press-freedom

Στις 3 Μαΐου ήταν η παγκόσμια μέρα της ανεξαρτησία του Τύπου και για μία ακόμη φορά θυμηθήκαμε ότι η Ελλάδα είναι μία τυπική “μερικώς ελεύθερη χώρα” με μία “εν μέρει ελευθεροτυπία”.

Σε σύνολο 197 χωρών η Ελλάδα βρίσκεται στην 84η θέση ελευθερίας του Τύπου, γεγονός που επέφερε την αλλαγή της αξιολόγησής της. Πάνω από την Ελλάδα βρίσκονται διάφορες μοναρχίες του κόσμου, τις οποίες όμως δεν αξίζει να αναφέρουμε γιατί εκείνες θεωρούνται μπανανίες ενώ εμείς ανήκομεν εις την δύσιν.

Τις πρώτες θέσεις καταλαμβάνουν αρκετές σκανδιναβικές χώρες, κάτι το οποίο είναι απόλυτα φυσιολογικό αν αναλογιστεί κανείς ότι η δική τους πολιτική και οικονομική ελίτ τα έχει καλά με τους πολίτες της και ξεσκίζει μόνο τους ξένους. Εκτός κι αν μπορεί να βγει και να πει κανείς κακές κουβέντες για την Νόκια, την ΙΚΕΑ ή τα εγκλήματα των ντόπιων πετρελαιάδων και να κρατήσει τη θεσούλα του.

Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι οι χώρες με τη μεγαλύτερη διαφθορά βρίσκονται στον πάτο της κατάταξης της ελευθερίας του Τύπου, κάτι που στην περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί μία τεράστια παρεξήγηση: της ανελευθερίας του Τύπου προηγήθηκε η ανυπαρξία δικαιοσύνης.

Όσο περνούν τα χρόνια κάθε χώρα έχει και τα δικά της προβλήματα με την ανεξαρτησία του τύπου. Γι’ αυτό και πολλές φορές βλέπουμε τους Γερμανούς να γράφουν για ισπανικά σκάνδαλα, του Ισπανούς για Γερμανικά, τους Άγγλους για ελληνικά και τους Έλληνες να ενημερώνονται για το τι συμβαίνει στη χώρα τους από την Ντόιτσε Βέλλε.

Όσο κλιμακώνεται η λιτότητα και η οικονομική κρίση, όλο και περισσότερες χώρες θα πέφτουν στην κατάταξη της ελευθεροτυπίας. Γεγονός που πολύ σύντομα θα οδηγήσει όλους μας στην ίδια θέση με τα κράτη της υποσαχάριας Αφρικής και της νοτιοανατολικής Ασίας· κάτι που φαίνεται ήδη από τα επίπεδα εμπιστοσύνης των Ευρωπαίων στα δικά τους μέσα ενημέρωσης.

Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ δεν είναι ανεξάρτητα από την πρώτη μέρα που δημιουργήθηκαν. Τα ιδιωτικά κανάλια λειτουργούν εδώ και 20 χρόνια με προσωρινές άδειες, η δημόσια τηλεόραση αποτελεί κρησφύγετο κομματικών ρουσφετιών, τα ραδιόφωνα εκπέμπουν από παράνομες και απλήρωτες κεραίες και οι εφημερίδες εκδίδονται με χρήματα επιχειρηματιών και τραπεζιτών.

Το ποιος ευθύνεται για την κατάντια των μέσων ενημέρωσης είναι λίγο πολύ γνωστό. Οι ιδιοκτήτες τους είναι ταυτόχρονα κρατικοί προμηθευτές, εργολάβοι και εφοπλιστές, κατάσταση που πριν από λίγα χρόνια πήγε να σταματήσει η κυβέρνηση Καραμανλή με τον “βασικό μέτοχο”, για να εισπράξει την άμεση απειλή των Βρυξελλών ότι σε περίπτωση που διακόψει τη σχέση ΜΜΕ και κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, τότε θα παγώσει τα κοινοτικά κονδύλια χρηματοδότησης της χώρας.

Βέβαια, ακόμη κι αν περνούσε εκείνος ο νόμος κανένας δεν θα εμπόδιζε τα παιδιά ή τα ανήψια των ιδιοκτητών των ΜΜΕ να αναλάβουν τις επιχειρήσεις του μπαμπά. Τότε όμως θα υπήρχε πρόβλημα με την είσοδο τους στη βουλή, τα δημαρχεία και τις γενικές γραμματείες των υπουργείων της χώρας.

Τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που διαμόρφωσαν την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στα εγχώρια μέσα ενημέρωσης. Ο πρώτος, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είναι οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες και η σχέση τους με την διεφθαρμένη πολιτική ηγεσία.

Ο δεύτερος είναι οι δημοσιογράφοι. Την περίοδο του πακτωλού δανεικών και αγύριστων ευρώ και της εισόδου κάθε μιντιακού παραμάγαζου στη φούσκα του χρηματιστηρίου, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που φώναζαν ότι η ερευνητική δημοσιογραφία που ελέγχει την εξουσία -οικονομική και πολιτική- παραδόθηκε στις λευκές επιταγές πληρωμών των καναλαρχών, εκδοτών και ραδιοφωνατζίδων.

Όποιος τολμούσε να μιλήσει για την κατάντια του Τύπου και των δημοσιογραφών του δεν βρισκόταν απλώς χωρίς δουλειά, αλλά αντιμετώπιζε και τη μήνη της ηγεσίας της συντεχνίας του. Η διοίκηση της ΕΣΗΕΑ, είτε απευθείας είτε μέσω διαρροών, καταδίκαζε ως αντιδεοντολογική κάθε αρνητική αναφορά στο σινάφι της, με αποτέλεσμα την απομόνωση και εξαφάνιση των αντιδραστικών φωνών αλλά και την υποχρηματοδότηση των μέσων τους.

Αν κοιτάξει κανείς την πορεία πολλών, άλλοτε φιλοκυβερνητικών, μέσων, θα καταλάβει ότι μόνο όταν βρέθηκε στο χείλος της καταστροφής η ίδια τους η ύπαρξη έστρεψαν τους δημοσιογράφους τους ενάντια στα κέντρα εξουσίας. Δυστυχώς, για τους περισσότερους από αυτούς, ήταν πλέον αργά.

Ο τρίτος παράγοντας της κατάπτωσης της ελευθερίας του Τύπου είναι οι ίδιοι οι πολίτες. Ο ρόλος ενός πολίτη μέσα σε ένα δημοκρατικό καθεστώς δεν είναι απλά να υπακούει και να εκλέγει την εξουσία κάθε τέσσερα χρόνια· οφείλει και να την ελέγχει.

Εφόσον όλοι αποδεχόμαστε τον Τύπο ως την “τέταρτη εξουσία”, φέρουμε και την ευθύνη της ανελευθερίας του. Ο αναγνώστης – τηλεθεατής – ακροατής ακολούθησε την ίδια πορεία με αυτήν του ελεγχόμενου δημοσιογράφου. Έπαψε να αποζητά την ενημέρωση και αρκέστηκε στην αναμασημένη προπαγάνδα.

Έπρεπε να χτυπήσει βαριά την τσέπη και τα δημοκρατικά του δικαιώματα η κρίση, για να αναζητήσει άλλες διεξόδους ενημέρωσης. Κάτι που, όπως απέδειξαν οι τελευταίες εκλογές, δεν το έκανε και με τόση μεγάλη επιτυχία, ενώ αν κοιτάξει κανείς τα πρόσφατα κινηματικά αντανακλαστικά τότε θα καταλάβει ότι ο Τύπος, που τόσο δεν εμπιστεύεται, διοχέτευσε μέσα του το φόβο και την απαισιοδοξία.

Ανελευθερία του Τύπου σημαίνει και αναξιοπιστία στην ενημέρωση. Ποιος από τους τρεις παραπάνω παράγοντες φέρει τη βαρύτερη ευθύνη για την κατάπτωσή της, είναι ένα θέμα που χωρά πολύ μεγάλη συζήτηση.

Επειδή όμως δεν είναι ωραίο να αφήνεις μία ανάλυση στη μέση, δική μου άποψη είναι ότι αυτοί που ευθύνονται περισσότερο από όλους για την κατάντια των ΜΜΕ, είναι οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι.

Το πόσο νοιάζονται για το “λειτούργημα” τους, φάνηκε από τις τελευταίες εκλογές του διαλυμένου τους ταμείου. Όλα τα άλλα έπονται.

(Τον Νοέμβριο του 2012 έγραφα “Καταργήστε τους δημοσιογράφους“. Από τότε δεν έχει αλλάξει τίποτα.)

Πηγή : Πολύφημος