galera

Βγήκε προ ημερών η λίστα με τις δέκα καλύτερες εταιρείες για να δουλέψει κανείς στην Ελλάδα.
Την έρευνα διεξήγαγε το… έγκυρο το Work Institye Hellas, με την ακαδημαϊκή υποστήριξη του ALBA Graduate Business School.
(λεπτομέρειες στο: http://www.neolaia.gr/2013/04/08/ereyna-oi-kalyterew-etairies-na-doyleyeis/#ixzz2RNkzGd3G )
Ανάμεσα στις “δέκα καλύτερες εταιρείες για να δουλέψει κανείς” λοιπόν είναι και μία στην οποία είχα δουλέψει κάποτε κι εγώ.
Πριν σχεδόν δέκα χρόνια.

Χάρηκα πολύ που είδα, ανάμεσα στις καλύτερες, την εταιρεία που μου έδωσε ψωμί κάποτε.
Γι’ αυτό θα σας πω τί ωραίες αναμνήσεις έχω απ’ αυτήν.

Πρώτα-πρώτα να υπενθυμίσω πως τότε δεν υπήρχε ακόμη η κρίση. Έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε. Λοιπόν, προσλαμβάνομαι και αμέσως ξεκινώ εκπαίδευση. Εκπαιδεύτηκα άψογα στην παροχή κάποιων υπηρεσιών. Μόνο που την τελευταία μέρα της εκπαίδευσης, με ειδοποίησαν οτι τελικά θα πάω σε άλλο πόστο. Όταν τους ρώτησα πότε θα εκπαιδευτώ γι’ αυτήν τη νέα θέση, η απάντηση ήταν αποστομωτική:

“δε χρειάζεται εκπαίδευση, ό,τι είναι, θα ρωτάς”.

Λοιπόν, μπαίνω την επομένη για δουλειά και προφανώς δεν ήξερα την τύφλα μου. Όσο κι αν ρωτούσα, αυτό δεν ήταν αρκετό για να καλύψει την πλήρη άγνοιά μου επί του αντικειμένου. Έτσι, κάθε φορά που έκανα λάθος ή τους έπρηζα τα @@ με τις απορίες μου, τα άκουγα κι από πάνω. Και μάλιστα με ύφος επιστάτη Μανωλάδας.

Δεν ήταν τα αφεντικά σκληρά. Οι υπάλληλοί τους ήταν. Οι γλείφτες τους. Οι οποίοι, όπως έμαθα μετέπειτα, παίρναν ένα 800άρι περίπου το μήνα για τα γλειφοκώλια τους. Επειδή το ύφος μου απέναντί τους ήταν μονίμως υποτιμητικό και περιφρονητικό, ουδέποτε έγινα συμπαθής. Επίσης όταν τους πετύχαινα έξω από την πόρτα, δεν τους μιλούσα, σε αντίθεση με τους περισσότερους συναδέλφους που τρέχανε πίσω τους για να αρπάξουν μια καλή κουβέντα. Με σκληρό αφεντικό δεν έχω πρόβλημα να μιλήσω. Με γλείφτη έχω πρόβλημα. Τελοσπάντων.

Τη μέρα της υπογραφής της σύμβασης με στείλανε στου διάολου τη μάνα, σε μια άλλη εταιρεία για να υπογράψω σύμβαση στην οποία αναφερόταν το όνομα μιας άλλης εταιρείας. Τότε κατάλαβα ότι ήμουν “ενοικιαζόμενος”. Σε άλλη εταιρεία δούλευα, άλλης εταιρείας ήταν η σύμβαση και σε άλλης εταιρείας τα γραφεία υπέγραψα. Περίεργο μπάχαλο…

Ξεκινώ, που λέτε, τη δουλειά την άλλη μέρα. Δούλευα τετράωρος. Επειδή είχα ξαναδουλέψει σε παρομοίου αντικειμένου εταιρεία, πήγα το πρωί καμαρωτός με το καφεδάκι μου να κάτσω στο γραφειάκι μου. Κάθομαι, που λέτε, ξεκινάω τη δουλίτσα μου, και στα δυο λεπτά -τσουπ- ο προσωπάρχης. “Δεν είναι καφενείο εδώ” μου λέει. “Το καφεδάκι θα το πιεις έξω, όταν τελειώσεις”.

