επιβεβαιώνονται από τις εξελίξεις.

Πρέπει να τονιστεί ότι η μελέτη επιδίωξε εξαρχής να είναι χαρακτηριστικό δείγμα μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης για την εποχή μας. Στη κεντρική της δομή στηρίζεται στον κλασικό μαρξισμό. Δηλαδή περιέχει, με τη σειρά, ανάλυση του παραγωγικού τομέα, ανάλυση της διαδικασίας της εργασίας, ανάλυση των διεθνών σχέσεων, και ανάλυση του κράτους. Κατά παράβαση αφήσαμε τελευταία την ανάλυση του χρηματοπιστωτικού τομέα, που θα έπρεπε λογικά να συζητηθεί μετά την διαδικασία της εργασίας. Η επιλογή ήταν σκόπιμη για να διευκολυνθεί η ανάλυση του δημόσιου χρέους, το οποίο είναι και το σημείο αιχμής της παγκόσμιας κρίσης το 2010.

Η μελέτη άντλησε επίσης στοιχεία από άλλες αναλύσεις που έχουν πραγματικά κάτι να πουν για το σημερινό καπιταλισμό. Κι εδώ το σημείο αναφοράς ήταν ο κλασικός μαρξισμός, που πάντα ήταν ανοιχτός σε καινούργιες ιδέες, ιδίως κατά την περίοδο ακμής του πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τον ίδιο λόγο, η μελέτη στηρίχτηκε σε μεθοδική εξέταση και πλούσια παράθεση οικονομικών στοιχείων. Ο διαλεκτικός υλισμός, όπως συχνά λέγεται αλλά λίγο κατανοείται, είναι απαραίτητο να εμπεριέχει εμπειρική καταγραφή του πραγματικού,καταδεικνύοντας με συγκεκριμένο τρόπο τις αντιφάσεις που αναφύονται.

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει παρατηρηθεί γενική υποχώρηση του μαρξισμού, κυρίως στο χώρο της οικονομικής θεωρίας. Η Αριστερά έχασε την αυτοπεποίθησή της και αναλώθηκε σε ηθική, πολιτική, φιλοσοφική και άλλη κριτική του καπιταλισμού. Η παρούσα μελέτη φιλοδοξεί να συμβάλλει στην ανάκαμψη της πολιτικής οικονομίας, δηλαδή του σκληρού πυρήνα του μαρξισμού. Στη σημερινή περίοδο κρίσης, η επαναφορά της πολιτικής οικονομίας μπορεί να βοηθήσει την Αριστερά να ανακτήσει το όραμα της κοινωνικής αλλαγής. Η κοινωνία θέλει να βγει από την κρίση, περιμένει να ακούσει προτάσεις που αντιστρατεύονται τον καπιταλισμό και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια είναι ανοιχτή στις σοσιαλιστικές ιδέες.

Κώστας Λαπαβίτσας

Λονδίνο, Μάιος 2010

……………………………………………………………….

Στην παρακάτω μελέτη δεν αναρτήθηκαν τα γραφήματα, για τεχνικούς λόγους . Θα τα βρείτε στην αγγλική απόδοσή της

Download full report  , www.researchonmoneyandfinance.org

 euro12010, ΚΡΙΣΗ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

Φτώχεια του δυνατού, πτώχευση του αδύνατου

 Κ. Λαπαβίτσας, Α. Καλτενμπρούνερ, Ντ. Λίντο, Τζ. Μίτσελ, Χ.Π. Παϊνσέιρα, Ε. Πίρες, Τζ. Πάουελ, Α. Στένφορς, Ν. Τέλες

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ιστορικό

Οι μηχανισμοί της κρίσης

Εναλλακτικές λύσεις

1. Μια πολυδιάστατη κρίση δημοσίου χρέους: η έκθεση συνοπτικά

1.1.Κρίση με βαθιές ρίζες

1.2. Θεσμική μεροληψία και δυσλειτουργία στην ευρωζώνη

1.3. Οι χώρες της περιφέρειας στη σκιά της Γερμανίας

1.4. Η επίδραση της κρίσης του 2007-9 και ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.5. Επιλογές πολιτικής για τις χώρες της περιφέρειας

1.6. Η δομή της παρούσας μελέτης

2.Μακροοικονομική Επίδοση: Στασιμότητα στη Γερμανία, φούσκες στην περιφέρεια

2.1. Ανάπτυξη, ανεργία και πληθωρισμός

2.2 Επένδυση και Κατανάλωση

2.3 Χρέος

3.Αμοιβή της εργασίας και παραγωγικότητα: Γενικευμένη πίεση, αλλά αποτελεσματικότερη στη Γερμανία

3.1. Ο αγώνας δρόμου προς τα κάτω

3.2. Οι καθοριστικοί παράγοντες της γερμανικής επιτυχίας όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα

3.3. Πραγματική αποζημίωση και το μερίδιο της εργασίας στην παραγωγή

4. Διεθνείς συναλλαγές: εμπορικές και κεφαλαιακές ροές υπό την σκιά της Γερμανίας

4.1. Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών: πλεόνασμα για τη Γερμανία, ελλείμματα για την περιφέρεια

4.2. Χρηματοοικονομικές συναλλαγές: γερμανικές ΑΞΕ και τραπεζικός δανεισμός προς την περιφέρεια

5. Ο αυξανόμενος δανεισμός του δημοσίου τομέα: Το κράτος αντιμέτωπο με χρεοκοπημένες τράπεζες και επιδεινούμενη κρίση

5.1. Χειροπέδες στη δημοσιονομική πολιτική

5.2 Αύξηση δημοσίων ελλειμμάτων και χρέους λόγω της κρίσης

6. Χρηματοπιστωτικός τομέας: Πως να δημιουργήσετε μια παγκόσμια κρίση και μετά να επωφεληθείτε από αυτή

6.1. Θεσμικό πλαίσιο που ευνοεί το χρηματοπιστωτικό αλλά και το παραγωγικό κεφάλαιο.

6.2. Τραπεζική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη: Ο πυρήνας εκτίθεται στην περιφέρεια.

6.3. Η παρέμβαση της ΕΚΤ επιτρέπει στις τράπεζες να περιορίσουν το δανεισμό τους.

6.4 Αύξηση κρατικού χρέους

6.5 «Θερμοκήπιο» κερδοσκοπίας

7. Οικονομική και πολιτική ανάλυση εναλλακτικών στρατηγικών

7.1 Λιτότητα, ή αλλιώς μεταβίβαση του κόστους στους εργαζόμενους των χωρών της περιφέρειας

7.2 Μεταρρύθμιση της ευρωζώνης: στοχεύοντας στο “καλό ευρώ”

7.3 Έξοδος από την ευρωζώνη: ριζική κοινωνική και οικονομική αλλαγή

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ιστορικό

Η κρίση δημοσίου χρέους της Ελλάδας και άλλων περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης είναι πιθανό να βλάψει την Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση. Αλλά η ευρωζώνη έχει ήδη βλάψει την Ελλάδα και άλλες περιφερειακές χώρες. Δύο είναι οι άμεσοι λόγοι που προκάλεσαν την κρίση: ο πρώτος είναι ο στρεβλός χαρακτήρας της νομισματικής ένωσης και ο δεύτερος η οικονομική αναταραχή του 2007-2009.

Η νομισματική ένωση αφαίρεσε, ή περιόρισε, τη δυνατότητα καθορισμού ανεξάρτητης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, μεταβιβάζοντας έτσι τις πιέσεις της οικονομικής προσαρμογής στην αγορά εργασίας. Καθοδηγούμενες από την πολιτική της ΕΕ, οι χώρες της ευρωζώνης μπήκαν σε έναν “αγώνα δρόμου προς τα κάτω” ενθαρρύνοντας την ευελιξία, τον περιορισμό μισθών και τη μερική απασχόληση. Η εργασία βγήκε χαμένη και το κεφάλαιο κερδισμένο σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Τον αγώνα κέρδισε η Γερμανία που άσκησε σκληρή πίεση στους εργαζόμενούς της μετά την επανένωση. Η ευρωζώνη χαρακτηρίζεται από μονίμως πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας, το οποίο χρηματοδοτείται από τα ελλειμματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών της περιφέρειας. Από πλευράς Γερμανίας, η νομισματική ένωση “καθιστά τον γείτονα επαίτη”, υπό την προϋπόθεση ότι η ίδια η Γερμανία θα έχει ήδη καταστήσει τους δικούς της εργαζόμενους πτωχούς.

