Αναδημοσίευουμε σε 2 μέρη ένα καταπληκτικό κείμενο του Μπέρτολντ Μπρέχτ από το Συνέδριο για την υπεράσπιση της Κουλτούρας,  στο Παρίσι το 1935

bertoltbrechtΚαι η τέχνη πρέπει σε αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων να αποφασίσει. Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι τυφλή ή µπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα ή µπορεί να παραδώσει τον κόσµο στον άνθρωπο. Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια ή µπορεί να µεγαλώσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδεικνύουν τη δύναµή τους καταστρέφοντας ή στις δυνάµεις που αποδεικνύουν τη δύναµή τους βοηθώντας.

Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια

Όποιος θέλει σήµερα να πολεµήσει το ψέμα και την αµάθεια γράφοντας την αλήθεια, έχει ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράψει την αλήθεια παρόλο που παντού την καταπνίγουν,  την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού, την τέχνη να την κάνει ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο, την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποκτήσει δύναµη και την πονηριά να τη διαδώσει ανάµεσά τους. Αυτές οι δυσκολίες είναι µεγάλες για εκείνους που γράφουν κάτω από το φασισµό, υπάρχουν όµως και γι’ αυτούς που τους κυνήγησαν ή που καταδίωξαν ακόµα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.

Το θάρρος να γράψει κανείς την αλήθεια

Φαίνεται αυτονόητο πως αυτός που γράφει πρέπει να γράφει την αλήθεια µε την έννοια δηλαδή πως δεν πρέπει να την καταπνίγει ή να την αποσιωπά και πως δεν πρέπει να γράφει τίποτα που δεν είναι αληθινό. Δεν πρέπει να σκύβει στους ισχυρούς, δεν πρέπει να εξαπατά τους αδύναµους. Είναι φυσικά πολύ δύσκολο να µη σκύβεις στους ισχυρούς, και είναι πολύ κερδοφόρο να εξαπατάς τους αδύναµους. Το να µην αρέσεις στους πλούσιους σηµαίνει να παραιτείσαι από τον πλούτο. Το να παραιτείσαι από την πληρωµή για καµωµένη δουλειά πάει να πει, σε ορισµένες συνθήκες, να θυσιάζεις τη δουλειά και το να αποδιώχνεις τη φήµη ανάµεσα στους ισχυρούς σηµαίνει συχνά να αποδιώχνεις κάθε φήµη. Όλα αυτά απαιτούν θάρρος. Οι καιροί της πιο σκληρής καταπίεσης είναι τις πιο πολλές φορές καιροί όπου γίνεται πολύς λόγος για µεγάλα και υψηλά πράγµατα. Χρειάζεται θάρρος για να µιλάς σε τέτοιους καιρούς για πράγµατα τόσο χαµηλά και τόσο φτηνά όπως το φαγητό και το σπίτι του εργαζομένου µέσα σε µια βοή από ξεφωνητά ότι το βασικό είναι το πνεύµα της θυσίας. Όταν φορτώνουν τους αγρότες µε τιµές, χρειάζεται θάρρος