know-your-rights

Διαβάστε και προωθήστε. Είναι απαραίτητο να τα γνωρίζουμε αυτά τα πράγματα!

Μετά τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στις Σκουριές, τις μηνύσεις και καταγγελίες του Δημάρχου Αριστοτέλη για ύπαρξη δήθεν δομημένης τρομοκρατικής οργανώσεως που έχει δήθεν συσταθεί με σκοπό την διάπραξη εγκληματικών κακουργηματικών πράξεων, αυτών που αναφέρονται στα άρθρα 187 και 187Α (τρομοκρατικές πράξεις), λόγω των συνεχών προσαγωγών, πρέπει να γνωρίζετε για την ασφάλειά σας τα κάτωθι:

ΝΟΜΟΙ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΥΛΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ

  1. Το κράτος και η κυβέρνηση με την κάλυψη δυστυχώς της λαϊκής ψήφου, έχει καλύψει με νόμους και νόμιμες άδειες όλο αυτό το περιβαλλοντικό και οικονομικό έγκλημα, που αφορά την «επένδυση» μεταλλουργίας χρυσού σε Σκουριές κ.λ.π.. Κατόπιν τούτων, ο οποιοσδήποτε με οποιονδήποτε τρόπο προκαλεί ή διεγείρει δημοσίως σε απείθεια κατά των νόμων ή των διαταγμάτων ή εναντίον άλλων νόμιμων διαταγών της αρχής, τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 183 Π.Κ. –ΔΙΕΓΕΡΣΗ, με φυλάκιση μέχρι 3 ετών. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για όποιον δημοσίως με οποιονδήποτε τρόπο προκαλεί ή διεγείρει σε διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος με το άρθρο 184 Π.Κ., καθότι τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριων ετών.

  1. Είναι αυτονόητο ότι εφ’όσον το οικονομικό και περιβαλλοντικό έγκλημα έχουν περιβληθεί την νομική κάλυψη, όποιος εγκωμιάζει δημοσίως και με οποιονδήποτε τρόπο έγκλημα, βιαιοπραγίες, εμπρησμούς κ.λ.π. (λ.χ. των επεισοδίων των Σκουριών) που διεπράχθησαν κατ’αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με το άρθρο 185 Π.Κ. θεωρείται ότι εκθέτει σε κίνδυνο την δημόσια τάξη και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριων ετών.

  1. Σύμφωνα πάλι με το άρθρο 186 Π.Κ. §1, όποιος προκαλεί ή παροτρύνει με οποιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει ορισμένο κακούργημα, καθώς και όποιος προσφέρεται ή αποδέχεται τέτοια πρόκληση ή προσφορά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριων μηνών. §2 … για την ποινική δίωξη του αδικήματος αυτού, απαιτείται έγκληση του προσώπου κατά του οποίου σχεδιαζόταν η τέλεση του πλημμελήματος… §3§4 … Οι πράξεις του άρθρου αυτού, μπορεί να μείνουν ατιμώρητες αν ο υπαίτιος ανακάλεσε με δική του θέληση την πρόκληση, την προσφορά ή την αποδοχή.

ΝΟΜΟΙ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Αρθρο 167 Π.Κ. Αντίσταση κατά της αρχής. §1. Οποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή κάποιο υπάλληλο αρχής να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν και να μην εκτελέσουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίζει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, και σε κάθε περίπτωση αποκλείεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής. §.. αν το άτομο που διαπράξει το ανωτέρω έγκλημα οπλοφορεί ή φέρει αντικείμενα με τα οποία μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη ή έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών.

Αρθρο 169 Π.Κ. Απείθεια. Οποιος ύστερα από νόμιμη πρόσκληση που του απευθύνει κάποιος υπάλληλος κάποιας δημόσιας αρχής στον οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας (βλ. Αρθρ. 13 §α Π.Κ.) αρνείται χωρίς αντίσταση την υπηρεσία ή την συνδρομή που οφείλεται κατά το νόμο ή την είσοδο σε οποιοδήποτε μέρος για να επιχειρηθεί κάποια νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 6 μηνών.

Αρθρο 170 Π.Κ. Στάση κατά της αρχής. 1. Οποιος με πρόθεση συμμετέχει σε δημόσια συνάθροιση πλήθους που διαπράττει με ενωμένες δυνάμεις πράξεις του άρθρ. 167 Π.Κ. (αντίσταση κατά της αρχής), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. § 2. Οι υποκινητές της στάσης, καθώς και εκείνοι που μεταχειρίστηκαν σωματική βία ή απειλές σωματικής βίας ή βιαιοπράγησαν τιμωρούνται τουλάχιστον με φυλάκιση 2 ετών.

Αρθρο 171 Π.Κ. Θρασύτητα κατά της αρχής.

§ 1. Οποιος μετέχει σε δημόσια συνάθροιση στο ύπαιθρο που απαγορεύτηκε νόμιμα από την αρμόδια αρχή, τιμωρείται με φυλάκιση 6 μηνών ή με χρηματική ποινή.

§2. Όταν πλήθος συγκεντρωμένο στο ύπαιθρο κληθεί νόμιμα από τον αρμόδιο υπάλληλο Δημόσιας Αρχής (πολιτικό ή στρατιωτικό υπάλληλο), καθένας από τους συγκεντρωμένους που δεν απομακρύνεται από τη συνάθροιση μετά την τρίτη πρόσκληση, τιμωρείται με φυλάκιση 1 έτους ή χρηματική ποινή. (Υπενθυμίζουμε ότι βάσει του άρθρου 11 §1 του Συντάγματος, οι Ελληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. §2 Μόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία. Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευθούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως ο νόμος ορίζει).

ΑΡΘΡΟ 187 Π.Κ. – ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

§1 Οποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει την διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων…… §3. Οποιος εκτός από τις περιπτώσεις της § 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών. §4. Η κατασκευή, προμήθεια ή κατοχή όπλων, εκρηκτικών υλών και χημικών ή βιολογικών υλικών…. τιμωρούνται.

ΑΡΘΡΟ 187 Α. – ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

§1 Οποιος τελεί εγκλήματα όπως, βαρειά σωματική βλάβη (310 Π.Κ.), ανθρωποκτονία με πρόθεση (άρθρ. 299), διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας (382 §2), εμπρησμό (264), εμπρησμό σε δάση (265), έκρηξη (270), παραβάσεις σχετικές με εκρηκτικές ύλες (272), κοινώς επικίνδυνη βλάβη (273)… διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών (290), τα προβλεπόμενα εγκλήματα στις § 1 και 2 του άρθρου 15 και στις § 1 και 3 του άρθρου 17 του Ν.2168/1993 περί ρύθμισης θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 147) κ.λ.π., επιβάλλονται ανάλογα των ανωτέρω εγκλημάτων ποινές κάθειρξης τουλάχιστον από τριων, δέκα ετών έως ισόβια κάθειρξη.

§ 3… Οποιος προκαλεί τρόμο τιμωρείται με φυλάκιση… η απόπειρα πρόκλησης τρόμου, δεν είναι αξιόποινη.

