Τη μέρα που άλλος ένας ακόμα “καλλιτέχνης του λαού”, ο Γιάννης Πλούταρχος με συνεντεύξη του στο “Πρώτο Θέμα” αποκάλυπτε τα κρυφοφιλοναζιστικά του ενδιαφέροντα προσφέρωντας στο πιάτο το άλλοθι της μαλακίας όσων ψήφισαν και στηρίζουν τους φασίστες, είπαμε να ασχοληθούμε με πραγματικούς μουσικούς βλέπωντας ένα έξοχο άρθρο του Μαζεστίξ στο blog Toίχο-τοίχο


RayManzarekray1Πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή ένας σπουδαίος καλλιτέχνης της παγκόσμιας μουσικής σκηνής, ο Πολωνός Ray Manzarek.Ποιος ήταν αυτός; Ήταν ο κιμπορντίστας των Doors, ενορχηστρωτής τους και συνθέτης των μισών περίπου τραγουδιών τους.

Δεν έτυχε ποτέ αναγνώρισης ανάλογης με του φίλου του, Τζιμ Μόρρισσον.Κάτι η… αντικαλλιτεχνική του φάτσα για ροκ καλλιτέχνη;Ποιος εν βρασμώ έφηβος θα ταυτιζόταν μέ έναν τύπο που ακόμη και την εποχή των παιδιών των λουλουδιών κυκλοφορούσε με μαλλί μεσαίου μήκους, ψιλοξυρισμένος και με κάτι γυαλαμπούκες σαν του… “κυρίου Φλωρά”;

Κάτι η τρέλα του Μόρρισσον που στις συναυλίες και στις τηλεοπτικές μφανίσεις του συγκροτήματος σόκαρε ακόμη και τους πιο ανεκτικούς;

Ναι, ισχύουν μάλλον τα παραπάνω, αλλά ακόμη περισσότερο ισχύει κάτι άλλο. Κάθε ανατρεπτικός καλλιτέχνης που πεθαίνει νέος, πάνω στην ακμή του, πάνω στην κορύφωσή του, είναι άτυχος ως άνθρωπος, μα τυχερός ως καλλιτέχνης. Δεν υπάρχει σιγουρότερος δρόμος προς την αιώνια δόξα από το δρόμο του πρόωρου τραγικού χαμού.Ο Μόρρισσον με τον θάνατό του, πήρε μαζί του όλη την αύρα των θρυλικών Doors και άφησε γυμνούς τους τρεις συν-doors-ίτες που έμειναν πίσω.

Απ’ το 1971 ο Μόρρισσον έγινε θεός και αυτοί απέμειναν αιώνια θνητοί. Ο θάνατος λυτρώνει τον ήρωα, τον πολεμιστή, τον επαναστάτη, τον καλλιτέχνη.Η ζωή τον εκφυλίζει. Κι έτσι, όσοι απομείνουν στη ζωή, αντιμετωπίζονται ως μικροί μπροστά στο ανίκητο μεγαλείο του αποθανόντος. Είναι δίκαιο όμως από τους Doors να θυμάται κανείς μόνο τον Μόρρισσον;

Δε λέω, πράγματι υπήρξε ένα υπέρλαμπρο αστέρι. Η βαριά του φωνή, οι άλλοτε ερωτιάρικοι κι άλλοτε σκοτεινοί στίχοι του έμοιαζαν να προέρχονται κατευθείαν από τα αναμμένα καζάνια της κολάσεως. Ένας καταραμένος ποητής και συνάμα εμβηλματικός show-man.

Είναι όμως οι Doors που αγαπήσαμε μόνον αυτό;Συχνά οι στίχοι του Μόρρισσον μοιάζουν παιδικοί. Τι θα ήταν άλλωστε το “Roadhouse blues” αν δεν είχε σπουδαία μουσική; Ποιον θα συγκινούσε, ποιον θα ξεσήκωνε ένα τραγούδι που στο κουπλέ του λέει…:

“σηκώθηκα το πρωί και πήρα μια μπύρα
το μέλλον είναι αβέβαιο και το τέλος πάντα κοντά”

Με την πρώτη (τη δεύτερη και την τρίτη) ματιά ο στίχος αυτός φαίνεται ασυνάρτητος. Και φυσικά είναι.

Αν οι συν-doors-ίτες δεν έγραφαν μια σπουδαία μουσική, δεν το ενορχήστρωναν κατάλληλα και δεν του έδιναν το χρώμα, το ρυθμό και το ύφος που έχει, πιστέψτε με, θα το θεωρούσαμε -δικαίως- εφάμιλλο τραγουδιού της Βανδή.

Αντίστοιχα, πολλά άλλα τραγούδια των Doors υστερούν στο στίχο αλλά καλπάζουν χάρη στην ευρηματική μουσική τους. Ή μάλλον, χάρη στο ιδιοφυές ταίριασμα στίχων και ήχων.Ταίριασμα στο οποίο οεφίλεται το μεγαλείο ενός τραγουδιού.

Ένα καλό τραγούδι άλλωστε δεν είναι μια καλή μουσική κι ένας καλός στίχος που μπαίνουν πλάι πλάι, αλλά το καλύτερο δυνατό ταίριασμα της μουσικής και του στίχου. Μπορεί και τα δύο να είναι μέτρια, αν τα εξετάσει κανείς αυτόνομα, αλλά μαζί να δίνουν ένα τραγούδι-αριστούργημα.

Αλλά τα φώτα είναι εκτυφλωτικά συνήθως και δείχνουν μόνο τον έναν, το λαμπρό αστέρι. Πίσω απ’ αυτό όμως συχνά κρύβονται διαμάντια.
Αν δεν ρίξεις φως στα διαμάντια δε φαίνεται πόσο πολύ αστράφτουν.Είτε τους ρίξεις είτε δεν τους ρίξεις φως πάντως, παραμένουν δυνάμει αστραφτερά.

Ένα τέτοιο διαμάντι ήταν και ο Μανζάρεκ.

Μια ιδιοφυία στα πλήκτρα. Σπουδαίος μελωδός, άλλοτε μπλουζάς και άλλοτε μπαρόκ. Άλλοτε με ψυχεδελικό hammond και άλλοτε με κλασικό πιάνο. Οι ήχοι του αλλόκοτοι, απόκοσμοι, μα και ξεσηκωτικοί.

Τα σόλο του, ακόμα κι αυτά που διαρκούν πολύ (βλ. Light my fire) δε σε αφήνουν ποτέ να βαρεθείς. Τόσο που θες να ξανακούσεις και να ξανακούσεις τους υπέροχους ήχους του. Μαζί με τον κιθαρίστα Κρίγκερ αποτέλεσαν τη δίδυμη αιτία που σαρανταπέντε χρόνια μετά ακόμη γουστάρουμε τους Doors.Τώρα που έφυγε και έπεσαν κάποια λίγα φώτα επάνω του, ίσως αστράψει λίγο το διαμάντι του.

Μια ζωή το περίμενε.

Ακριβώς όμως μια ζωή.