Η κρίση του 2007-2009 επιδείνωσε την θέση των περιφερειακών χωρών που ήταν ήδη δύσκολη λόγω των νομισματικών και οικονομικών μηχανισμών της ευρωζώνης. Η κρίση οδήγησε σε ακραία έλλειψη ρευστότητας για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Η ΕΚΤ παρενέβη, δανείζοντας ευχερώς και δίνοντας την ευκαιρία στις τράπεζες να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τις αδυναμίες τους. Αλλά η αντίδρασή της ήταν πολύ διαφορετική το 2009 όταν αρκετές χώρες αντιμετώπισαν αυξανόμενες ανάγκες δανεισμού λόγω της κρίσης. Η ευρωζώνη άφησε το κάθε κράτος να υπερασπιστεί μόνο του τον εαυτό του στον στίβο των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η ΕΚΤ ήταν απλός παρατηρητής καθώς τα επιτόκια κρατικού δανεισμού αυξάνονταν, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κερδοσκοπούσαν εις βάρος του δημοσίου χρέους και το φάσμα της κρατικής πτώχευσης ορθώνονταν απειλητικό.

Αντιμέτωπες με κρίση δημοσίου χρέους, οι περιφερειακές χώρες αναγκάστηκαν από την ευρωζώνη να επιβάλουν σκληρά και αυστηρά μέτρα. Παρόλα αυτά, μέχρι τις αρχές του 2010, δεν είχαν λάβει βοηθητικά δάνεια για την άμβλυνση των πιέσεων. Πρόκειται για κατάφωρα καταστρεπτική αντιμετώπιση των περιφερειακών χωρών, η οποία δεν παρέχει καμία εγγύηση για μελλοντική ανάπτυξη. Οι περιφερειακές χώρες αναγκάστηκαν να αποδεχτούν όρους και προϋποθέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), αλλά δίχως δάνειο από το ΔΝΤ.

Υπάρχουν καλύτερες πολιτικές, αλλά περιλαμβάνουν ριζικές κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές. Μια επιλογή θα ήταν να γίνει μεταρρύθμιση της ευρωζώνης με χαλάρωση των δημοσιονομικών περιορισμών, θεσμοθέτηση διευρυμένου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, εγγύηση βασικού μισθού και ασφάλιση των ανέργων. Μια πιό ριζοσπαστική επιλογή θα ήταν η έξοδος από την ευρωζώνη, η εθνικοποίηση τραπεζών και άλλων ζωτικών τομέων της οικονομίας, καθώς και η υιοθέτηση βιομηχανικής πολιτικής. Σε κάθε περίπτωση, οι περιφερειακές χώρες θα αντιμετωπίσουν δύσκολες αποφάσεις που εμπεριέχουν κοινωνική σύγκρουση.

Οι μηχανισμοί της κρίσης

 Κέρδη για το γερμανικό κεφάλαιο, απώλειες για τους γερμανούς εργαζόμενους και την περιφέρεια

 1.Η νομισματική ένωση έχει επιβάλει δημοσιονομική αυστηρότητα, έχει αφαιρέσει τη νομισματική ανεξαρτησία και μεταβιβάζει τις πιέσεις οικονομικής προσαρμογής στην αγορά εργασίας. Οι εργαζόμενοι έχουν χάσει μερίδιο της παραγωγής σε σχέση με το κεφάλαιο στη Γερμανία και στις περιφερειακές χώρες.

2.Η γερμανική οικονομία είχε κακή απόδοση, με χαμηλή ανάπτυξη, χαμηλή αύξηση παραγωγικότητας και υψηλή ανεργία. Αλλά η Γερμανία κατάφερε να συγκρατήσει τον πληθωρισμό και τις ονομαστικές δαπάνες εργασίας. Οι περιφερειακές χώρες, σε γενικές γραμμές, είχαν καλύτερη οικονομική απόδοση, αλλά οι ονομαστικές δαπάνες εργασίας και ο πληθωρισμός αυξήθηκαν ταχύτερα.

3. Η Γερμανία έχει βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της εντός της ευρωζώνης για τον απλό λόγο ότι ήταν σε θέση να πιέσει σκληρότερα τους εργαζομένους της. Αναπόφευκτα αυτό προκάλεσε μόνιμα πλεονασματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών σε σχέση με την περιφέρεια. Τα γερμανικά πλεονάσματα μετατράπηκαν σε ξένες άμεσες επενδύσεις και τραπεζικά δάνεια προς την ευρωζώνη.

Το χρηματοοικονομικό σύστημα δημιουργεί μια κρίση και μετά την εκμεταλλεύεται

4. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αντιμετώπισαν πιεστική ανάγκη ρευστότητας μετά το 2007. Οι τράπεζες έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα από τις υπερβολές της φούσκας που είχε προηγηθεί. Η ΕΚΤ παρείχε άφθονη ρευστότητα, επιτρέποντας στις τράπεζες να διορθώσουν τους ισολογισμούς τους μειώνοντας τον δανεισμό σε τρίτους. Έτσι όμως εντάθηκε η ύφεση. Το 2009 τα τραπεζικά δάνεια ήταν σε υποχώρηση στην ευρωζώνη και οι τράπεζες είχαν πάψει να αγοράζουν μακροπρόθεσμα χρεόγραφα.

5. Αλλά κατά τη διάρκεια των ετών 2007-2008 οι τράπεζες των βασικών χωρών της ευρωζώνης (Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Βέλγιο) συνέχισαν να δανείζουν στις περιφερειακές χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Πορτογαλία). Οι ακαθάριστες διασυνοριακές αξιώσεις από το κέντρο προς την περιφέρεια έφτασαν το 1,4 τρισεκατομμύριο ευρώ το 2008, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το τριπλάσιο του κεφαλαίου των τραπεζών του κέντρου.

6. Τα κράτη της περιφέρειας αλλά και του κέντρου παρουσιάστηκαν στις χρηματοοικονομικές αγορές το 2009 αναζητώντας επιπλέον κεφάλαια ύψους περίπου 1 τρισεκατομμυρίου ευρώ λόγω της κρίσης. Τα δημόσια έσοδα κατέρρευσαν καθώς η ύφεση βάθαινε, ενώ οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν για να διασώσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και πιθανώς για να διατηρήσουν τη συνολική ζήτηση.

7. Έτσι, τα κράτη παρουσιάστηκαν στις χρηματοπιστωτικές αγορές τη “χειρότερη στιγμή”. Με τις τράπεζες απρόθυμες να δανείσουν, αυξήθηκαν οι αποδόσεις των δημοσίων χρεωγράφων. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο βρήκε κατάλληλο πεδίο για κερδοσκοπικές επιθέσεις εναντίον του δημοσίου χρέους των περιφερειακών χωρών, ενώ η ΕΚΤ απλώς παρακολουθούσε. Εν ολίγοις, το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, αφού διασώθηκε από το κράτος, στράφηκε και δάγκωσε το σωτήρα του.

Εναλλακτικές λύσεις

 Υπάρχουν τρεις στρατηγικές εναλλακτικές λύσεις για τις περιφερειακές χώρες

1.Η πρώτη είναι η λιτότητα που θα συνοδεύεται από περαιτέρω φιλελευθεροποίηση. Αυτή είναι η προτιμώμενη επιλογή της ευρωζώνης και των κυβερνώντων ελίτ της περιφέρειας. Είναι επίσης και η χειρότερη επιλογή. Θα επιτύχει σταθεροποίηση μέσω της ύφεσης, επιβάλλοντας τεράστιο κόστος στους εργαζόμενους. Προσφέρει ελάχιστες προοπτικές ανάπτυξης για το μέλλον εφόσον η παραγωγικότητα αναμένεται να αυξηθεί αυτόματα μετά την φιλελευθεροποίηση. Επίσης δεν αντιμετωπίζει τις διαρθρωτικές στρεβλώσεις στην καρδιά της ευρωζώνης.