να µιλάς για µηχανήµατα και φτηνές ζωοτροφές που θα διευκόλυναν την τιµηµένη δουλειά. Όταν απ’ όλους τους ραδιοσταθµούς ουρλιάζουν πως ο άνθρωπος χωρίς γνώση και µάθηση είναι καλύτερος από το µορφωµένο, θέλει τότε θάρρος να ρωτήσεις: καλύτερος για ποιόν; Όταν γίνεται λόγος για τέλειες και ατελείς φυλές, χρειάζεται θάρρος να ρωτήσεις αν ή πείνα κι η αµάθεια κι ο πόλεµος δεν φέρνουν βαριές παραµορφώσεις. Και ξανά, θέλει θάρρος να πει κανείς την αλήθεια για τον εαυτό του, το νικηµένο. Πολλοί καταδιωγµένοι χάνουν την ικανότητα να βλέπουν τα λάθη τους. Η καταδίωξη τους φαίνεται η πιο µεγάλη αδικία. Αφού οι διώχτες που τους καταδιώκουν είναι οι κακοί, εκείνοι, οι καλοί, διώκονται για την αρετή τους. Αυτή όµως ή αρετή χτυπήθηκε, νικήθηκε κι εµποδίστηκε. Ήταν άρα µια αδύναµη αρετή, µια κακή, ανεπίτρεπτη, απαράδεχτη αρετή. Γιατί δε µπορεί ποτέ να παραδεχτούµε στην αρετή την αδυναµία της, όπως στη βροχή την υγρή της μορφή. Το να πεις πως οι καλοί δε νικήθηκαν γιατί ήταν καλοί, παρά γιατί ήταν ανήμποροι, αυτό χρειάζεται θάρρος. Φυσικά η αλήθεια πρέπει να γράφεται µέσα στον αγώνα µε το ψέμα και δεν πρέπει να είναι κάτι το γενικό, το απρόσιτο και πολυσήµαντο. Γιατί από αυτήν ακριβώς τη γενική, απρόσιτη στόφα, είναι καµωµένη η ψευτιά. Όταν λένε για κάποιον πως είπε την αλήθεια, πάει να πει πως µερικοί ή πολλοί ή κάποιος είπαν κάτι άλλο, κάποιο ψέµα ή κάποια γενικότητα. Αυτός όµως είπε την αλήθεια, κάτι το πρακτικό. το πραγµατικό, το αναντίρρητο, αυτό ακριβώς που έπρεπε να πει. Δε χρειάζεται πολύ θάρρος για να παραπονεθεί κανείς για την κακία του κόσµου γενικά και για το θρίαµβο της ωµότητας και για να απειλεί µε το θρίαµβο του πνεύµατος από ένα µέρος του κόσµου όπου του επιτρέπουν ακόµα να το κάνει αυτό. Ορθώνονται τότε πολλοί σα να ήταν κανόνια στραµµένα εναντίον τους, ενώ μόνο τους κοιτάζουν. Ξεφωνίζουν τις γενικές τους απαιτήσεις σε ένα κόσµο που αγαπά τους ακίνδυνους ανθρώπους. Απαιτούν µία καθολική δικαιοσύνη για την οποία δε δούλεψαν ούτε στο ελάχιστο και µία γενική ελευθερία. Απαιτούν ένα κοµµάτι από τη λεία που έχει δήθεν κιόλας µοιραστεί από καιρό µαζί τους. Αλήθεια νοµίζουν πως είναι μόνο αυτό που ακούγεται όµορφα. Κι όταν η  αλήθεια είναι κάτι µε αριθµούς, κάτι το ξερό και χειροπιαστό, κάτι που για να το βρεις θέλει κόπο και µελέτη, αυτά για κείνους δεν είναι αλήθεια, δεν τους εκστασιάζει. Αυτοί έχουν το εξωτερικό παρουσιαστικό µονάχα των ανθρώπων που λένε την αλήθεια. Το τραγικό µ’ αυτούς είναι ότι δεν ξέρουν ποια είναι η αλήθεια.