§ 4. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα που δρουν από κοινού με σκοπό να τελέσει το έγκλημα της τρομοκρατικής οργάνωσης (§1)

§5 τιμωρείται όποιος διευθύνει την τρομοκρατική οργάνωση.

§ 6. Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 10 ετών όποιος παρέχει πληροφορίες ή υλικά μέσα ή με οποιονδήποτε τρόπο εισπράττει, συλλέγει, διαθέτει ή διαχειρίζεται κεφάλαια υπό την έννοια της §1 του άρθρου 1 του Ν.3034/2002 (ΦΕΚ Α΄ 168), με σκοπό να διευκολύνει ή να υποβοηθήσει την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων κατά τις § 1, 3, 4, είτε από εγκληματική οργάνωση είτε από μεμονωμένο τρομοκράτη, τιμωρείται με 10 έτη κάθειρξη.

“””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””

Α΄

ΑΡΘΡΟ 189 Π.Κ. – ΔΙΑΤΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

§1 Οποιος συμμετέχει σε δημόσια συνάθροιση πλήθους, που με ενωμένες δυνάμεις διαπράττει βιαιοπραγίες εναντίον προσώπων ή πραγμάτων ή εισβάλλει παράνομα σε ξένες ιδιοκτησίες, τιμωρείται με φυλάκιση 2 ετών.

ΑΡΘΡΟ 190 Π.Κ. – ΔΙΑΤΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

Οποιος με απειλές ότι θα διαπραχθούν κακουργήματα ή πλημμελήματα διεγείρει σε ανησυχία ή τρόμο τους πολίτες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 191 Π.Κ., καταδικάζεται όποιος διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις ή φήμες ικανές να επιφέρουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες ή να ταράξουν την δημόσια πίστη ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στις ένοπλες δυνάμεις ή να επιφέρουιν διαταραχή στις διεθνείς σχέσεις της χώρας….

Σύμφωνα δε με το άρθρο 192 Π.Κ., όποιος δημοσίως με οποιονδήποτε τρόπο προκαλεί ή διεγείρει τους πολίτες σε βιαιοπραγίες μεταξύ τους ή σε αμοιβαία διχόνοια, και έτσι διαταράσσει την κοινή ειρήνη, τιμωρείται με 2 έτη φυλάκιση.

ΑΡΘΡΟ 195 Π.Κ. – Κατάρτιση ένοπλης ομάδας. Τιμωρείται.

ΑΡΘΡΟ 197 Π.Κ. – ΔΙΑΤΑΡΑΞΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ.

§1. Οποιος χωρίς να διαταράξει την κοινή ειρήνη εμποδίζει όμως αυθαίρετα τις συνεδριάσεις υπηρεσιακού συλλόγου συγκροτημένου σύμφωνα με το νόμο για την διεξαγωγή δημόσιων υποθέσεων, πολιτικού σώματος, αναγνωρισμένου σωματείου… ή τις διαταράσσει σοβαρά με διέγερση θορύβου ή αταξίας ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση δύο ετών.

“””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””

Β΄

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗΣ

Σε όλη αυτή την διαδικασία και το κλίμα των συνεχών προσαγωγών που επικρατεί στην περιοχή, πρέπει να γνωρίζετε πολύ καλά τις σύμφωνα με τον νόμο υποχρεώσεις σας και τα σύμφωνα με το νόμο δικαιώματά σας, αλλά και βάσει του νόμου τα δικαιώματα των ανακριτικών αρχών.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

Οι κατηγορίες που έχουν καταγγελθεί, όπως προαναφέραμε, αφορούν πράξεις αξιόποινες εξ εγκληματικών και τρομοκρατικών (δήθεν) οργανώσεων, άρθρο 187 και 187Α Π.Κ.

Πρέπει να ληφθεί υπ’όψιν ότι ειδικά για τις αξιόποινες πράξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 187 Π.Κ. και για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 187Α του Π.Κ., η έρευνα βάσει του άρθρου 253Α Κ.Π.Δ. δύναται να συμπεριλάβει και την διενέργεια:

α) ανακριτικής διείσδυσης. Πρόκειται για την συγκαλυμμένη δράση ανακριτικών και αστυνομικών οργάνων ελέγχου, που δρουν συνήθως ως agentprovocateurs, εμφανίζονται δηλ. ευνοϊκά διακείμενοι προς τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης. Η ανακριτική διείσδυση συνίσταται στην χρησιμοποίηση είτε των ιδίων των ανακριτικών υπαλλήλων είτε άλλων έμπιστων προσώπων, ακόμα και ιδιωτών που συνεργάζονται με τις ανακριτικές αρχές, με στόχο την αντιμετώπιση της οργανωμένης εγκληματικής δραστηριότητας.

β) Ελεγχόμενες μεταφορές. Ως ελεγχόμενες μεταφορές νοούνται οι ανακριτικές πράξεις που συνίστανται στην παρακολούθηση της μεταφοράς παράνομων υλικών, όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης σοβαρών αξιόποινων πράξεων.

γ) Αρση του απορρήτου. Ως προς την άρση του απορρήτου για διακρίβωση εγκλημάτων, το άρθρο 4 Ν.2225/1994 που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 19 Συνταγμ., προβλέπει ότι η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για την διακρίβωση των κακουργημάτων του άρθρου 187 § 1,2 κ.λ.π. Επίσης επιτρέπεται η άρση του απορρήτου για την διακρίβωση των προπαρασκευαστικών πράξεων… Η άρση στρέφεται μόνο κατά συγκεκριμένου προσώπου ή προσώπων που έχουν σχέση με την υπόθεση που ερευνάται ή για τα οποία, βάσει συγκεκριμένων περιστατικών, προκύπτει ότι λαμβάνουν ή μεταφέρουν συγκεκριμένα μηνύματα που αφορούν ή προέρχονται από τον κατηγορούμενο ή χρησιμοποιούνται ως σύνδεσμοί του. Με τον όρο «άρση του απορρήτου» νοούνται παράλληλα με τις παρεμβολές και συνακροάσεις συνδιαλέξεων και οι εγγραφές και αποτυπώσεις των τηλεπικοινωνιών σε υλικό φορέα.

δ) Καταγραφή δραστηριότητας ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας με συσκευές ήχου ή εικόνας ή με άλλα ειδικά τεχνικά μέσα…. Επιτρέπεται η καταγραφή σχετικών πράξεων με συσκευές ήχου ή εικόνας ή άλλα ειδικά τεχνικά μέσα και η χρησιμοποίηση του υλικού ως αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, ανακριτικής ή άλλης δημόσιας αρχής. (Απαγορεύεται η παρακολούθηση εντός της οικίας λόγω προστασίας της οικογενειακής ζωής του ατόμου, άρθρο 9 §1 εδ. β΄ Συντ.).