2. Η δεύτερη είναι η ριζική μεταρρύθμιση της ευρωζώνης. Μπορεί να περιλάβει μεγαλύτερη δημοσιονομική ελευθερία για τα κράτη μέλη, σημαντικά διευρυμένο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, δημοσιονομική μεταβίβαση πόρων από τους πλούσιους στους φτωχούς, προστασία της απασχόλησης, στήριξη των μισθών και διευρωπαϊκές βιομηχανικές επενδύσεις. Οι αυστηροί κανονισμοί που ισχύουν για την ΕΚΤ μπορεί να γίνουν ηπιότεροι επιτρέποντας την αγορά κρατικών χρεογράφων. Η επιλογή αυτή μπορεί να ονομαστεί το “καλό ευρώ”. Εκτός όμως από τα πολιτικά προβλήματα που καταφανώς θα αντιμετωπίσει, αυτή η στρατηγική πιθανώς να απειλήσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ οδηγώντας σε πτώση της αξίας του. Έτσι θα απειληθεί η ίδια η νομισματική ένωση.

3. Η τρίτη είναι η ριζοσπαστική έξοδος από την ευρωζώνη. Θα ακολουθήσει υποτίμηση, παύση πληρωμών και αναδιάρθρωση του χρέους. Οι τράπεζες θα πρέπει να εθνικοποιηθούν και να επεκταθεί ο δημόσιος έλεγχος σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, μεταφορών, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών. Θα πρέπει να υπάρξει βιομηχανική πολιτική, καθώς και στρατηγικές αύξησης της παραγωγικότητας. Οι υποδομές και οι επενδύσεις περιβαλλοντικής ευαισθησίας θα μπορούσαν να στηρίξουν ανάπτυξη με κοινωνική ισότητα. Αυτή η επιλογή απαιτεί σημαντική μετατόπιση πολιτικής και κοινωνικής ισχύος υπέρ της εργασίας. Για να αποφευχθεί η ροπή προς την εθνική οικονομική αυτάρκεια, οι περιφερειακές χώρες θα πρέπει να διατηρήσουν προσβάσεις στο διεθνές εμπόριο, την τεχνολογία και τις επενδύσεις.

1. Μια πολυδιάστατη κρίση δημοσίου χρέους: η έκθεση συνοπτικά

1.1.Κρίση με βαθιές ρίζες

Η κρίση δημοσίου χρέους που ξέσπασε στην Ελλάδα στα τέλη του 2009 οφείλεται κατά βάση στην επισφαλή ενσωμάτωση των περιφερειακών χωρών στην ευρωζώνη. Οι άμεσες αιτίες της, ωστόσο, βρίσκονται  στην κρίση του 2007-9. Η κερδοσκοπία στον ενυπόθηκο στεγαστικό δανεισμό από αμερικάνικα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και η εμπορία των παράγωγων αξιών που έτσι προέκυψαν από διάφορες διεθνείς τράπεζες δημιούργησαν μια τεράστια φούσκα κατά την περίοδο 2001-7, οδηγώντας σε κρίση και ύφεση. Η κρατική παροχή ρευστότητας και κεφαλαίου την περίοδο 2008-9 διέσωσε τις τράπεζες, ενώ η κρατική δαπάνη εμπόδισε τη χειροτέρευση της ύφεσης. Το αποτέλεσμα όμως στην ευρωζώνη ήταν κρίση δημοσίου χρέους που διογκώθηκε από τις δομικές αδυναμίες της νομισματικής ένωσης.

Εν ολίγοις, η κρίση δημοσίου χρέους αποτελεί τη δεύτερη φάση μιας μεγάλης αναταραχής που ξεκίνησε το 2007 και η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως κρίση χρηματιστικοποίησης. [1] Οι ώριμες οικονομίες έχουν “χρηματιστικοποιηθεί” κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, με κυριότερο χαρακτηριστικό την αύξηση του ειδικού βάρους του χρηματοπιστωτικού τομέα σε σχέση με τον παραγωγικό. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν γίνει λιγότερο εξαρτημένες από τις τράπεζες, καθώς εμπλέκονται άμεσα στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Τα νοικοκυριά συμμετέχουν πλέον ενεργά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα όσον αφορά τα περιουσιακά τους στοιχεία (σύνταξη και ασφάλειες) αλλά και τα δάνειά τους (υποθήκες και ακάλυπτο χρέος). Οι τράπεζες έχουν επίσης αλλάξει χαρακτήρα και αναζητούν κέρδη σε αμοιβές και προμήθειες, αλλά και σε συναλλαγές για ίδιο όφελος, ενώ παράλληλα αναπροσανατολίζουν τις δραστηριότητές προς τα νοικοκυριά και όχι τις επιχειρήσεις. Το χρηματοπιστωτικό κέρδος, τέλος, έχει σταδιακά εξελιχθεί σε μεγάλο μέρος των συνολικών κερδών. [2]

Η χρηματιστικοποίηση όμως ξεδιπλώθηκε με διαφορετικούς τρόπους στις ώριμες οικονομικά χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γερμανία απέφυγε την έκρηξη του χρέους των νοικοκυριών που πρόσφατα παρουσιάστηκε σε άλλες ώριμες οικονομικά χώρες καθώς και σε περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης. Οι επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας ήταν μέτριες για πολλά χρόνια, ενώ έχουν ασκηθεί πολύ μεγάλες πιέσεις σε μισθούς και συμβάσεις των γερμανών εργατών. Κύρια πηγή ανάπτυξης για τη Γερμανία υπήρξε το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της χώρας εντός της ευρωζώνης, και όχι κάποια ιδιαίτερη αύξηση της παραγωγικότητας. Το πλεόνασμα αυτό ανακυκλώθηκε μέσω άμεσων ξένων επενδύσεων και γερμανικών τραπεζικών δανείων σε περιφερειακές και άλλες χώρες.

Οι συνέπειες για την ευρωζώνη υπήρξαν σοβαρές. Η χρηματιστικοποίηση στην περιφέρεια εξελίχθηκε στο πλαίσιο της νομισματικής ένωσης και κάτω από τον κυρίαρχο ίσκιο της Γερμανίας. Οι περιφερειακές οικονομίες απέκτησαν μόνιμα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών. Η ανάπτυξη προήλθε είτε από τη διόγκωση της κατανάλωσης, η οποία χρηματοδοτήθηκε από το αυξανόμενο χρέος των νοικοκυριών, είτε από επενδυτικές φούσκες με κύριο χαρακτηριστικό την κερδοσκοπία ακινήτων. Υπήρξε γενική άνοδος του χρέους, είτε των νοικοκυριών, είτε των επιχειρήσεων. Παράλληλα ασκήθηκε πίεση σε μισθούς και συμβάσεις σε όλη την περιφέρεια, αλλά όχι με την ίδια ένταση όπως στη Γερμανία. Εν συντομία, η ένταξη των περιφερειακών χωρών στην ευρωζώνη αποδείχθηκε επισφαλής, αφήνοντάς τες εκτεθειμένες στην κρίση του 2007-9 και οδηγώντας τελικά σε κρίση δημοσίου χρέους.

1.2. Θεσμική μεροληψία και δυσλειτουργία στην ευρωζώνη

Οι θεσμικοί μηχανισμοί που περιβάλλουν το ευρώ υπήρξαν αναπόσπαστο στοιχείο της κρίσης. Συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση στηρίζεται

…………………….

[1] Η έννοια της χρηματιστικοποίησης έχει εκτενώς αναλυθεί από τη σκοπιά πολιτικής οικονομίας. Για μια χρήσιμη, αλλά όχι πλήρη, ανασκόπηση βλ. van Treeck, T. 2009. The political economy debate on ‘financialization’ – a macroeconomic perspective, Review of International Political Economy, 16: 5, 907-944. Για τις θεωρητικές απόψεις που διέπουν την παρούσα μελέτη βλ. Lapavitsas, C. 2009. Financialised Capitalism: Crisis and Financial Expropriation, Historical Materialism, 17:2, 114-148 and Dos Santos P. 2009. On the Content of Banking in Contemporary Capitalism, Historical Materialism, 17:2, 180-213.

