andreas-gursky-supermarketΗ δυσάρεστη σκηνή στο σουπερμάρκετ. Ο πελάτης στο ταμείο πληρώνει το λογαριασμό με κέρματα, δεκάλεπτα κι εικοσάλεπτα, οι υπόλοιποι στην ουρά δυσανασχετούν για την καθυστέρηση, η ταμίας σε απόγνωση του ζητά να περάσει από την υποδοχή για να του αλλάξουν τα ψιλά σε χαρτονόμισμα. Εκείνος σχετικά ευθυτενής, χωρίς να κοιτάζει δεξιά ή αριστερά, επιμένει να πληρώσει με τα κέρματά του, επαναλαμβάνοντας στην ταμία, ευγενικά και επιτακτικά: «Παρακαλώ, μετρήστε τα». Είναι αδέξιος και κάπως ατημέλητος, έχει ψωνίσει δύο ή τρία πακέτα παξιμάδια και κάτι ακόμη συσκευασμένο που δεν διακρίνω. Έρχεται η προϊσταμένη, του ζητά κι αυτή να περάσει από την υποδοχή, εκείνος αρνείται, οι άλλοι πελάτες έχουν αρχίσει πια να διαμαρτύρονται. Είναι εμφανές πως δεν είναι επαίτης και πως εκτός από τα ψιλά αυτά δεν έχει άλλα χρήματα.

Έχει αναγκαστεί να συμμαζέψει ό,τι είχε για να ψωνίσει, η αγέρωχή του στάση είναι μια εκδοχή αμηχανίας και η επιμονή του να εκτεθεί στον εκνευρισμό όλων μια πράξη διεκδίκησης της αξιοπρέπειάς του. Όταν η διαπραγμάτευση καταλήγει σε αδιέξοδο, η προϊσταμένη, όπως συμβαίνει συνήθως, αρχίζει με κατανόηση τις νουθεσίες. «Την επόμενη φορά, να το ξέρετε, πρέπει να έρχεστε πρώτα από εμάς, πριν να πάτε στο ταμείο». Η υπόλοιπη ουρά έχει φυλλορροήσει αγανακτισμένη, έχω μείνει μόνος μου πίσω του, γυρίζει και με κοιτάζει και στη συνέχεια λέει πικρόχολα στην προϊσταμένη: «Την επόμενη φορά θα το ξέρω», αφήνοντας να εννοηθεί πως δεν θα υπάρξει επόμενη φορά, αυτή είναι η τελευταία του φορά, δεν θα μπορεί πλέον να έρχεται στο σουπερμάρκετ. Στο μέλλον θα πρέπει να ξεχάσει αυτή την κανονικότητα, θα την νοσταλγεί μόνον ως ευημερία, στο σουπερμάρκετ ωστόσο θα διαδραματίζεται από εδώ και στο εξής συστηματικά η ίδια σκηνή, όλο και περισσότεροι πελάτες του θα έρχονται για τελευταία φορά, θα συμμαζεύουν τα ψιλά τους και θα εκτίθενται στον εκνευρισμό όλων σε μια τελευταία προσομοίωση κανονικότητας.

Η σκηνή, αντιστικτικά και σκληρά, συμπυκνώνει πολλά από τα στοιχεία και τις αφηγήσεις της κρίσης. Περιλαμβάνει πρώτα το κατεξοχήν θύμα της, τον εκπεπτωκότα πολίτη της μεσαίας τάξης, που φτωχαίνει και χάνει την πρόσβασή του όχι στην πολυτέλεια αλλά στα είδη πρώτης ανάγκης, τη θέρμανση, την υγεία, τη διατροφή. Μέλος ενός κοινωνικού σώματος που φαινόταν αρραγές, αποχωρεί από τις τάξεις του, χωρίς να γίνει αντιληπτός, διακριτικά και σιωπηλά,. Και θέτει σε δοκιμασία μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης που βρίσκονταν για καιρό σε ύπνωση και απαξίωση. Και γι’ αυτό η σκηνή περιλαμβάνει –εκδραματισμένες στη δυσφορία της ουράς– τις διαταραγμένες σχέσεις, τις πολώσεις και τις ρήξεις που έχουν εκμηδενίσει την ανοχή στη διαφορετικότητα και υπονομεύουν διαρκώς την κοινωνική συνοχή.