ε) Συσχέτιση και συνδυασμός δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Γι’αυτή την ανακριτική πράξη ισχύουν οι όροι και οι προϋποθέσεις του Ν.2472/1997, εφόσον η συσχέτιση ή ο συνδυασμός δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι μορφή επεξεργασίας κατ’άρθρ. 2 περ.δ΄ του Ν.2472/1997. Με το άρθρο 3 του Νόμου αυτού τίθενται οι όροι επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενώ με το άρθρο 7 §2 προβλέπονται οι προϋποθέσεις επεξεργασίας των ευαίσθητων δεδομένων. Η διασταύρωση ευαίσθητων δεδομένων οφείλει να θεωρείται ως απαγορευμένη, τόσο στις περιπτώσεις που αυτά δεν έχουν καταχωρηθεί νομίμως, όσο και όταν αυτά δεν αφορούν στην ποινικώς διαφέρουσα συμπεριφορά του θιγόμενου προσώπου…

Αρθρο 254 Κ.Π.Δ. ΕΡΕΥΝΑ ΣΕ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΝΥΚΤΑ. Η νυκτερινή έρευνα επιτρέπεται όταν η είσοδος στην κατοικία είναι αναγκαία:

α) για να συλληφθεί (και όχι για την διενέργεια άλλης έρευνας) πρόσωπο που διώκεται νόμιμα, δηλ. με ένταλμα σύλληψης ή με βούλευμα που διατάσσει σύλληψη και προσωρινή κράτηση ή προς εκτέλεση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, ή εάν ο διωκόμενος μετά την τέλεση αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος κατέφυγε στην κατοικία.

β) για να συλληφθεί δράστης που τελεί αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα μέσα στην κατοικία, συμπεριλαμβανομένης και της έρευνας για την βεβαίωση του εγκλήματος και της εντεύθεν ζημίας.

γ) ……………..

δ) Σε χώρους κοινόχρηστους που είναι προσιτοί σε όλους την νύχτα (π.χ. καφετέριες, ταβέρνες, σινεμά κ.λ.π.).

Αυτοί που νομιμοποιούνται να ενεργήσουν έρευνα κατά την διάρκεια της νύκτας στην κατοικία, είναι ο Εισαγγελέας, ο ανακριτής, ο Ειρηνοδίκης, ο Πταισματοδίκης, και αν αυτοί δεν υπάρχουν, αξιωματικός της Αστυνομίας από βαθμό Αρχιφύλακα και πάνω. Επί αυτεπάγγελτης προανάκρισης (243 §2 Κ.Π.Δ.) μπορεί να ενεργηθεί και νυχτερινή έρευνα κατοικίας χωρίς προηγούμενη λήψη παραγγελίας από τον αρμόδιο Εισαγγελέα. Προαπαιτούμενο αποτελεί βεβαίως η τήρηση της προϋπόθεσης του άρθρου 9 Συνταγ. για την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής.

ΑΡΘΡΟ 255 Κ.Π.Δ. – ΕΡΕΥΝΑ ΣΕ ΚΑΤΟΙΚΙΑ

Μπορεί να διαταχθεί έρευνα σε οικία με παρουσία δικαστικού εκπροσώπου (λειτουργού). Πρέπει να έχει την ιδιότητα ανακριτικού υπαλλήλου, να είναι δηλ. Ειρηνοδίκης, Πταισματοδίκης, Εισαγγελέας ή Αντιεισαγγελέας Πλημμελειοδικών (ανθυπαστυνόμος ανακριτικός υπάλληλος), πρέπει να έχει εντολή Εισαγγελέως. Γίνεται με μυστικό ήσυχο τρόπο η προσέγγιση και γίνεται πρόσκληση του ενοίκου να ανοίξει την πόρτα της οικίας του. Εάν υπάρξει άρνηση του ενοίκου να συμμορφωθεί, τότε βάσει του άρθρου 255 Κ.Π.Δ. υπάρχει δυνατότητα παραβίασης της πόρτας της οικίας. Ως άρνηση μπορεί να θεωρηθεί και η καθυστέρηση κατά την εύλογη κρίση του ενεργούντος την έρευνα. Αντικείμενο έρευνας στην οικία μπορεί να αποτελέσουν και τα εντός της οικίας κλειστά δωμάτια, Η/Υ, ντουλάπια, κιβώτια κ.λ.π. Ο ένοικος κατά την έρευνα στην οικία του δεν δικαιολογείται να έχει παράσταση συνηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 97 Κ.Π.Δ.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ – ΑΡΘΡΟ 253 Κ.Π.Δ.

Αν διεξάγεται ανάκριση για κακούργημα ή πλημμέλημα, έρευνα διενεργείται όταν μπορεί βάσιμα να υποτεθεί ότι η βεβαίωση του εγκλήματος, η αποκάλυψη ή η σύλληψη των δραστών, ή τέλος η βεβαίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί ή να διευκολυνθεί μόνο με αυτήν. Ερευνα είναι η ανακριτική πράξη που συνίσταται στην αναζήτηση των πειστηρίων του εγκλήματος, δηλ. των αντικειμένων ή των προϊόντων ή των μέσων τέλεσης του εγκλήματος και άλλων αντικειμένων χρήσιμων για την βεβαίωση τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και την ανακάλυψη του δράστη, καθώς και για την αποκάλυψη ή σύλληψή του…. Πειστήρια του εγκλήματος συνιστούν: 1) πράγματα που αποτελούν το σώμα του εγκλήματος, 2) προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, 3) πράγματα που αποτελούν τα μέσα τέλεσης κακουργήματος ή πλημμελήματος, 4) ίχνη του εγκλήματος, τέτοια είναι τα δακτυλικά αποτυπώματα, τα βιολογικά υλικά (αίμα, σάλιο, τρίχες, σπέρμα, ιδρώτας, δάκρυ κ.λ.π.), τα αποτυπώματα των ποδιών ή των υποδημάτων. 5) Πράγματα που φέρουν ίχνη τέλεσης του εγκλήματος. Η έρευνα πρέπει να διενεργείται σε ορισμένο τόπο και επί ορισμένων προσώπων. Απαγορεύεται και είναι παράνομη η γενική έρευνα σε όλες τις κατοικίες και τους κατοίκους μιας ολόκληρης συνοικίας.

Συναίνεση για την διεξαγωγή έρευνας. Εάν το πρόσωπο συναινέσει να του γίνει έρευνα, τότε δεν απαιτούνται η τήρηση των σχετικών με την έρευνα διατάξεων. Η συναίνεση συνίσταται σε δήλωση αποδοχής περί της διενέργειας της έρευνας, πρέπει δηλ. να δοθεί με θετικό τρόπο, χωρίς να αρκεί η απλή ανοχή στην έρευνα.

Προϋποθέσεις για την νόμιμη διενέργεια έρευνας. Ερευνα γίνεται όχι μόνο στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης, αλλά και της προανάκρισης, νοουμένης ως τέτοιας είτε εκείνης που διενεργείται με παραγγελία του Εισαγγελέα είτε της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης, σε περίπτωση αυτοφώρου κακουργήματος ή πλημμελήματος ή άμεσου κινδύνου καθυστέρησης κατ’ άρθρ. 243 §2 Κ.Π.Δ.

