του Μπάμπη Άννινου,  

— Ζαχαρία! . . . ε, Ζαχαρία! . . . μωρέ που είσαι: . . .

Ούτως εβόα η αξιότιμος κυρία Θεοδώρα περιερχομένη την οικίαν προς ανεύρεσιν του συζύγου της, αλλ’ ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις.

— Μα τι έγινες, αναθεματισμένε . . . μαγκούφη! εξηκολούθει βοώσα η σύνευνος του κ. Παραδαρμένου ερυθρά εξ οργής, εξετάζουσα εις τα δωμάτια, έως ότου εύρε τον κ. Ζαχαρίαν, δειλόν, συνεσπειρωμένον, ωχριώντα, προ του γραφείου του καθήμενον και αναγινώσκοντα εφημερίδα.

— Μα γυναίκα! . . . ε, γυναίκα! . . . είπε μόλις την είδε· τι κάθεσαι και φωνάζεις «Ζαχαρία, Ζαχαρία! . . . »; Θέλεις λοιπόν να με καταστρέψης;

Η κυρία Θεοδώρα προσέβλεψεν έκπληκτος τον σύζυγόν της και παρετήρησε μετά προσοχής αυτόν επί στιγμήν διά να πεισθή αν είχε σώας τας φρένας.

— Καλέ, δεν μου λες, στα σωστά σου είσαι, Ζαχαρία, σήμερα; του είπεν επί τέλους,

— Πάλιν! ανεβόησεν ο κύριος Παραδαρμένος θρηνωδώς πάλιν! λοιπόν εβάλθηκες χωρίς άλλο να με αφανίσης

Και η φωνή του ήρχισε να τρέμη.

— Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! είπε σταυροκοπουμένη η κυρία Θεοδώρα, ή μέθυσε πρωί πρωί ο άνδρας μου ή τούστριψε η βίδα χωρίς άλλο!

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις την κλίμακα· ήτο μία των γειτονισσών, ήτις ανήρχετο εις την οικίαν της οικογενείας Παραδαρμένου και η οποία ακούσασα τους λόγους της οικοδεσποίνης εσταμάτησεν αμηχανούσα.

— Ορίστε μέσα, ορίστε μέσα, κυρά-Ζαχαρούλα! εφώνησεν η κυρία Παραδαρμένου ιδούσα αυτήν.

Ο κ. Παραδαρμένος κατελήφθη υπό σπασμών ακούσας το όνομα τούτο.

— Ζαχαρούλα! εψιθύρισε, προσηλών οφθαλμούς πυριφλεγείς επί της γειτονίσσης, μα αυτό είνε συνωμοσία! . . .

— Τι του ήλθε, καλέ; είπεν η γειτόνισσα έκθαμβος· δεν βλέπετε πως είνε αχνός σαν το πανί; . . γρήγορα, φέρτε λίγο ξείδι . . . λίγο γλυκάδι! . . .

— Και επλησίασε προς τον κ. Ζαχαρίαν, όστις την απώθησε μετά φρίκης.

— Όχι γλυκάδι! . . . όχι γλυκάδι! . . . είπε με τρόμον, μη, δι’ όνομα Θεού! . . .

Αι δύο γυναίκες παρετήρησαν αλλήλας εν αμηχανία.

— Εγώ μου φαίνεται, κυρά, πως κάτι θα τούλθε, είπεν η γειτόνισσα· βάλτε τον στο κρεββάτι και δώστε του κανένα ζεστό . . . Ίσα ίσα κ’ εγώ ήλθα να σας ζητήσω λίγο γλυκάνισο . . .

Ο Ζαχαρίας ηγέρθη βλοσυρός και απειλητικός.

— Μα και του λόγου σου εκόπιασες στο σπίτι μου να με βασανίσης; είπε προς την κυρά-Ζαχαρούλαν . . . Και σεις, προσέθηκε στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, και σεις εδώ μέσα έχετε γλυκάνισον; . . . Να το πετάξετε αμέσως! . . .

Η κοχλάζουσα εις τα ευρέα στέρνα της κυρίας Θεοδώρας οργή ήρχιζεν ήδη να εκσπά, διότι όντως η υπομονή της είχεν υποβληθή εις βαρείαν δοκιμασίαν.