[2] Βλέπε, για παράδειγμα, Krippner, G. 2005. The Financialization of the American Economy. Socio-Economic Review, 3, 173-208, και Dumenil, G. & Levy, D. 2004. The Real and Financial Components of Profitability. Review of Radical Political Economics, 36, 82-110.

 ……………………..

σε πλήθος συνθηκών και διμερών συμφωνιών, στις οποίες περιλαμβάνονται η Συνθήκη του Μάαστριχτ, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και η Στρατηγική της Λισαβόνας. Στηρίζεται επίσης στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία είναι υπεύθυνη για τη νομισματική πολιτική σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Ο συνδυασμός αυτών των θεσμών έχει δημιουργήσει ένα μείγμα νομισματικών, δημοσιονομικών και εργασιακών πολιτικών με πολύ ισχυρές κοινωνικές επιπτώσεις.

Στην ευρωζώνη έχει εφαρμοστεί ενιαία νομισματική πολιτική. Η ΕΚΤ στόχευσε τον πληθωρισμό και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στη σταθεροποίηση της εγχώριας αξίας του χρήματος. Για να επιτύχει αυτόν το στόχο η ΕΚΤ χρησιμοποίησε ως γνώμονα τις συνθήκες που επικρατούν κυρίως στις χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης αντί να συμπεριλαμβάνει όλες τις χώρες εξίσου. Στην πράξη αυτό σήμαινε χαμηλά επιτόκια για όλη την ευρωζώνη. Επιπλέον, η ΕΚΤ λειτούργησε αναποτελεσματικά δεδομένου ότι δεν της επιτράπηκε να αγοράζει και να διαχειρίζεται το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών. Ακόμη, δεν προέβαλε ενεργή αντίσταση στην χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία κατά κρατών-μελών. Απεναντίας, η ΕΚΤ έχει εξελιχθεί σε προστάτη των χρηματοπιστωτικών συμφερόντων και σε εγγυητή της χρηματιστικοποίησης στην ευρωζώνη.

Η δημοσιονομική πολιτική έχει τεθεί υπό τους αυστηρούς περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας, αν και συνεχίζουν να υπάρχουν σημαντικά στοιχεία εθνικής κυριαρχίας για τα κράτη-μέλη. Η δημοσιονομική πειθαρχία έχει ζωτική σημασία για την αποδοχή του ευρώ ως μορφής χρήματος που μπορεί να λειτουργήσει ως διεθνές αποθεματικό, επιτρέποντάς του έτσι να λειτουργεί σαν παγκόσμιο χρήμα. Εφόσον όμως στερείται ενιαίου κράτους και πολιτεύματος, η ευρωζώνη δεν διαθέτει ολοκληρωμένο φορολογικό σύστημα, ούτε μηχανισμούς δημοσιονομικής μεταβίβασης πόρων μεταξύ των περιοχών της. Στην πράξη, οι δημοσιονομικοί κανόνες δεν εφαρμόστηκαν απολύτως αυστηρά στις χώρες του κέντρου και αλλού. Οι χώρες της περιφέρειας προσπάθησαν να συγκαλύψουν τα ελλείμματα των προϋπολογισμών με διάφορους τρόπους. Παρόλα αυτά, επικράτησε δημοσιονομική στενότητα σε ολόκληρη της ευρωζώνη κατά την τελευταία δεκαετία.

Με δεδομένους αυτούς τους περιορισμούς, η εθνική ανταγωνιστικότητα στο εσωτερικό της ευρωζώνης κατέληξε να εξαρτάται από τις συνθήκες εργασίας και τις επιδόσεις των αγορών εργασίας. Από αυτήν τη σκοπιά η πολιτική της ΕΕ υπήρξε ξεκάθαρη. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση ενθάρρυνε μεγαλύτερη ευελιξία στην απασχόληση και επίσης προώθησε τη μερική απασχόληση και την προσωρινή εργασία. Υπήρξε σημαντική πίεση σε μισθούς και συμβάσεις, ένας αγώνας δρόμου προς τα κάτω για όλη την ευρωζώνη. Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής στην πράξη ποίκιλε σημαντικά ανάμεσα στις χώρες της ευρωζώνης, ανάλογα με τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, την οργάνωση των συνδικάτων, καθώς και την κοινωνική και πολιτική ιστορία κάθε χώρας.

Είναι εμφανές ότι οι θεσμοί της ευρωζώνης είναι κάτι παραπάνω από απλές τεχνοκρατικές ρυθμίσεις που στόχο έχουν να στηρίξουν το ευρώ τόσο ως εγχώριο κοινό νόμισμα όσο και ως παγκόσμιο χρήμα. Απεναντίας, οι θεσμοί αυτοί είχαν βαθιές κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Υποστήριξαν τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μειώνοντας τον πληθωρισμό, ενθαρρύνοντας τη φιλελευθεροποίηση και επιτρέποντας τη διάσωση των τραπεζών σε συνθήκες κρίσης. Χειροτέρεψαν επίσης τη θέση της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο. Τέλος, πράγμα καθόλου αμελητέο, διευκόλυναν την κυριαρχία της Γερμανίας στην ευρωζώνη εις βάρος των περιφερειακών χωρών.

1.3. Οι χώρες της περιφέρειας στη σκιά της Γερμανίας

Οι χώρες της περιφέρειας μπήκαν στο ευρώ με γενικά υψηλές συναλλαγματικές ισοτιμίες υποτίθεται για να ελέγξουν τον πληθωρισμό, εκχωρώντας έτσι ένα μέρος της ανταγωνιστικότητάς τους εξαρχής. Δεδομένου ότι η νομισματική πολιτική καθορίζονταν από την ΕΚΤ και η δημοσιονομική πολιτική περιορίζονταν από το Σύμφωνο Σταθερότητας, οι χώρες της περιφέρειας ενθαρρύνθηκαν να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους κυρίως μέσω της πίεσης επί των εργαζομένων τους. Αλλά αντιμετώπισαν δύο σημαντικά προβλήματα. Πρώτον, οι πραγματικοί μισθοί και η κοινωνική πρόνοια είναι σε γενικές γραμμές χειρότεροι στην περιφέρεια από ότι στον πυρήνα της ευρωζώνης. Η προοπτική για περισσότερη ανταγωνιστικότητα μέσω πίεσης επί των εργαζομένων είναι αναλογικά μικρότερη. Δεύτερον, η Γερμανία υπήρξε αδυσώπητη στο αποστράγγιση των δικών της εργαζομένων σε ολόκληρη αυτήν την περίοδο. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η πιο ισχυρή οικονομία της ευρωζώνης είχε τη χαμηλότερη αύξηση ονομαστικού κόστους εργασίας, ενώ οι εργάτες της έχαναν συστηματικά μερίδιο της παραγωγής. Η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση υπήρξε Γολγοθάς για τους Γερμανούς εργάτες.

Με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας αυξήθηκε περαιτέρω μέσα στην ευρωζώνη. Το αποτέλεσμα ήταν ένα διαρθρωτικό πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών για τη Γερμανία, ενώ παράλληλα οι χώρες της περιφέρειας παρουσίασαν αντίστοιχα ελλείμματα. Αυτό το πλεόνασμα ήταν η μόνη πηγή δυναμισμού για τη γερμανική οικονομία καθόλη τη δεκαετία του 2000. Όσον αφορά την παραγωγή, την απασχόληση, την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, την κατανάλωση, κ.λ.π., η γερμανική αποδόσεις ήταν μέτριες. Στον πυρήνα της ευρωζώνης βρίσκεται μια οικονομία που επιτυγχάνει ανάπτυξη μέσω πλεονασμάτων στις τρέχουσες συναλλαγές της, τα οποία δημιουργούνται σε μεγάλο βαθμό από το καθεστώς του ευρώ. Τα γερμανικά πλεονάσματα στο μεταξύ, μεταφράζονταν σε εξαγωγές κεφαλαίων – κυρίως τραπεζικό δανεισμό και άμεσες ξένες επενδύσεις – ο βασικός αποδέκτης των οποίων ήταν η ευρωζώνη, συμπεριλαμβανομένης της περιφέρειας.