Δεν διεξάγεται όμως έρευνα στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης και αν τυχόν διεξαχθεί, θα πρόκειται για απολύτως άκυρη πράξη, ως περίπτωση που δεν προβλέπεται από το άρθρο 251 Π.Κ. ούτε από άλλη ειδική νομοθετική διάταξη, δεδομένου ότι με την έρευνα προσβάλλονται συνταγματικώς κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα, όπως είναι το άσυλο της κατοικίας, το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής…..

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

Οι έρευνες στις οποίες προβαίνει η Αστυνομία ρυθμίζονται από το ΠΔ 141/1991 και δη από τα άρθρα 94επ. Ειδικότερα,το άρθρο 96 του νομοθετήματος αυτού προβλέπει τα εξής:

1. Η Ελληνική Αστυνομία, στα πλαίσια της προληπτικής και κατασταλτικής της δραστηριότητας, κάνει έρευνες προσώπων (σωματικές), χώρων και αντικειμένων.

2. Όταν οι έρευνες αυτές γίνονται κατά τη διάρκεια προανάκρισης, υπόκεινται στους περιορισμούς και τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

3. Οι έρευνες που γίνονται στα πλαίσια της προληπτικής της δραστηριότητας χωρίς να ενεργείται προανάκριση (αστυνομικές έρευνες), γίνονται με τις παρακάτω προϋποθέσεις:

   α) Ερευνα σε κατοικία επιτρέπεται μόνο με τη ρητή συναίνεση του ενοίκου της

  β) Σωματικές έρευνες σε μεταφορικά μέσα και μεταφερόμενα αντικείμενα και έρευνες σε ιδιωτικούς χώρους μη προσιτούς στο κοινό που δεν υπάγονται στην έννοια της κατοικίας, γίνονται όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια τελέσεως αξιοποίνου πράξεως ή απόλυτη ανάγκη.

  γ) Έρευνες σε χώρους δημοσίους ή ιδιωτικούς αλλά ελεύθερα προσιτούς στο κοινό, γίνονται ελεύθερα.

 δ) Οι έρευνες των περ. α΄ έως και γ΄ γίνονται από βαθμοφόρο της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώπιον δυο μαρτύρων, αν υπάρχουν. Κατ’ εξαίρεση η έρευνα μπορεί να γίνει από Αστυφύλακα, όταν δεν είναι παρών βαθμοφόρος και δεν μπορεί να ανακληθεί μέχρι την άφιξή του χωρίς κίνδυνο ματαίωσής της.

  ε) Σωματική έρευνα σε γυναίκα γίνεται από γυναίκα Αστυνομικό και αν δεν υπάρχει, από άλλη γυναίκα της εκλογής του Αστυνομικού.

4. Κατά τις έρευνες οι Αστυνομικοί πρέπει να φροντίζουν να μην θίγεται η προσωπικότητα ούτε να ενοχλείται αδικαιολόγητα το πρόσωπο που υποβάλλεται σε σωματική έρευνα ή ο ιδιοκτήτης του χώρου ή αντικειμένου που ερευνάται, στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό». Το δικαίωμα για την ενέργεια των «προληπτικών σωματικών ερευνών» έχει επιφυλάξει ο νομοθέτης μόνο για τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας (βλ. άρθρο 94 ΠΔ 141/1991). Η προληπτική λειτουργία της ΕΛ.ΑΣ. αποσκοπεί στην πρόληψη των αξιόποινων πράξεων και δυστυχημάτων και στην εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης, ευταξίας και απρόσκοπτης κοινωνικής συμβίωσης των πολιτών. Στα πλαίσια της προληπτικής αποστολής της η ΕΛ.ΑΣ. ενεργεί σωματικές έρευνες προσώπων, χώρων προσιτών στο κοινό, καθώς και μεταφορικών μέσων και μεταφερόμενων αντικειμένων (περ. α΄ άρθρου 94 του ως άνω ΠΔ). Στα πλαίσια της κατασταλτικής αποστολής της επιλαμβάνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠΔ για τη βεβαίωση του εγκλήματος, τη συλλογή των αποδείξεων και πειστηρίων, την αναζήτηση και σύλληψη του δράστη και την παράδοσή του στην αρμόδια δικαστική αρχή. Προς τούτο δύναται να προσκαλεί και προσάγει για εξέταση στα αστυνομικά καταστήματα τα άτομα για τα οποία υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι ενέχονται στη διάπραξη του εγκλήματος, ενεργεί έρευνες για τους ανωτέρω σκοπούς και γενικά συλλέγει κάθε πληροφορία που έχει στη διάθεσή της για την τέλεση αξιόποινης πράξης, ενεργεί εξακριβώσεις και ειδοποιεί τον αρμόδιο Εισαγγελέα [βλ. άρθρο 95 ΠΔ 141/1991 – ΓνωμΕισΑΠ 16/2007 ΠοινΔικ 2008, 431].

Το προσωπικό της κατηγορίας Υ.Ε. του κλάδου Υ.Ε. Φυλάκων-Νυκτοφυλάκων που έχει προσληφθεί στην υπηρεσία Φύλαξης και Ασφάλειας Νοσοκομείου ή άλλου ΝΠΔΔ δεν δύναται να ενεργεί νόμιμες έρευνες σε οχήματα υπαλλήλων και επισκεπτών σε χώρους δικαιοδοσίας του Νοσοκομείου ή του ΝΠΔΔ έστω και αν υπάρχουν υπόνοιες διαπράξεως αξιοποίνων πράξεων από τους τελευταίους είτε ήθελε θεωρηθεί ότι οι έρευνες αυτές αποτελούν ανακριτικές πράξεις, στα πλαίσια αρχομένης αυτεπάγγελτης προανακρίσεως κατ’άρθρο 243 παρ.2 ΚΠΔ είτε ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελούν «προληπτική σωματική έρευνα», αφού αυτοί δεν έχουν την ιδιότητα του γενικού προανακριτικού υπαλλήλου ενώ στην κείμενη νομοθεσία δεν υφίσταται διάταξη προβλέπουσα ότι οι ανωτέρω έχουν την ιδιότητα του ειδικού προανακριτικού υπαλλήλου κατ΄άρθρο 34 ΚΠΔ ή τέλος την ιδιότητα του αστυνομικού οργάνου, ούτε υφίσταται διάταξη με την οποία να επεκτείνεται στα πρόσωπα αυτά το εκ του ΠΔ 141/1991 δικαίωμα των αστυνομικών οργάνων για την ενέργεια «προληπτικής σωματικής έρευνας» [ΓνωμΕισΑΠ 13/2004 ΠοινΔικ 2005, 171, ΠΛογ 2004,2037, ΠοινΧρ 2005, 1043]. Ορθή και αιτιολογημένη η καταδίκη των κατηγορουμένων για στάση και εξύβριση, επειδή συμμετείχαν σε ομαδική επίθεση κατά Αστυνομικών, προκειμένου να τους εξαναγκάσουν να παραλείψουν προληπτική έρευνα σε σακίδια ατόμων, που κατά πληροφορίες περιείχαν βόμβες μολότωφ και πέτρες [ΑΠ 696/1999 ΠοινΧρ 2000, 318 (παρατ. Ν.Λίβου)].