Η εξυπνάδα να αναγνωρίσει κανείς την αλήθεια

Μιας κι είναι δύσκολο να γράψει κανείς την αλήθεια αφού την καταπνίγουν παντού, στους πιο πολλούς φαίνεται ζήτημα πεποιθήσεων μοναχά το αν θα γραφτεί ή όχι. Πιστεύουν πως το µόνο που χρειάζεται είναι το κουράγιο. Ξεχνούν τη δεύτερη δυσκολία το να βρεθεί η αλήθεια. Γιατί µε κανένα τρόπο δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς. Πρώτα – πρώτα είναι κιόλας δύσκολο να βρει κανείς ποια αλήθεια αξίζει να ειπωθεί.

Για παράδειγμα μπροστά σε όλα τα µάτια, τα μεγάλα πολιτισμένα κράτη βουλιάζουν το ένα µετά το άλλο στην πιο τρομερή βαρβαρότητα. Κι ακόμα, είναι γνωστό πως ο εσωτερικός πόλεμος που γίνεται µε τα πιο τροµακτικά µέσα, µπορεί από ώρα σε ώρα να µετατραπεί σε εξωτερικό που µπορεί θαυµάσια να κάνει τον πλανήτη µας ένα γιγάντιο σωρό συντρίμµια. Αυτό είναι χωρίς αµφιβολία µια αλήθεια, υπάρχουν όµως φυσικά κι άλλες αλήθειες. Για παράδειγµα, δεν είναι ψέµα το ότι οι καρέκλες έχουν πάτο και το ότι ή βροχή πέφτει από πάνω προς τα κάτω. Πολλοί γράφουν τέτοιου είδους αλήθειες. Μοιάζουν µε ζωγράφους που φιλοτεχνούν µε νεαρές φύσεις τους τοίχους καραβιών που βουλιάζουν. Η πρώτη µας δυσκολία δεν υπάρχει γι’ αυτούς, κι έχουν παρόλα αυτά τη συνείδηση τους ήσυχη. Ανεπηρέαστοι από τους ισχυρούς, χωρίς όµως και να τους επηρεάζουν κι οι φωνές των κατατρεγµένων, ζωγραφίζουν τα τοπία τους. Το παράλογο στον τρόπο που ενεργούν τους δηµιουργεί ένα «βαθύ» πεσσιµισµό, που τον πουλάνε σε καλή τιµή και που θα έπρεπε στην πραγµατικότητα να τον έχουν οι υπόλοιποι που βλέπουν τέτοιους καλλιτέχνες και τέτοια ξεπουλήµατα. Και δεν είναι εύκολο ούτε καν να διακρίνεις πως οι αλήθειες τους µοιάζουν µε αυτές για τις καρέκλες ή τη βροχή· τις πιο πολλές φορές δείχνουν ολότελα διαφορετικές, δείχνουν γι’ αλήθειες πάνω σε σηµαντικά θέµατα. Γιατί η ουσία της καλλιτεχνικής διαµόρφωσης βρίσκεται ακριβώς στο ότι δίνει σηµασία σε αυτό που διαµορφώνει. Χρειάζεται προσεκτική παρατήρηση για να διακρίνει κανείς πως το µόνο που λένε είναι: «Μια καρέκλα είναι µια καρέκλα», και: «Κανείς δε µπορεί να εµποδίσει τη βροχή να πέφτει προς τα κάτω». Αυτοί οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να βρουν την αλήθεια που αξίζει να γραφτεί.

Άλλοι πάλι πραγµατικά καταπιάνονται µε τα πιο ζωντανά προβλήµατα, δεν τρέµουν ούτε τους καταπιεστές ούτε τη φτώχεια και παρόλα αυτά δε µπορούν να βρουν την αλήθεια. Σε αυτούς λείπουν οι γνώσεις. Είναι γεµάτοι από παλιές προλήψεις, από φηµισµένες συχνά καλοδιατυπωµένες αρχαίες προκαταλήψεις. Ο κόσµος είναι πολύ περίπλοκος γι’ αυτούς· δεν ξέρουν τα γεγονότα και δε διακρίνουν τους συσχετισµούς. Εκτός από τις πεποιθήσεις χρειάζονται και γνώσεις που βρίσκονται και μέθοδοι που µαθαίνονται. Για όλους όσους γράφουν σε αυτούς τους καιρούς των περίπλοκων και των µεγάλων αλλαγών χρειάζεται γνώση της µατεριαλιστικής διαλεκτικής, της οικονοµίας και της ιστορίας. Μπορεί να την αποκτήσει κανείς από τα βιβλία ή µε ζωντανή διδασκαλία φτάνει να µη λείπει η απαραίτητη επιµέλεια. Μπορεί κανείς να ανακαλύψει πολλές αλήθειες µε πιο απλό τρόπο, αποσπάσµατα δηλαδή της αλήθειας ή δεδοµένα που οδηγούν στην εύρεσή της. Αν θέλει κανείς να ερευνήσει, θα πρέπει να χρησιµοποιεί μία µέθοδο, µπορεί όµως κανείς να βρει κάτι και χωρίς µέθοδο και χωρίς καν να ψάξει. Όµως µε τέτοιο τυχαίο τρόπο δεν πετυχαίνει κανείς σχεδόν ποτέ µία τέτοια παρουσίαση της αλήθειας που να λέει στους ανθρώπους τι πρέπει να κάνουν. Αυτοί που µονάχα καταγράφουν µικρογεγονότα, δεν είναι σε θέση να κάνουν τούτο τον κόσµο κατανοητό στους άλλους. Κι όµως αυτός, και κανένας άλλος είναι ο σκοπός της αλήθειας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν εκπληρώνουν το καθήκον να γράψουν την αλήθεια. Όταν είναι κανείς πρόθυµος να γράψει την αλήθεια και ταυτόχρονα ικανός να την αναγνωρίσει, µένουν ακόµα τρεις δυσκολίες.

