ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΙΝΑΡΔΟΥ
Το αδύνατο κορίτσι με τα μαύρα μακριά μαλλιά ήταν κρεμασμένο στην πόρτα του Πολυτεχνείου. Τον τανκ έβαλε την μπούκα του. Ένας συνταγματάρχης με φουλάρι. Το τανκ προχωρά. Ακούγονται φωνές: “Πάει η κοπέλα, σκοτώθηκε”.

Το μελαχρινό κορίτσι είχε καταπλακωθεί από τα συντρίμμια που άφησε πίσω του το τανκ. Σφαδάζει. Το κοφτερό της βλέμμα ζητά απεγνωσμένα βοήθεια. Σοβαρά τραυματισμένη, επιζεί. Είναι η γυναίκα που το τανκ της έλιωσε τα πόδια. Είναι η φοιτήτρια Πέπη Ρηγοπούλου, σήμερα καθηγήτρια του Τμήματος Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Πέπη Ρηγοπούλου αρθρογραφεί. Σε ένα από τα άρθρα της με τίτλο: Γυμνοί και ντυμένοι βασιλιάδες, μεταξύ άλλων αναφέρει: “…Οι καιροί μας μοιάζει να έχουν ανάγκη από παραμύθια μιας χρήσεως, μακριά από ενοχλητικούς συνειρμούς σχετικά με την κρίση, το μνημόνιο…”.

Για αρκετά χρόνια, έπειτα  από εκείνο το τραγικό βράδυ της 17ης Νοέμβρη, η Πέπη Ρηγοπούλου δεν ήθελε να μιλάει για τα όσα συνέβησαν. Χρειάστηκε πολύς καιρός για να μιλήσει γι’ αυτό ακόμη και με συντρόφους συμφοιτητές της που τότε ήταν δίπλα της, την έβλεπαν, άκουσαν τις κραυγές της.

Κράτησε τα “τραύματα” της από κείνη την εποχή και συνέχισε τη ζωή και τους αγώνες σιωπηλά. Είναι ίσως μία από τις λίγες αξιοπρεπείς φωνές που στάθηκαν στο ύψος τους από κείνη την περίοδο. Δεν θέλησε τίποτα, δεν αντάλλαξε τίποτα, δεν ζήτησε το παραμικρό και από κανέναν. Το μόνο που απαίτησε από τον εαυτό της ήταν η συνέχιση του αγώνα. Έτσι όπως εκείνη ήξερε και ξέρει να αγωνίζεται.

Το εντυπωσιακό στην καθηγήτρια Πέπη Ρηγοπούλου είναι πόσο πολύ πιο δυνατά ακούγονται τα κείμενα της από την ίδιαν την φωνή της. Πόσο περισσότερο μιλάνε τα γραπτά της από την ίδιαν της την φωνή.

“Γιατί ένας άνθρωπος των δεκαοκτώ, των είκοσι χρόνων καταλήγει σε πράξεις βίας που αβασάνιστα κατατάσσουμε κάτω από την ομπρέλα του όρου “τρομοκρατία”; Η πρώτη απάντηση που έχω πειρασμό να δώσω είναι ακριβώς γιατί είναι νέος. Κάθε έφηβος είναι δυνάμει τρομοκράτης. Η εφηβική και η μετεφηβική ηλικία είναι η ώρα του έρωτα και του θανάτου”.

Από κείνο το βράδυ δεν έχει σταματήσει να αντιστέκεται. Γράφει: “Το να σκεφτείς ότι ο άλλος υπάρχει πραγματικά, όχι ως ιδέα ή ως πληροφορία, αλλά σαν κάποιος που αυτή τη στιγμή δέχεται την επίθεση μιας κρίσης, είναι ίσως ο δρόμος, ώστε τα σπασμένα κομμάτια να μη μπαλωθούν, αλλά να ενωθούν, ανοίγοντας ένα δρόμο αντίστασης”.

Αυτό έκαναν και τα δικά της σπασμένα κομμάτια από κείνο το βράδυ. Μπαλώθηκαν, ενώθηκαν και συνέχισαν να περπατούν στο δρόμο της αντίστασης, της αμφισβήτησης. Όσο για τα σπασμένα κομμάτια της ψυχής της. Παραθέτω μία ταινία μικρού μήκους που σκηνοθέτησε και έγραψε και το σενάριο: “Κανείς δε ρωτάει για την ψυχή μου”.

ΠΗΓΗ: pheme.gr