ΑΡΘΡΟ 257 Κ.Π.Δ. – ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

Η έννοια σωματικής έρευνας είναι αυτή που διενεργείται στο σώμα και στα αντικείμενα που φέρει ο θιγόμενος, όπως είναι τα ρούχα, τα παπούτσια, το καπέλο. Επίσης σε διάφορες κοιλότητες του σώματος, ή η λήψη στοιχείων του σώματός του (π.χ. εκπνοή, υγρά σιέλου, δάκρυ, ιδρώτας, τρίχες κ.λ.π.) για την διερεύνηση DNA. Σωματική έρευνα κατά μία άποψη θεωρείται και η έρευνα στην τσάντα, χειραποσκευές, τηλέφωνο· κατ’άλλη άποψη θεωρείται αυτό ως έρευνα αντικειμένων.

Η σωματική έρευνα γίνεται στα πλαίσια ανάκρισης, κύριας ή τακτικής, ή αστυνομικής προανάκρισης για κακούργημα ή πλημμέλημα. Σωματική έρευνα μπορεί να διενεργήσει και το αστυνομικό όργανο κατά τη σύλληψη δράστη εγκλήματος είτε με ένταλμα είτε επ’ αυτοφώρω, καθώς και πολίτης αν είναι απολύτως αναγκαίο για τον αφοπλισμό του συλλαμβανόμενου ή την διατήρηση των πειστηρίων.

Σωματική έρευνα στον κατηγορούμενο υπό την έννοια άρθρου 72 Κ.Π.Δ. (δηλ. σε εκείνον που ο Εισαγγελέας άσκησε ρητά την ποινική δίωξη ή εκείνος στον οποίο σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης αποδίδεται η αξιόποινη πράξη), προϋποθέτει την συνδρομή σπουδαίων λόγων εξαιτίας των οποίων αυτή είναι χρήσιμη για την εξακρίβωση της αλήθειας κατά την κρίση του ενεργούντος την ανάκριση. Τέτοιοι λόγοι σπουδαίοι συντρέχουν εφ’όσον κρίνεται ότι υφίστανται σοβαρές ενδείξεις τέλεσης του εγκλήματος και αυξημένη πιθανότητα επιτυχίας της έρευνας.

Σωματική έρευνα σε πρόσωπα που δεν είναι κατηγορούμενοι:

Για σωματική έρευνα σε μη κατηγορουμένους απαιτείται σοβαρή και βάσιμη υπόνοια ή απόλυτη ανάγκη, δηλ. επιτάσσεται η τήρηση της αρχής της αναγκαιότητας. Το πότε υπάρχει σοβαρή και βάσιμη υπόνοια ή απόλυτη ανάγκη, εναπόκειται στην διακριτική κρίση του ενεργούντος την έρευνα.

ΑΡΘΡΟ 258 Κ.Π.Δ. – ΣΥΝΤΑΞΗ ΕΚΘΕΣΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ

Μετά το πέρας της ανακριτικής έρευνας και πράξης, συντάσσεται έκθεση που πιστοποιεί την ενέργεια αυτής της ανακριτικής πράξης και των αποτελεσμάτων της και χρησιμεύει και στην κατοχύρωση των πράξεων των ανακριτικών οργάνων και των θιγομένων από αυτή δικαιωμάτων. Η έκθεση έρευνας συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 149-151 Κ.Π.Δ., δηλ. στον τόπο που γίνεται η πράξη, η δήλωση που βεβαιώνεται σε αυτήν και στον ίδιο τον χρόνο της ενέργειας. Κατά την σύνταξη της έκθεσης, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, παρίσταται δικαστικός γραμματέας ή ανακριτικός υπάλληλος, και αν δεν υπάρχουν αυτοί, παρίστανται δύο μάρτυρες. Αν δεν υπάρχουν μάρτυρες, ο δημόσιος υπάλληλος οφείλει να την συντάξει μόνος του. Βάσει του άρθρου 152 Κ.Π.Δ. η έκθεση αυτή που θα συνταχθεί, έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου αποδειχθεί το αντίθετο. Για όσα όμως βεβαιώνονται σε αυτήν ότι έγιναν από δημόσιο υπάλληλο, η έκθεση έχει αποδεικτική ισχύ ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα.

Την αποδεικτική δύναμη του άρθρου 152 έχει η κατάθεση του εκκαλούντος ενώπιον υπαστυνόμου, αν και αρνήθηκε να την υπογράψει, εφ’όσον βεβαιούται σε αυτή ότι αρνήθηκε να την υπογράψει ο εξετασθείς.

Σύμφωνα με το άρθρο 151 Κ.Π.Δ. εδ.β΄ , ο μάρτυς που εξετάστηκε και οι ανακριτικοί υπάλληλοι πρέπει να υπογράφουν σε κάθε φύλλο της έκθεσης, ακόμα και όταν η συνέχιση της πράξης αναβλήθηκε για την επόμενη ημέρα, ενώ τα διάκενα πρέπει να διαγράφονται και οι προσθήκες να μονογράφονται.

ΑΡΘΡΟ 258 Κ.Π.Δ. – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ

Κατά την ανακριτική διαδικασία ορισμένα κινητά πράγματα αφαιρούνται από τον κάτοχο και παρά την βούλησή του προς εξυπηρέτηση του έργου της ανάκρισης ή για την εξασφάλιση της εκτέλεσης ποινών και αποζημιώσεων. Κατάσχονται και υποβάλλονται σε μεσεγγύηση όσα πράγματα ή έγγραφα σχετίζονται με το έγκλημα, δηλ. μόνο τα προϊόντα του εγκλήματος, αλλά και τα όργανα τέλεσής του και ο,τιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο.

ΜΕΣΕΓΓΥΗΣΗ – ΑΡΘΡΟ 259 Κ.Π.Δ.

Νοείται η ανάθεση της φύλαξης των σχετιζόμενων με το έγκλημα πραγμάτων ή εγγράφων που βρέθηκαν από την έρευνα. Η μεσεγγύηση γίνεται είτε μετά από συναίνεση των διαδίκων και του ανακριτή, είτε μόνο του ανακριτή.

ΑΡΘΡΟ 266 Κ.Π.Δ. – ΦΥΛΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΧΕΘΗΚΑΝ……

ΑΡΘΡΟ 200Α Κ.Π.Δ. – ΑΝΑΛΥΣΗ DNA

Προϋποθέσεις εξέτασης του DNA. Αναγκαίες προϋποθέσεις για την δυνητική εξέταση DNA είναι οι ακόλουθες: α) Να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ένα πρόσωπο έχει τελέσει κακούργημα με χρήση βίας (π.χ. ανθρωποκτονία, ληστεία, έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας κ.λ.π.) ή πράξης συγκρότησης ή συμμετοχής σε οργάνωση κατ΄άρθρο 187 §1 ή 187Α Π.Κ. (οργανωμένο έγκλημα. Θα πρέπει όμως να βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος ενδείγματα (αίμα, τρίχες, σάλιο, και άλλα βιολογικά υλικά και στοιχεία) που καθιστούν πρόσφορη την σύγκριση προς το DNA του κατηγορούμενου. β) Βούλευμα του αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου, που να διατάσσει την ανάλυση DNA προς τον σκοπό της διαπίστωσης της ταυτότητας του δράστη. γ) ………..…….

