Του Κώστα Λαπαβίτσα

δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 14/10/12

H επίσκεψη της  κ. Μέρκελ στην Αθήνα αποσαφήνισε τρία πράγ­ματα:

Πρώτον, ότι το κέντρο της Ευρωζώνης δεν πρόκειται να αποπέμψει την Ελλάδα όσο αυτή θα συμμορφώ­νεται με τα Μνημόνια, έστω και με καθυστερήσεις, ή με μικρούς συμβι­βασμούs.

Δεύτερον, ότι οι ελληνικοί ιθύνοντες κύκλοι δεν έχουν άλλη στρατηγική εκτός από την παραμονή στην Ευρωζώνη, όποιο κι αν είναι το κόστος.

Τρίτον, ότι η διαδικασία κοινωνικής αποσάθρωσης λόγω των Μνημονίων είναι πολύ προχωρημένη, με έντονα φαινόμενα δυσπιστίας, θυμού και απόγνωσης.

Η κύρια αιτία αποσάθρωσης είναι η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, η οποία μεταβαίνει ταχέως σε νέο επίπεδο χαμηλής ισορροπίας. Οι επενδύσεις έχουν συντριβεί, η κατα­νάλωση υποχωρεί, οι εξαγωγές εντός EE μειώνονται από καιρό, ενώ πρό­σφατα υποχώρησαν και οι εξαγωγές εκτός Ε.Ε., πιθανόν λόγω έλλειψη πι­στώσεων. Η ανεργία, ήδη τεράστια, θα κινηθεί ανοδικά και το επόμενο διάστημα. Η συρρίκνωση του ΑΕΠ για το 2010-2 θα είναι υπερτετραπλάσια αυτής  που προέβλεπε το πρώτο Μνη­μόνιο. Η λεγόμενη σταθεροποίηση μετατρέπει την Ελλάδα από χώρα με­σαίου σε χώρα χαμηλού εισοδήματος.

Στο πλαίσιο αυτό η δημοσιονομική προσαρμογή αποδεικνύεται εξαιρετικά επισφαλής. Το δημοσιονομικό έλλειμ­μα θα κυμανθεί στο 6-9% το επόμενο διάστημα, ενώ το πρωτογενές έλλειμμα δύσκολα θα μηδενιστεί το 2013, ότι κι αν λέει η κυβέρνηση. Το Δημόσιο έχει στην ουσία κηρύξει εσωτερική παύση πληρωμών προς επαγγελματίες και μικρομεσαίους, επέβαλε καταιγίδα φόρων και απορροφά μεγάλο μέρος από τη λιγοστή ρευστότητα που δη­μιουργούν οι τράπεζες.

Ταυτόχρονα, το δημόσιο χρέος είναι εκτός ελέγχου λόγω τα ύφεσης, ενώ ο στόχος του 120% για το 2020 είναι απολύτως ανέφικτος.

Η Ελλάδα θα χρειαστεί οπωσδή­ποτε νέα αναδιάρθρωση, μόνο που, μετά το αποτυχημένο PSI, οι οφειλές είναι κυρίως  προς επίσημους δανειστές και δεν υπόκεινται στην ελλη­νική νομοθεσία. Αυτοκτονικότερη διαχείριση χρέους από αναπτυγμένη χώρα είναι δύσκολο να βρει κανείς.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κα­τάσταση αυτή οφείλεται την πολιτική της σταθεροποίησα μέσω λιτότητας και εντός της ΟΝΕ. Η αδυναμία υπο­τίμησης του νομίσματος και η έλλειψη εθνικού ελέγχου επί της νομισματικής πολιτικής διοχέτευσε όλη την πίεση της λιτότητας στο εσωτερικό συνθλίβοντας την πραγματική οικονομία.

Παράλληλα η εισροή ιδιωτικού δα­νειστικού κεφαλαίου από το εξωτερικό, που σταμάτησε απότομα το 2010, έχει υποκατασταθεί από εισροή επίσημου δανεισμού. Μόνο η έκτακτη ρευστό­τητα που δημιουργεί η Τράπεζα της Ελλάδας, με έγκριση της Μπούντεσμπανκ, έχει ξεπεράσει τα 100 δισ. Χωρίς αυτά τα κεφάλαια οι ελληνικές τράπεζες θα είχαν καταρρεύσει από καιρό, παρασύροντας την χώρα εκτός  ΟΝΕ. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα αυξάνει τον δανεισμό της για να παραμείνει στο ευρώ, παρατείνοντας το μαρτύριο της ύφεσης.