Αυτό δε σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι στις χώρες της περιφέρειας απέφυγαν τις πιέσεις σε μισθούς και συμβάσεις. Πράγματι, το μερίδιο της εργασίας στην παραγωγή υποχώρησε σε ολόκληρη την περιφέρεια. Αληθεύει βέβαια ότι η αμοιβή της εργασίας αυξήθηκε με ονομαστικούς και πραγματικούς όρους στην περιφέρεια. Αλλά η παραγωγικότητα αυξήθηκε αρκετά περισσότερο – και γενικά με πιο γρήγορους ρυθμούς από ότι στην Γερμανία. Παρόλα αυτά οι συνθήκες μέσα στην ευρωζώνη δεν ευνόησαν την ταχεία και σταθερή άνοδο της παραγωγικότητας στις χώρες της περιφέρειας —εν μέρει λόγω του μεσαίου επιπέδου τεχνολογίας— με εξαίρεση την Ιρλανδία. Οι χώρες της περιφέρειας έχασαν έτσι σε ανταγωνιστικότητα καθώς η ονομαστική αποζημίωση των γερμανών εργατών παρέμεινε πρακτικά στάσιμη καθόλη την περίοδο αυτή.

Αντιμέτωπες με μια νωθρή αλλά ανταγωνιστική Γερμανία, οι χώρες της περιφέρειας επιδίωξαν στρατηγικές ανάπτυξης που αντανακλούσαν τη δική τους ιστορία, πολιτική κατάσταση και κοινωνική δομή. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία διατήρησαν υψηλά επίπεδα κατανάλωσης, ενώ η Ιρλανδία και η Ισπανία είχαν επενδυτικές εκρήξεις που περιλάμβαναν κερδοσκοπία ακινήτων. Σε όλη την περιφέρεια, το χρέος των νοικοκυριών αυξήθηκε καθώς τα επιτόκια υποχώρησαν. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα αύξησε τη βαρύτητα και την παρουσία του γενικά στην οικονομία. Όμως το 2009-10 έγινε εμφανές ότι αυτές οι στρατηγικές ήταν ανίκανες να φέρουν θετικά αποτελέσματα ανάπτυξης σε μακροπρόθεσμη βάση.

Η ένταξη χωρών της περιφέρειας στην ευρωζώνη είναι επισφαλής και έχει προσφέρει οφέλη στη Γερμανία. Η κρίση δημοσίου χρέους έχει τις ρίζες της σε αυτήν την αντικειμενική πραγματικότητα και όχι σε δημόσιες σπατάλες στις χώρες της περιφέρειας. Όταν η κρίση του 2007-9 χτύπησε την ευρωζώνη, οι διαρθρωτικές αδυναμίες της νομισματικής ένωσης εμφανίστηκαν με βίαιο τρόπο, παίρνοντας την μορφή κρίσης δημοσίου χρέους για την Ελλάδα και ενδεχομένως άλλες περιφερειακές χώρες.

1.4. Η επίδραση της κρίσης του 2007-9 και ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού τομέα

Οι άμεσες αιτίες της κρίσης του 2007-9 βρίσκονται στη φούσκα ενυπόθηκων ακινήτων στις ΗΠΑ, η οποία έγινε παγκόσμια λόγω της τιτλοποίησης δανείων αυξημένου κινδύνου. Οι Ευρωπαϊκές τράπεζες άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας μετά τον Αύγουστο του 2007. Οι γερμανικές τράπεζες συγκεκριμένα ανακάλυψαν ότι ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε προβληματικά χρεόγραφα δανείων αυξημένου κινδύνου. Κατά την πρώτη φάση της κρίσης, οι τράπεζες του πυρήνα της ευρωζώνης συνέχιζαν να δανείζουν εκτεταμένα στην περιφέρεια με την εσφαλμένη πεποίθηση ότι επρόκειτο για ασφαλή διέξοδο δανεισμού. Η καθαρή πιστωτική τους έκθεση στην περιφέρεια αυξήθηκε σημαντικά το 2008.

Αλλά η πραγματικότητα άλλαξε δραματικά για τις τράπεζες καθώς η ρευστότητα γινόταν όλο και πιο δυσεύρετη το 2008, ιδιαίτερα μετά τη «διάσωση» της Bear Sterns στις αρχές του 2008 και την κατάρρευση της Lehman Brothers έξι μήνες αργότερα. Για να διασώσει τις τράπεζες, η ΕΚΤ προχώρησε σε εκτεταμένη παροχή ρευστότητας, δεχόμενη πολλούς και αμφισβητήσιμους τύπους αξιογράφων ως εχέγγυα για την εξασφάλιση του δανεισμού της. Οι πράξεις της ΕΚΤ επέτρεψαν στις τράπεζες να αρχίσουν να επιδιορθώνουν τους ισολογισμούς τους, μέσω απομόχλευσης (deleverage).[1] Προς τα τέλη του 2008 οι τράπεζες ήδη είχαν αρχίσει να μειώνουν το δανεισμό τους κι ως προς την περιφέρεια. Οι τράπεζες επίσης σταμάτησαν να αγοράζουν μακροπρόθεσμους τίτλους προτιμώντας τα βραχυπρόθεσμα εργαλεία, [2] με το βλέμμα στραμμένο στην βελτίωση της ρευστότητας και με τη στήριξη της ΕΚΤ. Το αποτέλεσμα ήταν έλλειψη πιστώσεων και επιταχυνόμενη ύφεση σε όλη την ευρωζώνη, περιλαμβανομένης της περιφέρειας.

Αυτές ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τα κράτη – του κέντρου και της περιφέρειας της ευρωζώνης, αλλά επίσης η Βρετανία και άλλα – άρχισαν να ψάχνουν για πρόσθετα δανειακά κονδύλια στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Βασικός λόγος για την αύξηση του κρατικού δανεισμού ήταν η πτώση των δημοσίων εσόδων καθώς η ύφεση μείωσε τα έσοδα από τη φορολογία. Οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν επίσης σε αρκετές χώρες μετά το 2007 καθώς η διάσωση των τραπεζών αποδείχτηκε δαπανηρή, και σε μικρότερο βαθμό καθώς τα κράτη επιχείρησαν να στηρίξουν τη συνολική ζήτηση. Ο επιταχυνόμενος δημόσιος δανεισμός το 2009 επιβλήθηκε από την κρίση, και συνεπώς από τις προηγούμενες κερδοσκοπικές δραστηριότητες του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Από αυτή τη σκοπιά, το ελληνικό κράτος απλώς ακολούθησε το παράδειγμα αρκετών άλλων, περιλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Βρετανίας.

Στις συνθήκες που επικράτησαν στις χρηματοπιστωτικές αγορές το 2009, με τις τράπεζες να διστάζουν να δανείσουν, η αυξανόμενη προσφορά κρατικών αξιογράφων άσκησε ανοδική πίεση στις αποδόσεις. Έτσι οι κερδοσκόποι βρήκαν ευνοϊκό περιβάλλον για τις δραστηριότητές τους. Στο παρελθόν, παρόμοιες πιέσεις εντός των χρηματοπιστωτικών αγορών θα είχαν

οδηγήσει σε κερδοσκοπικές επιθέσεις κατά νομισμάτων και σε κατάρρευση των συναλλαγματικών ισοτιμιών των μεγάλων χρεωστών. Αλλά αυτό ήταν προφανώς αδύνατο μέσα στην ευρωζώνη, και συνεπώς οι κερδοσκοπικές πιέσεις εμφανίστηκαν ως πτώση των τιμών του δημοσίου χρέους.