Η ύπαρξη βιολογικού υλικού στον τόπο τέλεσης του εγκλήματος πάνω σε ένα αντικείμενο, ακόμα και πάνω στο θύμα του εγκλήματος, δεν αποδεικνύει ότι το έγκλημα τελέστηκε από το πρόσωπο αυτό, στο οποίο ανήκει το βιολογικό υλικό. Η ύπαρξη του βιολογικού υλικού σημαίνει την παρουσία ενός προσώπου στον χώρο. Το DNA από δικονομικής άποψης κατατάσσεται όχι στις αποδείξεις, αλλά στις «ενδείξεις» του άρθρου 178 στχ. α΄.

Ο προσαχθείς για ανάκριση δύναται να αρνηθεί να παραδώσει οικειοθελώς το DNA του, και τότε πρέπει από τον ανακριτικό υπάλληλο να γίνει αίτηση στον Εισαγγελέα να του προσκομίσει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία που αποδεικνύουν την αναγκαιότητα της λήψης, και ο Εισαγγελέας δεν έχει αρμοδιότητα μόνος του να ενταλθεί, αλλά εισάγει την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο και αποφαίνεται αυτό αν υπάρχει ανάγκη λήψης γενετικού υλικού.

Αυτά όσον αφορά τα νόμιμα δικαιώματα των ανακριτικών υπαλλήλων.

“””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””””

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ

ΠΡΟΣΑΧΘΕΝΤΟΣ ΠΡΟΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

1) Προσαγωγή για εξακρίβωση στοιχείων

Όταν μετακινείσθε, να έχετε πάντα μαζί σας το αστυνομικό δελτίο ταυτότητάς σας (ή επικυρωμένο από Αστυν.Τμήμα γνήσιο φωτοαντίγραφο).

Εάν σε κάποιο σημείο αστυνομικά όργανα σας δώσουν εντολή να σταματήσετε, οφείλετε να σταματήσετε, και αν σας ζητηθεί αστυνομική ταυτότητα οφείλετε να την επιδείξετε, ώστε να δυνηθεί η αστυνομική αρχή να προβεί σε εξακρίβωση στοιχείων. Εάν το περιπολικό διαθέτει κατάλληλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό, η εξακρίβωση μπορεί να γίνει επί τόπου, επίσης και τηλεφωνικώς. Εάν δεν καθίσταται τοιουτοτρόπως εφικτή αυτή η εξακρίβωση και σας ζητηθεί να μεταβείτε σε Α.Τ. της περιοχής, οφείλετε να υπακούσετε. Εκεί γίνεται από τα αστυνομικά όργανα ηλεκτρονική ενημέρωση εκ των αρχείων της Σένγκεν κ.λ.π., για να δουν αν εκκρεμεί κάποια εις βάρος σας επιβαρυντική υπόθεση. Αυτή η διαδικασία διαρκεί 30 λεπτά.

2) Προσαγωγή για κατάθεση κατηγορουμένου

Εάν κατά την προσαγωγή μας μάς ζητηθεί να καταθέσουμε για κάποια εγκληματική πράξη, πλημμέλημα ή κακούργημα, ζητάμε πρώτα να μας καταστήσουν γνωστό αν έχει εις βάρος μας συνταχθεί κατηγορητήριο όπου μας αποδίδουν συγκεκριμένες ποινικά διώξιμες πράξεις. Εφ’όσον μας επιδειχθεί νόμιμα συντεταγμένο, ενυπόγραφο κατηγορητήριο, τότε τα δικαιώματά μας είναι τα κάτωθι:

α) Να ενημερώσουμε αμέσως πρώτα και κύρια τον πληρεξούσιο δικηγόρο μας, να μην δώσουμε καμία απολύτως κατάθεση, να μην υπογράψουμε κανένα έγγραφο πριν έρθει ο δικηγόρος μας.

β) Σύμφωνα με το άρθρο 101 Κ.Π.Δ. §1, ο ανακριτής μόλις εμφανισθεί ο κατηγορούμενος, του ανακοινώνει και επιδεικνύει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και των συναφών αποδεικτικών εγγράφων της ανάκρισης. Με γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου και δαπάνη του, τού χορηγούνται αντίγραφα του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης.

γ) Σύμφωνα με το άρθρο 102 Κ.Π.Δ. §1, ο κατηγορούμενος προκειμένου να ετοιμάσει μαζί με τον συνήγορό του το απολογητικό του υπόμνημα, έχει το δικαίωμα να ζητήσει προθεσμία έως 48 ώρες και δεν έχει υποχρέωση να απολογηθεί πριν περάσει η προθεσμία. § 2. Με την βοήθεια του συνηγόρου αυτή η προθεσμία μπορεί να παραταθεί.

δ) Σύμφωνα με το άρθρο 103 Κ.Π.Δ., ο ανακριτής αφού με απόλυτη σαφήνεια εξηγήσει τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο βάσει των άρθρων 104, 100 §1,2 και 4, 101, 102 και 103 Κ.Π.Δ., συντάσσει έκθεση για την εξήγηση και για την απάντηση του κατηγορουμένου, ότι θέλει δηλ. να κάνει χρήση των δικαιωμάτων του. Κατόπιν τούτου υπογράφεται από αμφοτέρους η έκθεση.

ε) Σύμφωνα με το άρθρο 104 §2 Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 του Κ.Π.Δ. και μετά τη λήξη της προθεσμίας αναβολής του να υποβάλει εγγράφως το απολογητικό υπόμνημά του εκπροσωπούμενος από τον συνήγορό του που διορίζεται κατά το άρθρο 96 §2, εκτός αν θεωρηθεί αναγκαία ή αυτοπρόσωπη εμφάνισή του κατά την κρίση εκείνου που ενεργεί την προανάκριση.

στ) Σύμφωνα με το άρθρο 100 §1, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα στην απολογία του και σε κάθε εξέτασή του, ακόμα και σε αυτήν που γίνεται σε αντιπαράσταση με μάρτυρες ή άλλους κατηγορουμένους, να παρίσταται με συνήγορο. §4 Σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να απαγορευθεί η επικοινωνία του κατηγορουμένου με το συνήγορό του.

ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΦΩΡΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 275 §1, για εγκλήματα αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι του άρθρου 33 Κ.Π.Δ. (Πταισματοδίκες, Ειρηνοδίκες, βαθμοφόροι της χωροφυλακής που έχουν βαθμό τουλάχιστον υπενωμοτάρχη, από αστυνομικούς υπαλλήλους που έχουν βαθμό τουλάχιστον υπαρχιφύλακα) και, άρθρ. 34 Κ.Π.Δ. ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι, καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης έχουν το δικαίωμα, να συλλάβουν το δράστη τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 279 Κ.Π.Δ. για την άμεση προσαγωγή του στον Εισαγγελέα. §2. Στα εγκλήματα που διώκονται με έγκληση, δεν επιτρέπεται η σύλληψη, εκτός αν προηγουμένως υποβληθεί η έγκληση, έστω και προφορικά, σε εκείνον που έχει δικαίωμα να συλλάβει τον δράστη (Αρθρ. 42-46 Κ.Π.Δ.). §3. Στα αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημ/κων έχει το δικαίωμα να εκδίδει ένταλμα σύλληψης εναντίον του δράστη που διώκεται.

Για τη σύλληψη του δράστη αυτόφωρου εγκλήματος δεν απαιτείται οποιαδήποτε έγκριση ή άδεια του Εισαγγελέα ή οποιουδήποτε άλλου. Επομένως ο Εισαγγελέας δεν δικαιούται να αποτρέπει τη σύλληψη με προφορική ή έγγραφη παραγγελία του, παρόλο που διευθύνει την προανάκριση και ελέγχει και εποπτεύει για την τήρηση των νόμων (ΠοινΔικ 2006, 757, ΕγΕισ.ΕφΑθ 2/1999 ΠοινΔικ 1999, 843, ΠοινΧρ 1999, 778, ΓνωμΕισΠρωτΣύρου 4/2005 ΠοινΧρ 2006, 274).

Βεβαίως, αξίζει να σημειωθεί ότι στην πράξη συνηθίζεται, οι αστυνομικοί, όταν έχουν αμφιβολίες ως προς τον αυτόφωρο χαρακτήρα του αδικήματος ή ως προς τη συνδρομή των όρων του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ, να επικοινωνούν με τον εισαγγελέα υπηρεσίας, προκειμένου να λάβουν τη γνώμη του. Και στην περίπτωση όμως αυτή, ο εισαγγελέας (πρέπει να) περιορίζεται στην εκφορά γνώμης ως προς το ερώτημα που του τίθεται και αφορά στη συνδρομή ή μη των ανωτέρω προϋποθέσεων του αυτοφώρου, δεν δικαιούται δε να λάβει θέση υπέρ της σύλληψης ή μη των δραστών αυτοφώρων εγκλημάτων. Επομένως, η τοποθέτηση του εισαγγελέα, όταν ερωτηθεί, αφορά μόνο στη νομιμότητα, ουδέποτε στη σκοπιμότητα της σύλληψης.

Στα αυτόφωρα εγκλήματα του άρθρου 275 Κ.Π.Δ. ο κατηγορούμενος αφού προσαχθεί ενώπιον του ανακριτού, έχει τα Συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματά του που προαναφέρθηκαν αυτά του κατηγορουμένου.

__________________________

ΣΥΛΛΗΨΗ ΜΕ ΕΝΤΑΛΜΑ – ΑΡΘΡΟ 276 Κ.Π.Δ.

Εκτός από την περίπτωση της αυτόφωρης διαδικασίας άρθρ. 275 Κ.Π.Δ., κανείς δεν συλλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 276 §1 χωρίς ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα του ανακριτή ή βούλευμα του δικαστικού Συμβουλίου, που πρέπει να κοινοποιούνται κατά την στιγμή της σύλληψης. §2. Ο ανακριτής εκδίδει το ένταλμα σύλληψης αφού προηγουμένως διατυπώσει γνώμη ο Εισαγγελέας, και μόνο στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 282 Κ.Π.Δ. (προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους). Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να διαταχθεί η σύλληψη και η προσωρινή κράτηση και από το δικαστικό συμβούλιο. §3. Το ένταλμα σύλληψης περιέχει το όνομα, το επώνυμο, την κατοικία και την ακριβέστερη δυνατή περιγραφή του προσώπου που συλλαμβάνεται, σημείωση για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται και μνεία του άρθρου που το προβλέπει. Εχει επίσης την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του ανακριτή και του γραμματέα.

Το άρθρο 6 §1 του Συντ. απαιτεί επίδοση του εντάλματος σύλληψης την στιγμή που γίνεται η σύλληψη.

Σύμφωνα με το άρθρο 277 Κ.Π.Δ. §1 το ένταλμα σύλληψης που εκδίδεται με το νόμιμο τρόπο είναι εκτελεστό σε όλη την επικράτεια.

Αποδέκτης της παραγγελίας εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης απευθύνεται κατ’αρχήν στην αστυνομία. Όμως όλες οι πολιτικές, στρατιωτικές, τελωνειακές αρχές αν τους ζητηθεί, οφείλουν να παράσχουν την συνδρομή τους για την σύλληψη.

Σύμφωνα με το άρθρο 278 Κ.Π.Δ. §1 , σύλληψη δεν μπορεί να γίνει:

α) όσο διαρκεί η ιερουργία σε Ναό που νόμιμα έχει αδειοδοτηθεί για τη Θεία Λατρεία. Η διάταξη περιλαμβάνει την απαγόρευση σύλληψης και όταν η ιερουργία λαμβάνει χώρα εκτός λατρευτικού οικήματος (π.χ. περιφορά εικόνας Επιταφίου, Λιτανεία κ.λ.π.). β) τη νύχτα σε ιδιωτική κατοικία, εκτός αν συναινέσει ο ένοικος της οικίας ή αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 254 Κ.Π.Δ. (δηλ. αν πρόκειται για αυτόφωρη διαδικασία και για αδικήματα που διαπράττονται εκείνη την ώρα εντός της οικίας κ.λ.π.).

§2. Τα αρμόδια όργανα στον συλληφθέντα πρέπει να συμπεριφερθούν με κάθε δυνατή ευγένεια και να σέβονται την τιμή του.

Στον συλληφθέντα τα αστυνομικά όργανα δεν πρέπει να χρησιμοποιούν βία, παρά μόνο αν αυτός αντιστέκεται και επιχειρεί την φυγή του.

ΑΡΘΡΟ 279 Κ.Π.Δ. Προσαγωγή του κατηγορουμένου

§1. Ο συλλαμβανόμενος επ’ αυτοφώρω ή με ένταλμα οδηγείται χωρίς αναβολή στον αρμόδιο εισαγγελέα, το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψή του και, αν η σύλληψη έγινε έξω από την έδρα του, στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη μεταφορά του. Αν πρόκειται για κακούργημα ή αν η σύλληψη έγινε με ένταλμα του ανακριτή, ο εισαγγελέας παραπέμπει στον ανακριτή εκείνον που έχει συλληφθεί και αν πρόκειται για πλημμέλημα, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43, 47, 246 παρ.3 και 417 κ.ε. (όπως αντικαταστάθηκε το εδ. β΄ από το άρθρο 15 του Ν.3160/2003).