To «φως στο τούνελ» υποτίθεται όχι θα φανεί μόλις επιτευχθεί η σταθεροποίηση, αρκεί η χώρα να εφαρμόσει τις λεγόμενες «διαρθρωχικές αλλαγές». Πρόκειται για έωλο επιχείρημα.

Οι μεταρρυθμίσεις στην ουσία πε­ριλαμβάνουν την απομείωση του εργατικού κόστους, την απελευθέρωση των αγορών, την γενικευμένη ιδιωτικοποίηση και, υποτίθεται, τον εκ­συγχρονισμό των φορολογικών και άλλων μηχανισμών του Δημοσίου. Εί­ναι αφελές να πιστεύεται ότι τέτοια μέτρα μπορεί να αποτελέσουν αντίδοτο στις υφεσιακές πιέσεις της σταθεροποίησης.

Η παγκόσμια εμπειρία επίσης δεί­χνει ότι τα αναπτυξιακά τους αποτελέσματα είναι εξαιρετικά αμφίβολα και στην καλύτερη περίπτωση απαιτούν πολλά χρόνια.

Στην πράξη βέβαια η ελληνική οι­κονομία ήδη μεταρρυθμίζεσαι. Στον ιδιωτικό τομέα μισθοί και εργασιακές σχέσεις πλέον θυμίζουν Άγρια Δύση. Οι μικρομεσαίοι συντρίβονται, ενώ βαθμιαία χάνεται η μικρή περιουσία, είτε ακίνητη, είχε επιχειρηματική, γιατί το εισόδημα πέφτει και πρέπει να πληρωθούν υπέρογκοι φόροι.

Οι ολιγοπωλιακές  δομές και οι μη­χανισμοί που κυρίως  ευθύνονται για την παρούσα κατάσταση γίνονται ακόμη ισχυρότεροι. Δεν έχει κανείς παρά να δει μερικά από τα πρόσωπα που παρουσιάζονται ωε δυναμικοί σύγχρονοι «επιχειρηματίες», κυρίως στις  αναδιαρθρωμένες τράπεζες.

Η εξασθένιση του κράτους, τέλος, οδηγεί στην εμφάνιση παράπλευρων δομών, συχνά με χαρακτήρα Μαφίας, που υποκαθιστούν τις δημόσιες υπηρεσίες. Η Ελλάδα όντως μεταρρυθμί­ζεται, μόνο που αυτό που εμφανίζεται είναι κάθε άλλο παρά ελπιδοφόρο, ή αναπτυξιακό.

Στις συνθήκες αυτές η τρικομματική κυβέρνηση υποχωρεί στις πιέσεις της τρόικας και επιβάλει νέα λιτότητα, προσβλέποντας στη δόση των 31,5 δις που θα επιτρέψει την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. To κόστος  θα είναι περαιτέρω ύφεση, βαρύτερο χρέος και κοινωνική αποδιοργάνωση. Οι κυβερνώντες το αποδέχονται εν αναμονή της περίφημης συνολικής λύσης που θα προσφέρει ίσως  κάποιους πιο ευνοϊκούς όρους στην χώρα.

Η στάση αυτή, εκτός του ότι είναι μυωπική, δείχνει ότι η ελληνική ελίτ έχει εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια διαμόρφωσης ανεξάρτητης στρατηγικής και προσαρμόζεται στον ρόλο του ευρωπαϊκού παρία.

Η επιλογή της προϋποθέτει ότι ο ελληνικός λαός θα δεχθεί να ζήσει για δεκαετίες με χαμηλούς μισθούς, υψηλή ανεργία, τεράστιο χρέος, μεγάλες ανισότητες, εξασθένιση του κράτους και όλα τα αρνητικά παρε­πόμενα για την εθνική κυριαρχία και υπόσταση.

Δεν πείθει η προοπτική αυτή. Το πιθανότερο είναι ότι θα υπάρξει έν­τονη κοινωνική και πολιτική αστάθεια που θα οδηγήσει σε αναζήτηση άλλης στρατηγικής. Η οποία δεν μπορεί να έχει ως βάση παρά μόνο την αποφα­σιστική διαγραφή του χρέους και την έξοδο από την ΟΝΕ. Οι σημερινές πολιτικές ηγεσίες τρέμουν και στην ιδέα. Μένει να δούμε αν το ίδιο ισχύει και για την κοινωνία.