Το ελληνικό δημόσιο χρέος τράβηξε την προσοχή των κερδοσκόπων εξαιτίας των μεγάλων και παρατεταμένων ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας, καθώς επίσης και λόγω του μικρού μεγέθους της αγοράς ελληνικών κρατικών ομολόγων. Η ελληνική κυβέρνηση είχε επίσης απωλέσει την αξιοπιστία της λόγω συστηματικών αλλοιώσεων των εθνικών στατιστικών με σκοπό την εικονική μείωση του μεγέθους των ελλειμμάτων. Αλλά η ευρύτερη σημασία της ελληνικής κρίσης δεν οφείλονταν στη εγγενή σπουδαιότητα της χώρας. Η Ελλάδα ίσως να αντιπροσώπευε την αρχή κερδοσκοπικών επιθέσεων εναντίον άλλων περιφερειακών χωρών –ακόμα και χωρών εκτός ευρωζώνης, όπως η Βρετανία– οι οποίες αντιμετώπιζαν εκτεταμένο δημόσιο χρέος.

Η ελληνική κρίση, επομένως, είναι σύμπτωμα μιας πιο γενικευμένης ασθένειας. Είναι εντυπωσιακό πόσο αναποτελεσματικοί υπήρξαν οι θεσμοί της ευρωζώνης σε αυτές τις συνθήκες, και πάνω από όλα η κεντρική τράπεζα. Για την ΕΚΤ οι ιδιωτικές τράπεζες ήταν εμφανώς «πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν» το 2007-9, δικαιολογώντας εξαιρετική παροχή ρευστότητας. Αλλά δεν υπήρξε παρόμοια ευαισθησία της ΕΚΤ προς τα κράτη της περιφέρειας όταν αυτά βρέθηκαν σε δεινή θέση. Ούτε και είχε ιδιαίτερη σημασία για την ΕΚΤ ότι τα προβλήματα δημοσίου χρέους προέρχονταν εν πολλοίς από την ίδια την κρίση, καθώς και από τις ενέργειες της ΕΚΤ για την παροχή εξαιρετικής ρευστότητας στις τράπεζες.

Είναι βέβαιο ότι η ΕΚΤ περιορίστηκε από το ίδιο το καταστατικό της το οποίο της απαγορεύει να αποκτήσει ευθέως δημόσιο χρέος. Αλλά αυτό είναι μια ακόμα απόδειξη του κακοσχεδιασμένου και μεροληπτικού χαρακτήρα της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Μια κεντρική τράπεζα που θα λειτουργούσε αποτελεσματικά δεν θα είχε καθήσει με σταυρωμένα χέρια να παρακολουθεί τους κερδοσκόπους να παίζουν αποσταθεροποιητικά παιχνίδια στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να θέσει την επινοητικότητά της σε λειτουργία, κάτι που έπραξε ασμένως η ΕΚΤ όταν οι ιδιωτικές τράπεζες χρειάστηκαν ρευστότητα εσπευσμένα την περίοδο 2007-9. Και ούτε θα αποφάσιζε τι είδους αξιόγραφα θα δεχόταν ως εχέγγυο με κριτήριο τις αξιολογήσεις αναξιόπιστων ιδιωτικών οργανισμών οι οποίοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη φούσκα της περιόδου 2001-7.

……………………..

[1] Απομόχλευση ονομάστηκε η μείωση της σχέσης ξένων προς ίδια κεφάλαια. Σχέση που σε αρκετές τράπεζες έφτασε σε απίθανα ύψη τα τελευταία χρόνια. Την απομόχλευση αυτήν επιβάλλει στους ισολογισμούς των τραπεζών η συσσώρευση ζημιών από τη διάρρηξη της φούσκας των ακινήτων, η οποία έφερε στην επιφάνεια την πιστωτική φούσκα των τιτλοποιήσεων, καθώς και τα προβλήματα που δημιούργησε η έλευση της ύφεσης σε άλλα δάνεια (καταναλωτικά, εταιρικά, αυτοκινήτων κ.λπ.) τα οποία επίσης έχουν τιτλοποιηθεί. (Σ.τ.Μ.)

[2] Επιταγές, συναλλαγματικές, φορτωτικές, ενέγγυες πιστώσεις, εγγυητικές επιστολές, κ.λπ. (Σ.τ.Μ.

……………………….

1.5. Επιλογές πολιτικής για τις χώρες της περιφέρειας

Η κρίση είναι τόσο βαθιά που δεν υπάρχουν ούτε εύκολες λύσεις, ούτε εύκολοι συμβιβασμοί για τις χώρες της περιφέρειας. Οι επιλογές είναι σκληρές, παρόμοιες με αυτές των αναπτυσσόμενων χωρών που ήρθαν αντιμέτωπες με τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις των τριών τελευταίων δεκαετιών.

Η πρώτη εναλλακτική λύση είναι η υιοθέτηση λιτότητας με περικοπή μισθών, μείωση των δημοσίων δαπανών και αύξηση των φόρων, με την ελπίδα να μειωθούν οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου. Η λιτότητα πιθανώς θα πρέπει να συνοδεύεται από βοηθητικά δάνεια, ή εγγυήσεις από τις χώρες του κέντρου ώστε να μειωθούν τα εμπορικά χρεωστικά επιτόκια. Είναι πιθανόν επίσης ότι θα υπάρξουν «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», οι οποίες θα περιλαμβάνουν παραπέρα ευελιξία στην αγορά εργασίας, χειρότερες συνθήκες συνταξιοδότησης, ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων που έχουν απομείνει, ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, κ.ο.κ. Ως στόχος μιας τέτοιας φιλελευθεροποίησης θα εμφανίζεται η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας, και συνεπώς η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Η λιτότητα είναι η προτιμώμενη επιλογή των κυρίαρχων ελίτ στις χώρες της περιφέρειας και του κέντρου, δεδομένου ότι μετατοπίζει το βάρος της προσαρμογής στους εργαζόμενους. Υπάρχουν όμως αρκετοί αστάθμητοι παράγοντες. Ο πρώτος είναι η αντίθεση των εργαζομένων στη λιτότητα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνική αναταραχή. Επιπλέον, η ευρωζώνη δεν διαθέτει πάγιους μηχανισμούς είτε για την παροχή βοηθητικών δανείων, είτε για την ουσιαστική επιβολή λιτότητας στις χώρες της περιφέρειας. Υπάρχουν επίσης ισχυρές πολιτικές αντιδράσεις μέσα στις χώρες του πυρήνα όσον αφορά τη διάσωση άλλων χωρών της ευρωζώνης. Από την άλλη μεριά, η επιλογή του εξαναγκασμού μιας περιφερειακής χώρας να προσφύγει στο ΔΝΤ θα ήταν ζημιογόνα για όλη την ευρωζώνη συνολικά.

Παρ΄όλους όμως τους νομικούς περιορισμούς, δεν είναι καθόλου αδύνατον για την ΕΕ να εξεύρει τρόπους για να παράσχει βοηθητικά δάνεια, ενώ παράλληλα θα προωθεί και την επιβολή λιτότητας μέσω πολιτικών πιέσεων. Το πραγματικό πρόβλημα με την στρατηγική αυτή δεν είναι οι θεσμικοί μηχανισμοί της ευρωζώνης. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται μάλλον στο ότι αυτή η στρατηγική πιθανώς θα οδηγήσει σε εκτεταμένη ύφεση στις χώρες της περιφέρειας καθιστώντας ακόμα δυσκολότερη την επίτευξη των στόχων του δημοσίου δανεισμού. Η φτώχεια, η ανισότητα και οι κοινωνικές διακρίσεις θα αυξηθούν σημαντικά. Ακόμα χειρότερα, οι προοπτικές μακροπρόθεσμης ανόδου της παραγωγικότητας μέσω της φιλελευθεροποίησης είναι ελάχιστες. Η άνοδος της παραγωγικότητας απαιτεί επενδύσεις και νέες τεχνολογίες, τις οποίες δεν πρόκειται να παράσχουν από μόνες τους οι απελευθερωμένες αγορές.

Οι χώρες της περιφέρειας θα βρίσκονταν πιθανώς εγκλωβισμένες σε μια άνιση ανταγωνιστική πάλη ενάντια στην Γερμανία, της οποίας οι εργαζόμενοι θα συνέχιζαν να πιέζονται σοβαρά. Η προσπάθεια να παραμείνουν εντός της ευρωζώνης υιοθετώντας μέτρα λιτότητας και φιλελευθεροποίησης θα οδηγούσε σε παρατεταμένη πτώση των πραγματικών μισθών με την μάταιη ελπίδα αναστροφής των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε σχέση με τη Γερμανία. Η ευρωζώνη στο σύνολό της, εν τω μεταξύ, θα συνέχιζε να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πιο αδύναμη παγκόσμια οικονομία λόγω της κρίσης του 2007-9. Πρόκειται για εφιαλτική προοπτική για τους εργαζόμενους στην περιφέρεια, και για διόλου ανθόσπαρτη προοπτική για τους γερμανούς εργάτες.

