Του Βασίλη Ζήρα

Τι θέλει η τρόικα για Εθνική και Eurobank

e8neurΤην πώληση σημαντικού ποσοστού της Εθνικής και της Eurobank σε τράπεζα του εξωτερικού το φθινόπωρο, εάν δεν μπορέσουν να εξασφαλίσουν επαρκή ιδιωτική συμμετοχή στην επικείμενη αύξηση κεφαλαίου, θέλει η τρόικα.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, σε προσχέδιο του Μνημονίου, αναφέρεται ότι εάν οι δύο τράπεζες ανακεφαλαιοποιηθούν εξ ολοκλήρου από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και περάσουν υπό τον πλήρη έλεγχό του, θα πρέπει να κινηθούν οι διαδικασίες πώλησής του από τον Σεπτέμβριο.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το ΤΧΣ θα πρέπει να αναζητήσει «αξιόπιστο επενδυτή με σχετική εμπειρία» (reputable investor with relevant experience). Με αυτή τη διατύπωση, η τρόικα θέλει να αποκλείσει την πώληση των δύο ελληνικών τραπεζών σε funds και να προσανατολίσει την αναζήτηση επενδυτή σε πιστωτικό ίδρυμα. Μάλιστα, σε προηγούμενο προσχέδιο του Μνημονίου, που άλλαξε στη διάρκεια των διαβουλεύσεων, γινόταν ευθεία αναφορά σε ευρωπαϊκή τράπεζα (stable european institution).

Προς πώληση θα τεθεί ένα σημαντικό ποσοστό μετοχών. Στο προσχέδιο αναφέρεται 20% – 25%, αλλά είναι σε αγκύλες, που σημαίνει ότι τελεί ακόμη υπό συζήτηση.

Η τρόικα πιέζει να ξεκαθαρίσει το τοπίο όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Η πίεση είναι πιο έντονη στην πλευρά της Eurobank, η οποία πιθανότατα δεν θα εξαντλήσει την προθεσμία έως το τέλος Απριλίου, εάν δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι μπορεί να βρει ιδιωτικά κεφάλαια. Η πρόταση της τρόικας έτσι όπως περιγράφεται στο προσχέδιο του Μνημονίου καταδεικνύει ότι οι πιστωτές θέλουν να παραμείνουν οι δύο συστημικές τράπεζες υπό τον έλεγχο του Δημοσίου όσο το δυνατόν λιγότερο. Αυτό άλλωστε είχε καταστήσει σαφές και στο τελεσίγραφο που έστειλε στην ελληνική πλευρά, ζητώντας την ανάκληση της συγχώνευσης.

Το e-mail

«Ή σταματάτε αμέσως τις διαδικασίες συγχώνευσης Εθνικής και Eurobank ή αλλιώς συρρικνώνετε και πουλάτε το νέο σχήμα σε σύντομο χρονικό διάστημα», αναφέρεται σε e-mail που έλαβαν ο υπουργός Οικονομικών κ. Γιάννης Στουρνάρας και ο διοικητής της ΤτΕ κ. Γιώργος Προβόπουλος στις 26 Μαρτίου 2013. Το κείμενο υπογράφουν και οι τρεις επικεφαλής με τα μικρά τους ονόματα (Poul, Klaus, Matthias). Από το κείμενο φαίνεται πως η τρόικα είχε επιφυλάξεις για τη συγχώνευση, οι οποίες ήταν γνωστές στο υπουργείο Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος. «Οπως ξέρετε, είχαμε ανέκαθεν αμφιβολίες για το σχέδιο συγχώνευσης», τονίζουν. Στη συνέχεια υπενθυμίζουν ότι δέχθηκαν να το στηρίξουν λόγω του οφέλους που προέκυπτε από τις συνέργειες.

Επίσης, σημειώνουν ότι στους στόχους προγράμματος είναι η διατήρηση του ιδιωτικού χαρακτήρα των συστημικών τραπεζών, με την κάλυψη του 10% τουλάχιστον της αύξησης κεφαλαίου από ιδιώτες επενδυτές. «Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των πρόσφατων συζητήσεων για την επικαιροποίηση (του Μνημονίου) κατέστη εμφανές ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεν θα μπορέσει να βρει ιδιωτικά κεφάλαια». Σημειώνεται ότι οι κ. Τόμσεν, Μαζούχ και Μορς είχαν έρθει στην Αθήνα για τον πρώτο γύρο συνομιλιών με την κυβέρνηση στις 3 Μαρτίου και είχαν φύγει στις 14 του μήνα. Μια ημέρα νωρίτερα η «Κ» είχε αποκαλύψει ότι η τρόικα έθετε θέμα ξεχωριστής ανακεφαλαιοποίησης και αναστροφής της συγχώνευσης σε προσχέδιο του επικαιροποιημένου Μνημονίου, που παρέδωσε προς συζήτηση στο υπουργείο Οικονομικών. «Η προοπτική της πλήρους κρατικοποίησης (nationalisation) αλλάζει το τοπίο σημαντικά», λένε οι επικεφαλής της τρόικας και σημειώνουν: «Με αυτό το δεδομένο δεν είμαστε πλέον σε θέση να προσφέρουμε τη μη ένστασή μας στη συγχώνευση».

Το μιάμισης σελίδας ηλεκτρονικό μήνυμα καταλήγει με το τελεσίγραφο: «Εάν δεν μπορείτε να σταματήσετε τη συγχώνευση, τότε στις 30 Απριλίου θα ζητήσουμε είτε να συρρικνώσετε (shrink) την τράπεζα, είτε να την πουλήσετε σε εύλογο αλλά σύντομο χρονικό διάστημα».

Το τελεσίγραφο έφτασε μόλις 9 ημέρες μετά την έγκριση της συγχώνευσης από τις αρμόδιες ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές και τρεις μήνες μετά τη γνωμοδότηση του κ. Τόμσεν προς το δ.σ. του ΔΝΤ για το ελληνικό πρόγραμμα (Country Report 13/20 -18 Ιανουαρίου). Ο κ. Τόμσεν και οι συνεργάτες του υποστήριζαν τότε ότι η συγχώνευση μπορεί να έχει σημαντικά επιχειρηματικά και χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα. Εξέφραζαν μόνο επιφυλάξεις για το μεγάλο μέγεθος του νέου οργανισμού, σημειώνοντας πως συγκεντρώνει το 40% των καταθέσεων.

Πηγή : Καθημερινή