Η τέχνη να κάνει κανείς την αλήθεια ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο

Η αλήθεια πρέπει να λέγεται για χάρη των πρακτικών της συνεπειών. Σαν παράδειγµα αλήθειας µε καµία σωστή πρακτική συνέπεια µπορεί να µας χρησιµέψει η πλατιά διαδεδοµένη άποψη πως σε ορισµένες χώρες επικρατούν άσχηµες συνθήκες που αιτία τους έχουν τη βαρβαρότητα. Σύµφωνα µε αυτή την άποψη ο φασισµός είναι ένα κύµα βαρβαρότητας που ξέσπασε σε µερικές χώρες με τη δύναμη κάποιου στοιχείου της Φύσης. Σύµφωνα µε αυτή την άποψη ο φασισµός είναι µια καινούργια, τρίτη δύναµη που στέκεται δίπλα στον καπιταλισµό και το σοσιαλισµό (και πάνω από αυτούς), όχι µονάχα το σοσιαλιστικό κίνηµα, αλλά και πως ο καπιταλισµός θα µπορούσε, και µετά τη γένεση του κινήµατος αυτού να συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς το φασισµό.

Η παραπάνω άποψη είναι βέβαια φασιστική, ενώ αποτελεί υποχώρηση µπροστά στο φασισµό. Ο φασισµός είναι µια ιστορική φάση όπου µπήκε τώρα ο καπιταλισµός κι έτσι είναι κάτι το καινούργιο και παλιό µαζί. Ο καπιταλισµός στις φασιστικές χώρες υπάρχει πια µονάχα σαν φασισµός κι ο φασισμός δε μπορεί να πολεμηθεί παρά μόνον σαν καπιταλισμός στην πιο ωμή και καταπιεστική του μορφή, σαν ο πιο θρασύς και ο πιο δόλιος καπιταλισμός.

Πως λοιπόν τώρα να πει κάποιος αντίπαλος του φασισµού την αλήθεια για το φασισµό όταν δε θέλει να πει τίποτα για τον καπιταλισµό που τον προκαλεί; Πως να έχει η αλήθεια αυτή πρακτική σηµασία; Αυτοί που είναι αντίπαλοι του φασισµού χωρίς να είναι αντίπαλοι του καπιταλισµού, αυτοί που παραπονιόνται για τη βαρβαρότητα που αίτια τάχα έχει τη βαρβαρότητα την ίδια, µοιάζουν µε ανθρώπους που θέλουν το µερτικό τους από το αρνί χωρίς όµως να σφαχτεί το αρνί. Θέλουν να φάνε το κρέας, να µη δουν όµως τα αίµατα. Αυτοί θα ικανοποιηθούν αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του προτού φέρει το κρέας στο τραπέζι. Δεν είναι κατά των σχέσεων ιδιοκτησίας που προκαλούν τη βαρβαρότητα, παρά µονάχα κατά της βαρβαρότητας, υψώνουν τη φωνή εναντίον της κι αυτό το κάνουν από χώρες όπου κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όπου όµως οι χασάπηδες πλένουν ακόµα τα χέρια τους προτού φέρουν το κρέας στο τραπέζι.

Οι φωνακλάδικες διαµαρτυρίες κατά των βαρβαρικών µέτρων µπορεί να είναι αποτελεσµατικές για λίγο καιρό, όσο δηλαδή οι ακροατές τους πιστεύουν πως στη δικιά τους χώρα δε θα ήταν ποτέ δυνατό να παρθούν τέτοια µέτρα. Ορισµένες χώρες είναι σε θέση να κρατήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας τους µε λιγότερο βίαια για την ώρα από ότι κάποιες άλλες. Εκεί ή δηµοκρατία προσφέρει ακόµα τις υπηρεσίες για τις οποίες άλλες χώρες αναγκάζονται να καταφύγουν στη βία, δηλαδή την εξασφάλιση της ιδιοκτησίας στα µέσα παραγωγής. Το µονοπώλιο στα εργοστάσια, στα ορυχεία, στα τσιφλίκια δηµιουργεί πάντα βάρβαρες καταστάσεις· σε αυτές τις χώρες είναι όµως λιγότερο ορατές. Η βαρβαρότητα γίνεται ορατή από τη στιγµή που το µονοπώλιο δε µπορεί πια να προστατευτεί παρά µονάχα µε την ανοιχτή βία.