Του εξηγώ ευγενικά πως “ο καφές δεν επηρεάζει σε τίποτα τη δουλειά μου και πως αντιθέτως με ξυπνάει και με κάνει πιο αποδοτικό.”

Εκείνος επέμεινε. Πρώτη μέρα ήταν και λέω να κάνω το μαλάκα. Δε γαμιέται… Πίνω το καφεδάκι γρήγορα-γρήγορα και σε κάνα τέταρτο σηκώνομαι να το πετάξω. Θα τη βγάλω με νερό, λέω. Αυτό τουλάχιστον επιτρεπόταν…

Μετά από καμιά ώρα αρχίζω να κατουριέμαι. Ε, κάνω μια παύση κι εγώ και σηκώνομαι να πάω στην τουαλέτα.

Κατευθυνόμενος προς την τουαλέτα, με σταματά ο προσωπάρχης και μου λέει “επ, εσύ πού πας;”

“Στην τουαλέτα πάω” του απαντώ με ειλικρινή φυσικότητα.

“Πώς το είδες;” με ρωτά εκνευρισμένος. “Θα σηκώνεσαι όποτε γουστάρεις;”

Τον κοιτώ απορημένος χωρίς να απαντώ και συνεχίζω να πηγαίνω.

“Γύρνα πίσω στη δουλειά σου” μου λέει. “Θα ρωτάς άλλη φορά για να σηκωθείς”.

Για να πάω στην τουαλέτα;” τον ρωτώ κι εγώ ειρωνικά.

“Μίλησα” μου απαντά αυστηρά.

Κι εγώ γυρίζω την πλάτη, τον γράφω στα αρχίδια μου και πηγαίνω στην τουαλέτα φυσικά.

Από την πρώτη μέρα δεν τα πήγαμε καλά.Εξαιτίας αυτού του θέματος, δεν ξανασηκώθηκα την πρώτη μέρα. Τη δεύτερη μέρα είχε πολλή δουλειά. Είχα μπουχτίσει σε κάποια φάση κοντά στο τρίωρο και θέλω να κάνω ένα διαλειμματάκι έντε λεπτάκια να κάνω δυο τζούρες να καθαρίσει το κεφάλι μου. Σηκώνομαι, κάνω ένα νοηματάκι στον τύπο πως πετάγομαι για λίγο ως το διάδρομο έξω.

Θεωρώ αυτονόητο πως δεν υπάρχει πρόβλημα. Σε όλες τις δουλειές ως τότε, άλλωστε, είχα δικαίωμα να σηκωθώ κάποια στιγμή να κάνω ένα τσιγάρο να ξελαμπικάρω.

Ο προσωπάρχης ωρύεται “που πας εσύυυυ;;;”

“Έξω” του λέω “για ένα τσιγάρο κι επιστρέφω”.

Αυτός ουρλιάζει: “Στο ξαναείπα, δεν είναι καφενείο εδώ μέσαααα!!!”

“Νταούλιασε το κεφάλι μου” του λέω ήρεμα “και πάω για ένα τσιγάρο. Κράτα το δίλεπτο να κάτσω παραπάνω στο τέλος”

“Τι το πέρασες εδώ;” λέει φωναχτά, για να τον ακούσει και όλος ο υπόλοιπος όροφος προφανώς. “Δεν έχεις να πας πουθενά”!

“Καλάααα” του λέω.

Και πάω και κάθομαι πίσω στη θέση μου, αλλά επιδεικτικά γυρίζω την καρέκλα από την άλλη μεριά απ’ το γραφείο κι αντί να κοιτώ τον υπολογιστή χαζεύω γύρω-γύρω -υποκρινόμενος και λίγο είναι η αλήθεια πως δεν την παλεύω καθόλου. Στριφογυρίζω στην καρέκλα, φυσάω και ξεφυσάω επιδεικτικά, ενώ ο μαλάκας με βλέπει με μισό μάτι, αλλά δε μου λέει τίποτα. Εκείνη τη μέρα δε βγήκα τελικά για τσιγάρο.
Απ’ την επόμενη έβγαινα για τσιγάρο και απλώς δεν του το έλεγα. Αλλά δε μου μίλαγε πια ούτε αυτός. Είχε πάρει απόφαση ότι εγώ τον έγραφα και δε μου πολυμίλαγε γενικώς.