— Για να σου πω, βρε χαμάλη, του είπε με οφθαλμούς σπινθηροβολούντας και προσεγγίζουσα τους αιχμηρούς δακτύλους της εις τα όμματα του συζύγου, όστις ωπισθοχώρει επτοημένος, δεν μου λες τι σ’ έπιασε και μας κάνεις το δαιμονισμένο; . . . Έλα στα λογικά σου, κακομοίρη, γιατί σου βγάζω τα στραβά σου!

— Μα, γυναίκα! . . . απήντησε ψελλίζων ο ατυχής Ζαχαρίας προσπαθών να μαλάξη διά μειλιχίων λόγων την παρωργισμένην μέγαιραν, μην είσαι τίγρις, καϊμένη! θα σου ‘πω γιατί φοβούμαι! Δεν το έμαθες και συ πως η κυβέρνησις . . . το ισοζύγιον . . .

Αλλ’ η οργή της κυρίας Παραδαρμένου άπαξ εξαφθείσα δεν κατηυνάζετο ευκόλως. Την ημέραν εκείνην ιδίως κατά σύμπτωσιν πολλά περιστατικά είχον συντείνει να εξάψουν την ευερέθιστον αυτής φύσιν. Ο αδιόρθωτος Μιμίκος είχεν επιτηδείως υπεξαιρέσει την πρωίαν, πριν απέλθη εις το σχολείον, δυο κεφτέδες, τους οποίους η κυρία Θεοδώρα είχεν αφ’ εσπέρας θέσει κατά μέρος εκ του δείπνου διά το πρόγευμά της. Η Βασίλω η υπηρέτρια είχε χύσει εξ απροσεξίας εντός του μαγειρείου το βούτυρον, το οποίον είχε φέρει ο μπακάλης. Η ρομαντική Ουρανία επιμόνως εζήτησε παρ’ αυτής την πρωίαν μιάμιση δραχμή λόγω μεν όπως αγοράση μαλλιά διά πλέξιμον, πράγματι δε όπως αποκτήση την Ανθοδέσμην, ήτοι συλλογήν ερωτικών ασμάτων· και αυτός δε ο πιστός φύλαξ της οικίας, ο κύων Μαύρος, κλεισθείς κατά λάθος εντός του οίκου την νύκτα, είχε το θράσος, «ο αφιλοτίμος», ως τον απεκάλεσεν η κυρία Θεοδώρα, να εκπληρώση όλας τας φυσικάς του ανάγκας εντός της σάλας, την οποίαν ακριβώς προ δύο ημερών είχε σφουγγαρίσει επιμελώς η κυρία Θεοδώρα. Είχε λοιπόν ήδη λυγίσει διά των ραβδισμών την σπονδυλικήν στήλην του Μαύρου· είχε καταφέρει τρεις κολάφους ισχυρούς επί του ρυπαρού αυχένος της Βασίλως· είχεν απειλήσει να «καρυδώση» την Ουρανίαν, την οποίαν απεκάλεσε ταβανόσκουπαν, και προητοίμαζε γενναίαν δόσιν ραπισμάτων διά τον λαίμαργον υιόν. Αλλά δεν ήρκουν πάντα ταύτα προς εξιλασμόν της οργής της, επεζήτει έριν διά να ξεθυμάνη κατά του συζύγου της και την αφορμήν της έριδος παρέσχε προς αυτήν εν πάση αθωότητι ο πτωχός Ζαχαρίας.

— Τι μεσοζύγιο και διαζύγιο! . . . κάθεσαι και μου κοπανάς, μωρέ ψωριάρη; . . . Τι σου πέρασε από το νου, να μας κάμης ρεζίλι πρωί πρωί στη γειτονιά με τες σαχλαμέρες σου; ε; . . .

Και η φωνή της κυρίας Θεοδώρας είχεν ήδη φθάσει εις τους διατόρους εκείνους τόνους των εκτάκτων περιστάσεων, οι οποίοι διέσπειρον τον φόβον εις δέκα λεύγων απόστασιν, ως οι βρυχηθμοί του βασιλέως της ερήμου.

Η Ουρανία ακούσασα τας φωνάς προσέδραμε καταλιπούσα το φύλλον της εφημερίδος, της οποίας ανεγίνωσκε την επιφυλλίδα.

— Γλυκύτατε μου πάτερ! είπε διατηρούσα ακόμη την φρασεολογίαν του μυθιστορήματος το οποίον ανεγίνωσκεν, ιδούσα την ταραχήν του γεννήτορος . . .

