Του WolfgangMunchau

Έχετε παρατηρήσει ότι χρόνος ημιζωής της αισιοδοξίας στην  ευρωζώνη γίνεται όλο και μικρότερος; Έχουν περάσει μόνο τρεις εβδομάδες από τότε που ο Mario Draghi, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ανακοίνωσε το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων  χωρίς περιορισμούς. Φάνηκε τότε ότι αυτό το πρόγραμμα θα έδινε ένα τέλος στην κρίση ή τουλάχιστον στην οξεία της φάση.

Την περασμένη εβδομάδα οι επενδυτές – και Ισπανοί δημοσιογράφοι – ανακάλυψαν ξαφνικά με τρόμο ότι η Γερμανία δεν θα επιτρέψει τελικά στην Ισπανία να μετακυλήσει τους κινδύνους των τραπεζών της στον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας ESM, το ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι έρχεται σε αντίθεση με τη δήλωση της συνόδου κορυφής των ηγετών της ευρωζώνης της 29ης Ιουνίου, η οποία έλεγε ότι είναι «επιτακτική ανάγκη να σπάσει ο φαύλος κύκλος μεταξύ τραπεζών και κρατών». Οι ηγέτες της ΕΕ κατέληξαν στη συμφωνία αυτή κατά τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από μια διπλωματική ενέδρα που στήθηκε από τους πρωθυπουργούς της Ιταλίας και της Ισπανίας. Οτιδήποτε κι αν είχε συμφωνηθεί εκείνο το πρωί, κατανοήθηκε διαφορετικά στην Ισπανία και στη Γερμανία. Η ισπανική ερμηνεία ήταν ότι η ΕΕ θα υιοθετήσει μια τραπεζική ένωση από την αρχή του επόμενου έτους. Στη συνέχεια αυτή θα ενεργοποιούσε αυτόματα τη μετατόπιση του βάρους της ανακεφαλαιοποίησης του ισπανικού τραπεζικού τομέα από την Ισπανία στον ESM.

Αυτό δεν είναι το σκεπτικό με το οποίο η  Άνγκελα Μέρκελ και ο Βόφγκανγκ Σόιμπλε αντιλαμβάνονται το πνεύμα της συμφωνίας. Τις τελευταίες μέρες, αποσαφήνισαν τι είδους τραπεζική Ένωση θέλουν. Θα συνοψίσω στην συνέχεια η γερμανική θέση:

Πρώτον, δεν επιθυμούμε πραγματικά μια τραπεζική Ένωση, αλλά αν πρέπει να έχουμε μία, θα θέλαμε να περιοριστεί η αρμοδιότητα της πανευρωπαϊκής εποπτείας σε λίγες μεγάλες τράπεζες.

Δεύτερον, στην ιδανική περίπτωση ο επόπτης δεν θα πρέπει να είναι η ΕΚΤ. Εάν θα πρέπει να είναι η ΕΚΤ, θα πρέπει να υπάρχουν διασφαλίσεις, ισχυρότερες από αυτές που προτείνονται, για να εξασφαλιστεί ότι η νομισματική πολιτική παραμένει ανεξάρτητη από την τραπεζική εποπτεία.

Τρίτον, δεν θα πρέπει να υπάρχει κανένα κοινό αποθεματικό διασφάλισης των καταθέσεων

Τέταρτον, η τραπεζική Ένωση δεν θα πρέπει να ασχολείται με κληροδοτηθέντα προβλήματα, παρά μόνο τα προβλήματα που θα προκύψουν στο μέλλον. Το πρόγραμμα διάσωσης των ισπανικών τραπεζών θα παραμείνει ισπανικό.

Πέμπτον, ο ESM δεν μπορεί να αναλάβει άμεσα ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών  μέχρι να εφαρμοστεί πλήρως η τραπεζική ένωση. Αυτό θα πάρει πολλά χρόνια.

Το να ονομάσετε τα παραπάνω μια τραπεζική ένωση ή παραβίαση της συμφωνίας της 29 Ιουνίου, δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι ότι δεν μπορείτε να επιβάλλετε μια τραπεζική Ένωση ενάντια στη ρητή βούληση της γερμανικής κυβέρνησης, του γερμανικού κοινοβουλίου, του γερμανικού λαού εν γένει και της Bundesbank. Υποψιάζομαι ότι η ΕΕ θα συμφωνήσει τελικά σε μια ανοησία. Αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν άσχετο με την επίλυση αυτής της κρίσης.