Μερικές χώρες, που δεν το έχουν ακόµα αναγκαίο να παρατήσουν για χάρη των βάρβαρων µονοπωλίων ακόµα και τις τυπικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου όπως και απολαύσεις σαν την τέχνη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, ακούνε µε ιδιαίτερη ευχαρίστηση τους φιλοξενούµενούς τους να κατηγορούν την πατρίδα τους για την εγκατάλειψη τέτοιων αγαθών, µιας κι ελπίζουν έτσι να βρουν πλεονεκτήµατα για τους πολέµους που περιµένουν. Να πει κανείς πως την αλήθεια τάχα τη βρήκαν όσοι φωνάζουν λόγου χάρη λυσσασµένο αγώνα κατά της Γερµανίας, «γιατί αυτή είναι τώρα η αληθινή πατρίδα του κακού, το παράρτηµα της κόλασης, το κατάλυµα του Αντίχριστου»; Μάλλον θα πρέπει να πούµε πως πρόκειται για ανόητους, ανήξερους και βλαβερούς ανθρώπους. Γιατί από αυτές τις φλυαρίες το συµπέρασµα που βγαίνει είναι πως αυτή ή χώρα πρέπει να σβήσει από το χάρτη. Ολόκληρη, µε όλους της τους ανθρώπους – τα αέρια δεν ξεδιαλέγουν τους υπαίτιους όταν σκοτώνουν. Ο επιπόλαιος άνθρωπος που δεν ξέρει την αλήθεια εκφράζεται µε γενικότητες, παχιά λόγια κι αοριστίες. Φλυαρεί για «τους» Γερµανούς, κλαψουρίζει για «το» κακό, κι εκείνος που τον ακούει, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει. Να αποφασίσει να πάψει να είναι Γερµανός; Θα εξαφανιστεί η κόλαση αν εκείνος είναι καλός; Κι οι κουβέντες για τη βαρβαρότητα που αιτία έχει τάχα τη βαρβαρότητα, τέτοιας λογής είναι. Λένε πως αιτία της βαρβαρότητας είναι η βαρβαρότητα, κι η βαρβαρότητα καταπολεμάται µε την εξηµέρωση των ηθών, που τη φέρνει η µόρφωση. Όλα αυτά είναι γενικολογίες πέρα για πέρα, διατυπώσεις καµωµένες όχι για χάρη των πρακτικών συνεπειών όπως θα έπρεπε· κατά βάθος είναι λόγια που δεν απευθύνονται σε κανέναν. Τέτοιες αναλύσεις δείχνουν µόνο λίγους κρίκους από όλη την αλυσίδα των αιτιών και παρασταίνουν τις κινητήριες δυνάµεις σαν τάχα ακατανίκητες. Τέτοιες αναλύσεις είναι όλο σκοτάδι, σκοτάδι που κρύβει τις δυνάµεις εκείνες που ετοιµάζουν την καταστροφή. Λιγάκι φως και να που προβάλουν άνθρωποι σαν αίτιοι των καταστροφών! Γιατί ζούµε σε µια εποχή όπου το µέλλον του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος.

Ο φασισµός δεν είναι καµία φυσική καταστροφή που σαν εξήγησή της έχει τη «φύση» του ανθρώπου. Αλλά και στις φυσικές ακόµα καταστροφές υπάρχουν τρόποι παρουσίασης αντάξιοι του ανθρώπου· είναι αυτοί που κάνουν έκκληση στην αγωνιστική του δύναµη. Μετά από ένα µεγάλο σεισµό που κατάστρεψε τη Γιοκοχάµα, έβλεπε κανείς σε πολλά αµερικάνικα περιοδικά φωτογραφίες εκτάσεων µε ερείπια. Από κάτω έγραφε: «Steel stood» (το ατσάλι κράτησε). Και πραγµατικά, αυτός που στην πρώτη µατιά είχε δει µονάχα συντρίµµια, έβλεπε τώρα, µε οξυµένη την προσοχή από αυτά τα λόγια, πως µερικά µεγάλα κτίρια είχαν σταθεί. Από όλες τις περιγραφές ενός σεισµού, ασύγκριτα οι πιο σηµαντικές είναι των µηχανικών, που υπολογίζουν τους κραδασµούς του εδάφους, τις ωθήσεις, τη θερµότητα που αναπτύσσεται και τα σχετικά και που οδηγούν µε αυτό τον τρόπο σε κατασκευές που αντιστέκονται στο σεισµό. Όποιος θέλει να περιγράψει το φασισµό και τον πόλεµο, τις µεγάλες καταστροφές που δεν είναι φυσικές καταστροφές, πρέπει να πει µια πρακτική αλήθεια. Πρέπει να δείξει πως πρόκειται για καταστροφές, που τις ετοιµάζουν ενάντια στις τεράστιες ανθρώπινες µάζες των εργαζοµένων χωρίς δικά τους µέσα παραγωγής, οι ιδιοκτήτες ακριβώς αυτών των µέσων παραγωγής. Αν θέλει κανείς να γράψει µε επιτυχία την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη γράψει έτσι που να διακρίνονται οι μη αναπόφευκτες αιτίες τους. Μιας και φανούν τα – μη αναπόφευκτα – αίτια, µπορούν πια να καταπολεµηθούν οι κακές συνθήκες.