— Ω Θεέ μου! . . . και συ ακόμη! . . . γλυκύτατος . . . εγώ γλυκύτατος . . . φύγε! . . . είπεν ο ατυχής πατήρ απομακρύνων αυτήν ζητούσαν να τον περιπτυχθή.

Οι οφθαλμοί της ευαισθήτου κόρης επλήσθησαν δακρύων. Την έξαλλον οργήν της κυρίας Θεοδώρας ήρχισεν ήδη να διαδέχεται ο φόβος.

— Βασίλω! εφώναξε . . . πού είνε πάλι αυτή η βρώμα! μη στέκεται κάτω και ζαχαρώνει με τον αγαπητικόν της;

— Ως και αυτή ζαχαρώνει . . . . ω, μα είνε ανυπόφορον! . . . εψιθύρισεν ο κ, Ζαχαρίας με φωνήν ομοιάζουσαν προς επιθανάτιον ρόγχον.

Αλλά το άκρον άωτον της ταραχής παρήγαγεν η εμφάνισις του Μιμίκου, όστις εξελθών εκ του σχολείου εισεπήδησε θορυβών εις την οικίαν, ροκανίζων γλύκυσμα, το οποίον είχεν υπεξαιρέσει εκ της σάκκας συμμαθητού του και κραυγάζων δήθεν προς δικαιολογίαν ίν’ αποφύγη τας επιπλήξεις:

— Μπαμπά, μπαμπά! . . . μούδωσαν ένα γλυκό!

Ο κ, Ζαχαρίας κατέπεσεν ύπτιος επί ενός ανακλίντρου.

— Ένα γιατρό! εφώναξεν η κυρία Θεοδώρα ταραχθείσα, ένα γιατρό γρήγορα.

— Είδα να έλθη εδώ αντικρύ ο γιατρός, ο κ. Ζαχαρίδης! είπεν η Βασίλω.

Και έσπευσε να τον καλέση, ενώ ο ταλαίπωρος κ. Ζαχαρίας δι’ ενός σπασμού έδειξεν ότι ήκουσε και ησθάνθη ως τελευταίαν πληγήν μαχαίρας το όνομα του ιατρού.

— Τι επάθατε; ηρώτησεν ο ιατρός, αφού διά προχείρου θεραπείας εβοήθησε τον κ. Ζαχαρίαν να συνέλθη.

— Τι έπαθα; απήντησε με φωνήν ασθενή ο κ. Παραδαρμένος. Μα δεν γνωρίζετε, ιατρέ, τον προϋπολογισμόν της Κυβερνήσεως και τον φοβερόν φόρον επί της ζακχάρεως; Φαντάσου την θέσιν ενός πτωχού οικογενειάρχου! Να με λέγουν Ζαχαρίαν και να με φωνάζη η σύζυγός μου δυνατά διά να τα ακούσουν οι εισπράκτορες! Και ενώ συλλογίζομαι τίνι τρόπω ν’ αλλάξω το όνομά μου και να απομακρύνω εκ της οικίας μου παν είδος γλυκού, να έρχεται η Ζαχαρούλα να ζητή γλυκάδι, να θέλη γλυκάνισον, να με καλούν γλυκύτατον, να φέρη το τέκνον μου γλυκύσματα, να ζαχαρώνη η υπηρέτριά μου! . . .

Ο ιατρός κατελήφθη υπό ασβέστου γέλωτος και απερχόμενος είπε προς τον πολυπαθή οικοδεσπότην σοβαρώς:

— Έχετε όμως ανάγκην από προφύλαξιν, διότι αλλέως τρέχετε τον κίνδυνον να πάθετε από σακχαρώδη διαβήτην!

— Μπαμπά, τι θα πη σακχαρώδης διαβήτης; ηρώτησεν ο Μιμίκος τον πατέρα του, αφού απήλθεν ο ιατρός.

— Σακχαρώδης διαβήτης, απήντησε με ύφος επίσημον ο κ. Ζαχαρίας, είνε το μέτρον εκείνο με το οποίον μετρούμεν την ζάκχαριν, και το οποίον θα σου βγάλω τα αυτιά, εάν τολμήσης εις το εξής να την κλέψης από το βάζο!

(1890)

ΠΗΓΗ: gutenberg