ΑΡΘΡΟ 281 Κ.Π.Δ. Κράτηση του προσώπου που συλλαμβάνεται

Οποιος έχει συλληφθεί κρατείται στις φυλακές για υποδίκους ή στο αστυνομικό κρατητήριο ή, κατά τις περιστάσεις, στο σπίτι του υπό φρούρηση, στην περίπτωση όμως αυτή με δικά του έξοδα, ωσότου εκδοθεί το ένταλμα προσωρινής κράτησης ή απολυθεί.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΑΠΛΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΕ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑ, ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΣΚΟΥΡΙΩΝ

Επειδή έχουν συντελεσθεί εγκλήματα κατ’ άρθρο 187 και 187Α Π.Κ., οι ανακριτικές αρχές έχουν τα δικαιώματα κατ’ άρθρο 253 Κ.Π.Δ. που προαναφέραμε, σε περίπτωση που από τα στοιχεία που διαθέτουν προκύπτει ότι από την κατάθεση ενός ατόμου και την επ’ αυτού ανακριτική έρευνα μπορεί να βοηθηθεί η διαδικασία αποκάλυψης των δραστών, έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να προσαχθεί στο ανακριτικό γραφείο για να δώσει κατάθεση. Εφ’ όσον δεν είναι κατηγορούμενος, ισχύουν πλέον γι’αυτόν τα Συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα του μάρτυρος.

ΑΡΘΡΟ 209 Κ.Π.Δ. – ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΓΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Σύμφωνα με το άρθρο 209 Κ.Π.Δ., όποιος κληθεί να καταθέσει έχει καθήκον να προσέλθει στον ανακρίνοντα.

Σύμφωνα με το άρθρο 213 Κ.Π.Δ. §2, σε κατεπείγουσες καταστάσεις κατά την κρίση εκείνου που ενεργεί την ανάκριση, οι μάρτυρες μπορούν να κληθούν στην προδικασία προφορικά. §3. Στο στάδιο της προδικασίας μπορεί και αυθόρμητα να προσέλθει κάποιος για να εξετασθεί ως μάρτυρας.

Αντικείμενο μαρτυρίας πρέπει να είναι μόνο πραγματικά περιστατικά, δηλ. γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψη του μάρτυρα με οποιαδήποτε από τις αισθήσεις του.

Σύμφωνα με το άρθρο 212 §1, οι κληρικοί δεν μπορούν να καταθέσουν τα όσα έμαθαν από την εξομολόγηση, και αν κατατεθούν η διαδικασία ακυρώνεται, β) το ίδιο και οι συνήγοροι, γιατροί, συμβολαιογράφοι.

Οι κληρικοί δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στην προδικασία ούτε στην κύρια διαδικασία σχετικά με όσα έμαθαν από την εξομολόγηση.

Σύμφωνα με το άρθρο 223 Κ.Π.Δ. §1, ο μάρτυρας εξετάζεται σύμφωνα με το άρθρο 239 Κ.Π.Δ. Κατά την ανάκριση γίνεται μόνο συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν την τέλεση του εγκλήματος.

Σύμφωνα με το άρθρο 223 Κ.Π.Δ. §4, ο μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να καταθέσει περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. §5. παραπειστικές ερωτήσεις δεν επιτρέπεται να απευθύνονται στους μάρτυρες.

Παραπειστικές ερωτήσεις

Γενικά σαν παραπειστικές ερωτήσεις πρέπει να θεωρηθούν οι ερωτήσεις, διά των οποίων παρίστανται στο μάρτυρα ως βεβαιωμένα γεγονότα, των οποίων αντιθέτως η βεβαίωση μόνο από την κατάθεσή του είναι δυνατή και έτσι υποβάλλεται ο μάρτυρας και παραπλανάται στο να δώσει την αναμενόμενη απάντηση [Μπουρόπουλος, ΕρμΚΠΔ έκδ.β΄ σελ. 299]. Δεν επιτρέπεται λοιπόν να απευθύνονται στους μάρτυρες παραπειστικές ερωτήσεις [ΕφΑθ 721/1975 ΠοινΧρ ΚΕ, 865], όπως π.χ. οι ακόλουθες: «όπως ανέφερες στην κατάθεσή σου» ή «όπως ομολόγησε ο κατηγορούμενος», συνέβη τούτο ή εκείνο, ενώ κάτι τέτοιο δεν έχει καταθέσει ο μάρτυρας ή ομολογήσει ο κατηγορούμενος [Κωνσταντάρας, ό.π., σελ. 241] ή «πόσους πυροβολισμούς έριξε ο κατηγορούμενος;» (καθόσον εδώ λαμβάνεται σαν δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε, ενώ η σωστή ερώτηση θα ήταν «πυροβόλησε ο κατηγορούμενος;» κ.λ.π.).

Σε περίπτωση που ο ανακριτής κάνει ερωτήσεις που δεν έχουν σχέση με το έγκλημα, δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει.

Αν του ζητηθεί να παραδώσει βιολογικό υλικό δακτυλικό αποτύπωμα κ.λ.π., χωρίς μάλιστα να είναι καν κατηγορούμενος, έχει το δικαίωμα να αρνηθεί και να ζητήσει όπως προαναφέραμε να θέσει το θέμα ο ανακριτής στον Εισαγγελέα, ο Εισαγγελέας στο Δικαστικό Συμβούλιο και αν αυτό αποφανθεί, τότε να δοθεί ή θα το λάβουν οι ανακριτικοί υπάλληλοι βιαίως.

Επίσης ο μάρτυρας που δεν γνωρίζει τίποτα με το έγκλημα μπορεί να περιορισθεί στο να καταθέσει: «Για το τελεσθέν έγκλημα, και τα εγκλήματα που με καλέσατε να καταθέσω, δεν γνωρίζω απολύτως τίποτα, ούτε για τους δράστες του εγκλήματος, ούτε είδα ούτε άκουσα κάτι γι’αυτά. Καταδικάζω αυτού του είδους τα εγκλήματα. Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω». Εάν ο ανακριτής επιμένει σε ερωτήσεις, ο μάρτυρας έχει απόλυτο το δικαίωμα σε κάθε επόμενη ερώτησή του να του απαντά: «Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Δεν συνιστά τρομοκρατική πράξη κατά την έννοια των παραγράφων του άρθρου 187Α η τέλεση ενός ή περισσότερων από τα εγκλήματα των παραγράφων του άρθρου 187Α, αν εκδηλώνεται ως προσπάθεια εγκαθίδρυσης δημοκρατικού πολιτεύματος ή διαφύλαξης ή αποκατάστασης αυτού ή ως δράση υπέρ της ελευθερίας με την έννοια του άρθρου 5 παρ.2 του Συντάγματος ή αποσκοπεί στην άσκηση θεμελιώδους ατομικής, πολιτικής ή συνδικαλιστικής ελευθερίας ή άλλου δικαιώματος προβλεπόμενου στο Σύνταγμα ή στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ν.Δ. 53 1974, ΦΕΚ 256 Α΄).

Για κάθε λεπτομέρεια και διευκρίνιση, ρωτήστε τον συνήγορό σας.

Οι νομικοί που στηρίζουν τον δίκαιο αγώνα σας κατά του οικονομικού και περιβαλλοντικού εγκλήματος

Πηγή : ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