Η άλλη εναλλακτική λύση είναι η μεταρρύθμιση της ευρωζώνης. Υπάρχει σχεδόν καθολική συμφωνία πως η ενιαία νομισματική πολιτική και η κατακερματισμένη δημοσιονομική πολιτική αποτελούν δυσλειτουργικό μείγμα. Είναι επίσης ευρεία η κριτική κατά της ΕΚΤ για τον τρόπο που παρέσχε άφθονη ρευστότητα στις τράπεζες, ενώ κράτησε αποστάσεις από τα δανειζόμενα κράτη, φτάνοντας μάλιστα και στο σημείο να αγνοεί κερδοσκοπικές επιθέσεις. Μια σειρά μεταρρυθμίσεων που δεν θα άγγιζαν τον πυρήνα της Συνθήκης του Μάαστριχτ, του Συμφώνου Σταθερότητας και της ατζέντας της Λισαβόνας θα ήταν κάλλιστα δυνατές. Ο στόχος θα ήταν να επιτευχθεί ομαλότερη σύζευξη νομισματικών και δημοσιονομικών πολιτικών, ενώ παράλληλα θα διατηρούνταν το υφιστάμενο συντηρητικό πνεύμα της ευρωζώνης.

Τέτοιες μεταρρυθμίσεις θα είχαν ελάχιστη ελκυστικότητα για τους εργαζομένους, και ούτε θα αντιμετώπιζαν πραγματικά τις διαρθρωτικές ανισορροπίες στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Ως εκ τούτου, έχουν ακουστεί αιτήματα για πιο δραστικές μεταρρυθμίσεις, περιλαμβανομένης της κατάργησης του Συμφώνου Σταθερότητας και της τροποποίησης του καταστατικού της ΕΚΤ ώστε να μπορεί να δανείζει κανονικά στα κράτη-μέλη. Ο στόχος τέτοιων μεταρρυθμίσεων θα ήταν να διατηρηθεί η νομισματική ένωση, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα «καλό ευρώ» που θα ήταν προς όφελος των εργαζομένων. Η στρατηγική του «καλού ευρώ» θα περιελάμβανε σημαντική διεύρυνση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού ώστε να επιτευχθούν δημοσιονομικές μεταβιβάσεις πόρων από τις πλούσιες στις φτωχές χώρες. Θα υπήρχε ενεργητική στρατηγική επενδύσεων σε ευρωπαϊκό πλαίσιο ώστε να στηριχθούν νέες οικονομικές δραστηριότητες. Θα υπήρχε επίσης πολιτική ελάχιστου εγγυημένου μισθού, μειώνοντας τις διαφορές στην ανταγωνιστικότητα καθώς και τις ανισότητες σε ολόκληρη την ευρωζώνη.

Η στρατηγική του «καλού ευρώ», παρότι φαίνεται ελκυστική, θα αντιμετώπιζε δύο μείζονα προβλήματα.  Το πρώτο είναι ότι η ευρωζώνη στερείται ενιαίου κράτους. Δεν υπάρχει, επιπλέον, προοπτική να αποκτήσει ενιαίο κράτος στο άμεσο μέλλον, και οπωσδήποτε όχι κράτος με τα απαραίτητα προοδευτικά χαρακτηριστικά. Οι υπάρχοντες μηχανισμοί της ευρωζώνης είναι εντελώς ακατάλληλοι για τέτοιους σκοπούς. Η στρατηγική του ‘καλού ευρώ’, συνεπώς, θα αντιμετώπιζε διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στους φιλόδοξους πανευρωπαϊκούς της στόχους, από τη μια, και στην απουσία κρατικών μηχανισμών που θα μπορούσαν να  κάνουν αυτούς τους στόχους πραγματικότητα, από την άλλη.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η στρατηγική του «καλού ευρώ» θα ερχόταν σε αντίθεση με τον υποτιθέμενο ρόλο του ευρώ ως παγκοσμίου χρήματος. Αν χαλάρωνε η δημοσιονομική πειθαρχία ανάμεσα στα κράτη μέλη, θα υπήρχε κίνδυνος να καταρρεύσει η αξία του ευρώ στις διεθνείς αγορές. Σε τέτοια περίπτωση, το λιγότερο που θα μπορούσε να συμβεί θα ήταν να δυσκολευτούν πολύ οι διεθνείς λειτουργίες των ευρωπαϊκών τραπεζών Ο διεθνής ρόλος του ευρώ, ο οποίος υπήρξε ζωτικής σημασίας για το εγχείρημα από την αρχή, θα αντιμετώπιζε σοβαρή πίεση. Συνεπώς δεν είναι ξεκάθαρο ότι η στρατηγική του «καλού ευρώ» είναι συμβατή με τη νομισματική ένωση. Υπό το πρίσμα αυτό, το «καλό ευρώ» θα μπορούσε να κατέληγε στο «μη ευρώ». Οσοι υποστηρίζουν τη στρατηγική του «καλού ευρώ» θα πρέπει να γνωρίζουν τις πιθανές επιπτώσεις, δηλαδή το ενδεχόμενο να οδηγήσει σε κατάρρευση της νομισματικής ένωσης. Τα θεσμικά, πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα που προβάλλουν θα πρέπει να λάβουν την ανάλογη μορφή.

Η τρίτη εναλλακτική λύση είναι η έξοδος από την ευρωζώνη. Ακόμα και εδώ όμως, υπάρχουν επιλογές. Υπάρχει η «συντηρητική έξοδος», η οποία συζητείται εκτενώς στον άγγλοσαξονικό τύπο, και η οποία θα αποσκοπούσε στην υποτίμηση. Μέρος από την πίεση της προσαρμογής θα μεταφερόταν στη διεθνή σφαίρα, και οι εξαγωγές θα αναθερμαίνονταν. Αλλά θα υπήρχαν επίσης απώλειες για αυτούς που πρέπει να εξυπηρετήσουν χρέος στο εξωτερικό, περιλαμβανομένων των τραπεζών. Οι εργαζόμενοι θα έβλεπαν τους μισθούς τους να μειώνονται καθώς θα αυξάνονταν οι τιμές των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών. Μια τέτοια υποτίμηση θα συνοδευόταν πιθανότατα από λιτότητα και απελευθέρωση των αγορών, επιδεινώνοντας την πίεση επί των εργαζομένων.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες μακροπρόθεσμη βελτίωση της παραγωγικότητας θα προέκυπτε μόνον αν οι δυνάμεις της αγοράς άρχιζαν αυθόρμητα να αναπτύσσουν νέο δυναμικό στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών. Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο για τις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης, οι οποίες έχουν μέτρια τεχνολογία και μέτριους πραγματικούς μισθούς. Να σημειωθεί επίσης ότι οι κυρίαρχες ελίτ των χωρών της περιφέρειας έχουν πλήρη γνώση αυτών των δυσκολιών, καθώς επίσης και της δικής τους αδυναμίας να τις αντιμετωπίσουν. Εμμέσως παραδέχονται ότι δεν διαθέτουν ούτε τα μέσα ούτε τη θέληση να ακολουθήσουν ανεξάρτητη πορεία. Κατά συνέπεια, η συντηρητική έξοδος μπορεί να οδηγήσει σε στασιμότητα με επανειλημμένες υποτιμήσεις και μείωση εισοδημάτων.