Μια μέρα έκανα ένα λάθος και αρχίζει να γκαρίζει “καλά είσαι μαλάκααας;”.

Του σηκώνω κι εγώ φωνή και του απαντάω ουρλιάζοντας ομοίως: “σε μένα ρε θα μιλάς με ευγένεια. Κατάλαβεεες;;”

Τρόμαξε που είδε άνθρωπο να σηκωνεται όρθιος και να του βάζει τις φωνές, διότι οι περισσότεροι είχαν περισσότερη ανάγκη από μένα και  φοβούνταν να αντιδράσουν παρομοίως, αν και πολύ θα το ήθελαν.

“Μη φωνάζεις!” μου λέει σιγά. “Εδώ δουλεύει ο κόσμος!”

Εμένα με πιάνουν τα γέλια εκείνη την ώρα και σταματώ την ωραία μας συζήτηση.

Τελοσπάντων, δε μου πολυκόλλαγε επειδή έβλεπε πως αντιδρούσα.Αν όμως είχα μεγαλύτερη ανάγκη, πιθανότατα δε θα αντιδρούσα έτσι και θα συνέχιζε να με κακομεταχειρίζεται και να με προσβάλλει, όπως έκανε και με όλους τους άλλους. Και οι υπόλοιποι γλείφτες-υπεύθυνοι της εταιρείας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο φέρονταν άλλωστε.Δεν ήταν δηλαδή ζήτημα κάποιου “κακού χαρακτήρα”, αλλά ζήτημα εταιρικής πολιτικής.

Είχα κάνει στο μεταξύ κάποιο λάθος στον κωδικό και την πρώτη εβδομάδα δεν είχα χτυπήσει σωστά την κάρτα. Όταν το κατάλαβα και του το είπα για να το διορθώσουμε, αυτός με απείλησε εμμέσως πως μπορεί να μην πάρω τα λεφτά μου της πρώτης εβδομάδας αν δεν “κάτσω καλά”.
“Να προσέχεις” μου είπε “για να μην έχεις πρόβλημα. Από μένα περναέι το θέμα με την κάρτα”.

Δεν ξέρω τι περίμενε να του απαντήσω. Εγώ του ζήτησα να φροντίσει να λυθεί το θέμα. Πράγματι τα πήρα τα λεφτά στο τέλος.

Αλλά δεν ήταν όσα περίμενα διότι δεν συμπεριελήφθησαν στο μισθό επιδόματα που υποχρεούνταν να μου βάλουν, βάσει της συλλογικής σύμβασης.

Επειδή, όπως σας είπα, είχα ξαναδουλέψει σε εταιρεία με παρόμοιο αντικείμενο, ήξερα τι επιδόματα έπρεπε να πάρω. Όταν λοιπόν μπήκε ο μισθός και διαπίστωσα πως αυτά δεν υπήρχαν, διαμαρτυρηθηκα στο λογιστήριο.

Η απάντηση της εταιρείας ήταν η προφανής…

Στη δουλειά μας δίδασκαν πώς να λέμε ψέματα στον κόσμο. Όταν κάποια υπόθεση κολλούσε, μας προτειναν να λέμε σαν άλλοι Φερέκηδες πως “το θέμα σας είναι σε προτεραιότητα και διευθετείται”. Μια εταιρεία Ψευτοθόδωρων, δηλαδή που απευθυνεται σε πελάτες-“Πατατιάδες”.

Οι υπηρεσίες που παρείχε ήταν πλημμελείς. Και γιατί;

Γιατί είχαν άσχετους με το αντικείμενο εργαζομένους (όπως η αφεντιά μου) να επιλύουν τα προβλήματα του κόσμου.