Η κρίση να διαλέγει κανείς εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποκτήσει δύναµη

Οι συνήθειες του εµπορίου του γραπτού λόγου, της αγοράς των περιγραφών και των απόψεων, συνήθειες µε ηλικία αιώνων, αφαιρούσαν από το συγγραφέα κάθε έγνοια για το γραπτό του. Έδιναν δηλαδή στο συγγραφέα την εντύπωση πως ο εκδότης που τα αγοράζει, ο µεσάζοντας, διέδιδε τάχα τα γραφτά του σε όλο τον κόσµο. Σκεφτόταν: «Εγώ µιλάω, κι όσοι θέλουν να µε ακούσουν µε ακούνε». Στην πραγµατικότητα µιλούσε κι όσοι είχαν να πληρώσουν, τον άκουγαν. Τα λόγια του δεν τα άκουγαν όλοι κι αυτοί που άκουγαν δεν ήθελαν να τα ακούσουν όλα. Πάνω σε αυτό έχουν ειπωθεί πολλά και πάλι όχι αρκετά. Εδώ θέλω µονάχα να τονίσω πως το «γράφω σε κάποιον» έγινε «γράφω». Την αλήθεια όµως δε µπορεί κανείς να τη «γράψει» πρέπει να τη γράψει σε κάποιον που να έχει κάτι να την κάνει. Η γνώση της αλήθειας είναι µία διαδικασία κοινή σε αυτούς που γράφουν κι αυτούς που διαβάζουν. Για να γράψει κανείς σωστά πράγµατα πρέπει να ξέρει να ακούει και πρέπει να ακούει σωστά πράγµατα. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται µε περίσκεψη και να ακούγεται µε περίσκεψη. Και για µας που γράφουµε έχει σηµασία σε ποιον τη λέµε και ποιος µας τη λέει. Την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη λέµε σε εκείνους που τις αντιµετωπίζουν στη χειρότερη τους όψη κι από αυτούς πρέπει να τις πληροφορούµαστε. Δεν πρέπει να µιλάει κανείς µονάχα σε ανθρώπους ορισµένων πεποιθήσεων, παρά σε εκείνους που θα τους ταίριαζαν αυτές οι πεποιθήσεις εξαιτίας της κατάστασης τους. Κι οι ακροατές σας αλλάζουν αδιάκοπα! Ακόµα κι οι δήµιοι µπορούν να ακούσουν όταν κοπούν οι πληρωµές για το κρέµασµα ή όταν ο κίνδυνος µεγαλώσει πολύ. Οι αγρότες της Βαυαρίας ήταν αντίπαλοι κάθε ανατροπής· όταν τέλειωσε όµως ο πόλεµος κι όταν οι γιοι τους γύριζαν σπίτι και δεν έβρισκαν πια τόπο στα χωράφια, τότε µπορούσε κανείς να τους κερδίσει για την επανάσταση. Γι’ αυτούς που γράφουν έχει σηµασία να πετύχουν το σωστό τόνο της αλήθειας. Τις πιο πολλές φορές ακούει κανείς ένα πολύ µαλακό, πονεµένο τόνο, φωνή ανθρώπων που δε µπορούν να βλάψουν ούτε µύγα. Όποιος ακούει αυτόν τον τόνο και ζει µέσα στην εξαθλίωση βουλιάζει ακόµα βαθύτερα µέσα σε αυτήν. Έτσι µιλάνε οι άνθρωποι που δεν είναι ίσως εχθροί, ποτέ όµως και συναγωνιστές. Η αλήθεια είναι κάτι το µαχητικό, πολεµάει όχι απλά και µόνο την ψευτιά, άλλα και ορισµένους ανθρώπους που τη διαδίδουν.

Συνεχίζεται…

Πηγή : http://thearkanproject.com/post/42433478380

αναδημοσίευση : Ώρα Κοινής Ανησυχίας