Τέλος υπάρχει και η «προοδευτική έξοδος» από την ευρωζώνη, η οποία θα απαιτούσε μεταβολή οικονομικής και κοινωνικής ισχύος προς όφελος των εργαζομένων στις χώρες της περιφέρειας. Θα υπήρχε υποτίμηση συνοδευόμενη από παύση πληρωμών και αναδιάρθρωση του χρέους. Για την αποφυγή κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα χρειάζονταν ευρεία εθνικοποίηση των τραπεζών, με παράλληλη δημιουργία συστήματος δημοσίων τραπεζών. Θα χρειάζονταν, επίσης, να επιβληθούν έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων προκειμένου να αποτραπούν διαρροές στο εξωτερικό. Για να προστατευτεί η παραγωγή και η απασχόληση, τέλος, θα ήταν απαραίτητο να επεκταθεί η δημόσια ιδιοκτησία και σε σημαντικούς τομείς της οικονομίας, περιλαμβανομένης της κοινής ωφέλειας, των μεταφορών και της ενέργειας.

Σε αυτή τη βάση, θα ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί βιομηχανική πολιτική που θα μπορούσε να συνδυάζει τους δημόσιους πόρους με την δημόσια πίστωση. Ευρείς τομείς της εθνικής οικονομίας είναι πρόσφοροι για δημόσιες επενδύσεις, περιλαμβανομένων των υποδομών. Υπάρχουν ευκαιρίες να αναπτυχθούν νέα πεδία δραστηριότητας στην «πράσινη» οικονομία. Η ανάπτυξη των επενδύσεων θα παρείχε τη βάση για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, η οποία αποτελεί επί μακρόν την αχίλλειο πτέρνα των χωρών της περιφέρειας. Θα μπορούσε έτσι να αρχίσει η αντιστροφή της χρηματιστικοποίησης, ελαττώνοντας το σχετικό βάρος του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Ριζική αλλαγή αυτού του τύπο θα απαιτούσε μετασχηματισμό του κράτους με εγκαθίδρυση μηχανισμών διαφάνειας και υπευθυνότητας. Οι πληρωμές φόρων και οι μεταβιβαστικές πληρωμές του κράτους θα έπαιρναν τότε διαφορετική μορφή. Η φορολογική βάση θα διευρύνονταν περιορίζοντας την φοροδιαφυγή τόσο των πλουσίων όσο και του κεφαλαίου. Η δημόσια παροχή υγείας και εκπαίδευσης θα βελτιώνονταν σταδιακά, όπως και οι πολιτικές αναδιανομής με σκοπό να μετριασθούν οι μεγάλες ανισότητες στις χώρες της περιφέρειας.

Η στρατηγική προοδευτικής εξόδου για τις χώρες της περιφέρειας θα είχε βεβαίως εμφανείς κινδύνους και κόστος. Οι ευρείες πολιτικές συμμαχίες που είναι αναγκαίες για να στηρίξουν μια τέτοια στροφή δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή. Παρεμπιπτόντως, αυτό δεν οφείλεται υποχρεωτικά σε έλλειψη λαϊκής υποστήριξης για δραστική αλλαγή. Το πιο σημαντικό είναι ότι καμιά αξιόπιστη πολιτική δύναμη στην Ευρώπη δεν ήταν αρκετά τολμηρή ώστε να πει όχι στη λιτότητα μέχρι τώρα. Πέρα όμως από πολιτικές δυσκολίες, ένα ακόμη μείζον πρόβλημα για την προοδευτική έξοδο θα ήταν να αποφύγει τη μετατροπή της σε πολιτική εθνικής αυτάρκειας. Οι χώρες της περιφέρειας είναι συχνά μικρές και είναι απαραίτητο να διατηρήσουν τις προσβάσεις τους στο διεθνές εμπόριο και στις επενδύσεις, ιδιαίτερα μέσα στην Ευρώπη. Έχουν επίσης ανάγκη από μεταφορά τεχνολογίας.

Διεθνείς συμμαχίες και υποστήριξη θα ήταν αναγκαίες προκειμένου να διατηρηθούν οι ροές εμπορίου, δεξιοτήτων και επενδύσεων. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύκολο να εξασφαλιστεί αν η υπόλοιπη Ευρώπη παρέμενε κάτω από τα δεσμά της νομισματικής ένωσης. Αλλά πρέπει να τονιστεί ότι η προοδευτική έξοδος των χωρών της περιφέρειας θα πρόσφερε νέες προοπτικές και στις χώρες του κέντρου της ευρωζώνης, ιδιαίτερα στους εργαζόμενους που έχουν υποφέρει όλη αυτήν την περίοδο. Η προϊούσα διάλυση της ευρωζώνης θα μπορούσε να θέσει τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ κέντρου και περιφέρειας σε ευρύτερη βάση συνεργασίας.

1.6. Η δομή της παρούσας μελέτης

Η μελέτη εστιάζει στις χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, και κυρίως στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιρλανδία. Όταν είναι απαραίτητο, εξετάζονται επίσης τα ιταλικά στοιχεία και οικονομικές επιδόσεις, παρόλο που η Ιταλία δεν είναι επ’ ουδενί τρόπω χώρα της περιφέρειας της ΕΕ. Το κέντρο της ευρωζώνης θεωρείται ότι αποτελείται από τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία. [1] Οι συγκρίσεις γίνονται συνήθως με τη Γερμανία, την κυρίαρχη χώρα του κέντρου, όπως και με την ΕΕ ως σύνολο. Η υιοθέτηση του ευρώ το 1999 – και 2001 για την Ελλάδα – παρέχει φυσικό σημείο αναφοράς για όλες τις συγκρίσεις. Κάθε χώρα έχει τη δική της ξεχωριστή θεσμική, κοινωνική και ιστορική τροχιά, και γι’ αυτό όλες οι γενικεύσεις είναι αρκετά βεβιασμένες. Αλλά υπάρχουν και εμφανείς ομοιότητες που απορρέουν σε μεγάλο βαθμό από τις παγκόσμιες διαδικασίες οικονομικής ανάπτυξης των τελευταίων χρόνων, καθώς και από τον χαρακτήρα της ΕΕ και της ευρωζώνης.

Με αυτό το σκεπτικό, το δεύτερο μέρος της μελέτης αφιερώνεται στις μακροοικονομικές επιδόσεις των χωρών της περιφέρειας συγκριτικά με τη Γερμανία. Το τρίτο μέρος εστιάζει στις αγορές εργασίας, στην αμοιβή της εργασίας και στους τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας. Το τέταρτο μέρος  πραγματεύεται τις διεθνείς συναλλαγές, ιδιαίτερα μέσα στην ευρωζώνη. Σε αυτή τη βάση, το πέμπτο μέρος ερευνά την εξέλιξη των δημοσίων οικονομικών και τη διεύρυνση του δημοσίου χρέους μετά το 2007. Το έκτο μέρος θέτει τη διεύρυνση του δημοσίου χρέους στο πλαίσιο των πράξεων και των αποτελεσμάτων του χρηματοπιστωτικού τομέα μετά την κρίση του 2007-9. Το έβδομο μέρος καταλήγει εξετάζοντας τις υπάρχουσες εναλλακτικές λύσεις για τις χώρες της περιφέρειας.

………………………………………………..

[1] Προφανώς, η ΕΕ έχει επίσης κεντροευωπαϊκή και ανατολικοευρωπαϊκή περιφέρεια, συμπεριλαμβανομένων της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Πολωνίας, των χωρών της Βαλτικής, της Ουγγαρίας, κοκ. Πρόκειται για σημαντικό τμήμα της οικονομίας της ΕΕ, ιδιαίτερα καθώς η παραγωγή συνεχώς μεταφέρεται μακριά από τον πυρήνα, κυρίως την Γερμανία. Αλλά αυτές οι χώρες δεν είναι μέλη της ευρωζώνης, και έτσι έμειναν εκτός της παρούσας ανάλυσης. Παρόλα αυτά, η κρίση του 2007-9 χτύπησε πρώτα την κεντρική και την ανατολική περιφέρεια, αναγκάζοντας αρκετές χώρες να υιοθετήσουν προγράμματα του ΔΝΤ τα οποία επέφεραν αυστηρή λιτότητα. Το έναυσμα ήταν το αυξανόμενο χρέος που σχετίζονταν με τις ελεύθερες ροές κεφαλαίου. Από αυτήν τη σκοπιά, υπάρχουν ομοιότητες με τις κρίσεις δημοσίου χρέους στην περιφέρεια της ευρωζώνης.

Συνεχίζεται…

Πηγή : contramee