Ο Jens Weidmann, ο πρόεδρος της Bundesbank, είπε την περασμένη εβδομάδα ότι μια τραπεζική Ένωση δεν είναι παρά  ένας μηχανισμός μεταμφιεσμένης μεταφοράς πόρων. Στο σημείο αυτό, έχει δίκιο. Μια τραπεζική ένωση θα ανακεφαλαιοποιήσει τις ισπανικές τράπεζες εις βάρος των φορολογουμένων του βορρά. Αυτή είναι η ουσία της τραπεζική ένωσης. Θα ήταν ανέντιμο να το αρνηθούμε.  Μια τραπεζική ένωση η οποία θα έχει δομηθεί με τον κατάλληλο τρόπο, θα αποτελεί μια δημοσιονομική ένωση. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει πριν από τα Χριστούγεννα, ή μέσω μιας οδηγίας.

Έγραψα νωρίτερα ότι μια τραπεζική ένωση είναι μια πολύ μεγαλύτερη συμφωνία από ένα ευρωομόλογο. Μπορείτε να δημιουργήσετε ένα ευρωομόλογο με πολλές διασφαλίσεις. Υπάρχουν ακόμα και προτάσεις στο τραπέζι για τη μετατροπή ενός ευρωομολόγου σε ένα εργαλείο διάσωσης από τη λιτότητα – ένα ομόλογο λύτρωσης από το χρέος. Θα προτιμούσα μια τραπεζική ένωση από ένα ευρωομόλογο και όχι το αντίστροφο. Θα προτιμούσα να μην έχω τίποτα αντί ενός ομολόγου λύτρωσης από το χρέος.

Κρίνοντας από την πολιτική συζήτηση, η Γερμανία δεν είναι έτοιμη για ένα μηχανισμό δημοσιονομικής μεταφοράς οποιουδήποτε είδους. Ειδικότερα, η Γερμανία δεν είναι έτοιμη για μια τραπεζική ένωση. Η Άνγκελα Μέρκελ δεν έθεσε ποτέ τέτοιο πολιτικό ζήτημα στη Γερμανία. Το μόνο  που έκανε ήταν να υποβαθμίζει τις συνέπειες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Θα συμβούλευα τους αναγνώστες να μην πέσουν στην παγίδα της σκέψης ότι γερμανικές εκλογές του προσεχούς έτους ως εκ θαύματος θα παραμερίσουν όλα τα εμπόδια. Όλα τα πιθανά αποτελέσματα ευνοούν τη συνέχιση της τρέχουσας πολιτικής.

Οι συρρικνούμενες πιθανότητες μιας τραπεζικής ένωσης έχουν φέρει τον κ. Draghi σε δύσκολη θέση. Το πρόγραμμά του της αγοράς ομολόγων χρειάζεται μια τραπεζική ένωση για να δουλέψει. Οι ενέσεις ρευστότητας της ΕΚΤ εγγυώνται τις τράπεζες προς το παρόν. Το πρόγραμμα OMT εγγυάται το δημοσιονομικό χρέος. Καθώς αυτά τα προγράμματα θα εξαντλούν τη δυναμική τους – κάτι που τελικά θα γίνει – η ευρωζώνη θα χρειαστεί  ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των δύο διαπλεγμένων κινδύνων των τραπεζών και των κρατικών χρεών. Μια τραπεζική ένωση θα έδινε ένα τέλος το φαύλο κύκλο. Αλλά ακόμη και με μια τραπεζική ένωση σε εφαρμογή, η ευρωζώνη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα εξίσου εκπληκτικό φαύλο κύκλο λιτότητας και  ύφεσης. Η δυναμική της ύφεσης είναι ανησυχητική.

Κάθε φορά που η ΕΚΤ κάνει κάτι για το πρόβλημα, η πολιτική διαδικασία επιβραδύνεται. Αυτή είναι η αληθινή τραγωδία της διαχείρισης της κρίσης της ευρωζώνης. Τώρα είμαστε πίσω στο σημείο πριν την ανακοίνωση του προγράμματος αγοράς ομολόγων από τον Mario Draghi, όπου οι εκφρασμένες πολιτικές ήταν ασυνεπείς σε σχέση με την επιβίωση της ευρωζώνης.

Financial Times

Απόδοση Γιάννης Φαίλτωρ

πηγή : antinews