Πόσο μάλλον που τα σουπερμάρκετ, κατεξοχήν χώροι υπεραναπλήρωσης, έχουν συμβολοποιήσει έναν ψυχικό μηχανισμό τον οποίον θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κοινοτοπία της κοινωνικής ανόδου: τόποι καταλογογράφησης και έκθεσης μιας καινούργιας ευμάρειας στην πρώτη φάση τους, έγιναν στη συνέχεια ουδέτερα καταστήματα εβδομαδιαίων προμηθειών για να συμβολοποιήσουν εκ νέου τώρα πια, στα όλο και πιο άδεια ράφια τους, στην όλο και μικρότερη ποικιλία τυριών, τη μελαγχολία της κρίσης, τον χαμένο παράδεισο  της αφθονίας. Ακόμη κι η πολιτική του σουπερμάρκετ να μη δέχεται ψιλά φορτίζεται πλέον διαφορετικά: η απαξίωση των λιανών χρημάτων είναι άμεσα συνδεδεμένη με μια αδέξια αστική συγκρότηση που θεωρεί το χαρτονόμισμα κοσμιότερο τρόπο συναλλαγής και, λες κι ο Βασιλόπουλος είναι Hermès, απαξιώνει ως εισβολέα αυτόν που δεν το έχει στη διάθεσή του. Πρόκειται στην πραγματικότητα για τη σκηνή ενός καθημερινού θεάτρου της σκληρότητας του οποίου τα θέματα «αντιστοιχούν στην αναταραχή και την αγωνία που χαρακτηρίζουν την εποχή μας».

Το επεισόδιο του σουπερμάρκετ είχε πάντως ένα ακόμη στοιχείο το οποίο, όπως και στο θέατρο της σκληρότητας, όπως και σε κάθε θέατρο, είναι απαραίτητο για την ολοκλήρωση της σκηνικής πράξης. Τον θεατή. Ο οποίος συμμετέχει μέσα από το βλέμμα του στη δράση, συγκινείται από το πάθος και την αδυναμία του Άλλου, αναγνωρίζει σε αυτόν έναν οικείο, ταυτίζεται. Και, όπως σε κάθε ταύτιση, επιτελεί μια διπλή κίνηση: από τη μία, πλησιάζει τον Άλλον, τον κατανοεί, τον συναισθάνεται, συγκλίνει με αυτόν ψυχικά και ηθικά· ενώ  ταυτόχρονα βεβαιώνει την απόσταση του από αυτόν, ακριβώς επειδή ταυτίζεται δεν είναι αυτός ο ίδιος. Είναι μια ανακουφιστική διπλή κίνηση που επιτρέπει στον θεατή να νιώσει κοινωνικά εναργής, επειδή είναι ηθικά, με το ήθος που πλάθει ο ηθοποιός, συμμέτοχος. Ανάγοντας τον Άλλον σε θέαμα της κρίσης. Διότι σε αυτήν ακριβώς την ταύτιση με τους νέους πένητες, στη γεμάτη πάθος επίκληση και αναπαραγωγή ανάλογων επεισοδίων, στη διαχείριση της κοινωνικής διάρρηξης με όρους προσωπικού πόνου λανθάνει η πιο επικίνδυνη ηθικολογία. Όχι μόνον σε όσους μιλούν με ανθρωπιστική μεγαλοψυχία για τους αποκλεισμούς ως αναγκαίες συνέπειες της επώδυνης μεταρρύθμισης, θυμίζοντας επιφυλλιδογράφους της δεκαετίας του 1950. Αλλά και σε όσους δεν καταφέρνουν να βρουν εκείνη τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη συγκίνηση και την πολιτική διαύγεια.

Είναι μια ταύτιση, ένα θέαμα της κρίσης, που προδίδει την ελευθεριότητα του ηθικολόγου. Όχι με την έννοια που έχει η ελευθεριότητα στην πολιτική φιλοσοφία του Διαφωτισμού, τη συστατική σχέση μεταξύ πολιτικής και ερωτικής χειραφέτησης (αν και η καταναλωτική ερωτική συμπεριφορά είναι πάντα συνδεδεμένη με την ηθικολογία, όπως ξέρουμε από τον Δον Ζουάν). Αλλά με την ακόμη παλαιότερη: την ελευθεριότητα ως το καθεστώς ελευθερίας που χαρακτήριζε στην Αρχαία Ρώμη τον απελεύθερο δούλο, εκείνο που σήμερα όπως και τότε είναι πρόθυμος να απαξιώσει, να λοιδωρήσει, ακόμη και να συμπονέσει όποιον προέρχεται από την ίδια τάξη με αυτόν. Τον ριζικά δεσμώτη.

 

Πηγή: UNFOLLOW 13 στη στήλη «Μεσαιωνικά»

Αναδημοσιεύσεις : Tεχνηέντως, Ώρα Κοινής Ανησυχίας