Δημιουργούνταν τεράστια προβλήματα στους πελάτες της εταιρείας, επειδή απλούστατα δεν ήμουν ο μόνος άσχετος στην εταιρεία.
Οι περισσότεροι ήμασταν άσχετοι κι ανίδεοι. Εκτός του ότι δεν είχαμε σχετικές γνώσεις, όπως σας είπα και παραπάνω, περάσαμε εκπαίδευση για άλλη δουλειά και άλλη δουλειά μας έβαλαν τελικά να κάνουμε.

Κάποια μέρα οργανώθηκε απεργία. Εγώ ήμουν καινούριος και δεν είχα ιδέα. Το διαπίστωσα την ώρα που έφτασα και είδα το προσωπικό συγκεντρωμένο απ’ έξω. Αν και είχα την αίσθηση του προσωρινού και δε με πολυενδιέφερε προσωπικά η απεργία, αποφάσισα να κάτσω κι εγώ έξω με τους απεργούς, διότι αντιλαμβανόμουν πως για τους περισσότερους εκεί μέσα αυτή η απεργία σήμαινε πολλά. Ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας και μεταξύ άλλων και τα επιδόματα που δικαιούνταν βάσει της συλλογικής σύμβασης και η εταιρεία δεν τα έβαζε στο μισθό.

Εκεί στην απεργία γνώρισα κόσμο που είχε πραγματικά πρόβλημα. Σαραντάρες μανάδες που το εισόδημά τους δεν ξεπερνούσε το 650άρι το μήνα. Και μ’ αυτά έπρεπε να θρέψουν παιδί και να συντηρήσουν σπίτι. Οι ημιαπασχολουμενοι παίρνανε γύρω στα 330 ευρώ και έπρεπε να ζήσουν με αυτά. Μετά από καμιά ώρα, άρχισαν να ερχονται απεσταλμένοι της διοίκησης και να μηνύουν πως όποιος δεν ανέβει στη δουλειά μέσα σε δέκα λεπτά, αυτομάτως απολύεται.

Σούσουρο μεγάλο έγινε και αρκετοί άρχισαν να υπαναχωρούν. Δεν τους κατηγορώ. Αν έχεις οικογένεια να θρέψεις, εξάλλου, περιορίζεται η ένταση της μαγκιάς σου. Διότι η κορούλα σου άυριο δε θα φάει περηφάνεια. Χρειάζεται και φαΐ…

Σε είκοσι λεπτά μετά τον εκβιασμό μείναμε λίγοι και τελικά πήγαμε κι οι τελευταίοι για δουλειά.

Η “μία απ’ τις δέκα καλύτερες εταιρείες για να δουλέψει κανείς” λοιπόν είναι μια εταιρεία που έχει ενοικιαζόμενους εργαζομένους, άσχετους με το αντικείμενο, οι οποίοι αναγκαστικά κοροϊδεύουν τον κόσμο που πληρώνει.

Δουλεύουν με τον κατώτατο βασικό μισθό, κυρίως σε καθεστώς ημιαπασχόλησης. Με τα σημερινά δεδομένα δηλαδή θα παίρνουν γύρω στα 230 ευρώ.

Δεν δικαιούνται διάλειμμα ούτε για να κατουρήσουν.

Δεν παίρνουν τα επιδόματα που δικαιούνται βάσει νόμου.

Δε δικαιούνται να απεργήσουν, διότι η εταιρεία εβιάζει άμεσα με απολύσεις.

Υποχρεούνται να ανέχονται την αυθαιρεσία των μαντρόσκυλων της εταιρείας που κακομεταχειρίζονται και προσβάλλουν τους εργαζομένους.

Συγχαρητήρια επομένως στο ανεξάρτητο και εγκυρότατο κέντρο ερευνών που έβαλε την εταιρεία αυτή ανάμεσα στις δέκα καλύτερες εταιρείς για να δουλέψει κανείς στην Ελλάδα.

Το χειρότερο είναι πως αναρωτιέμαι μήπως ισχύει πράγματι αυτό και οι υπόλοιπες εταιρείες είναι χειρότερες ακόμα κι απ’ αυτήν.

Πηγή : toixo-toixo