Του κ. Βαγγέλη Σ. Τριάντη

Από το Hot Doc, τεύχος 3/ Μαίου 2012, σελίδες 14-16

Πιστεύω ότι τα τραπεζικά ιδρύματα είναι πιο επικίνδυνα για τις ελευθερίες μας από την εξουσία, την αστυνομία και τον στρατό μαζί”, έλεγε συχνά ο τρίτος κατά σειρά πρόεδρος των ΗΠΑ, Τόμας Τζέφερσον. Κοντά 200 χρόνια μετά, τα λόγια του ηχούν σαν μακάβρια προφητεία, ενώ αποκτούν ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα όταν η εποπτεία του τραπεζικού συστήματος μιας χώρας επαφίεται σε μια τράπεζα-ανώνυμη εταιρία.

Η ΤτΕ αποτελεί ίσως την πλέον κραυγαλέα περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος, που η λειτουργία του αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία. Τα όσα αποκάλυψε σε παλιότερη εκπομπή το «Κουτί της Πανδώρας» θυμίζουν κάτι από «χρηματοπιστωτικό Βατικανό». Η ΤτΕ όχι μόνο δεν είναι κρατική, αλλά πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, η οποία διαθέτει την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος και καθορίζει την εγχώρια οικονομική πολιτική μέσω των ελέγχων και των αποφάσεων της. Το ποιοι συμμετέχουν στη μετοχική σύνθεση της εταιρίας είναι κάτι που κανείς δεν γνωρίζει. Η νομοθεσία προβλέπει ότι τη δημοσιοποίηση των στοιχείων μόνο όσων μετόχων κατέχουν ποσοστό 5% και άνω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το ελληνικό Δημόσιο αποτελεί μετοχική μειοψηφία, καθώς το ποσοστό του δεν ξεπερνά το 6%. Η πιθανότητα να είναι μέτοχος κάποιος που έχει ποντάρει στη χρεοκοπία της Ελλάδας, είτε κάποιος εκ των ξένων δανειστών, φαντάζει αρκετά πιθανή.

Επιπλέον, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η ΤτΕ είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Πιο απλά, εκτός από εποπτική, ασκεί παράλληλα και εμπορική λειτουργία με απώτερο σκοπό το κέρδος. Ο ελεγκτής είναι παράλληλα και «παίκτης», με συνέπειες επιζήμιες για την ορθή λειτουργία του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

«Κλώνος» της Τράπεζας της Αγγλίας.

Η τράπεζα ιδρύθηκε το 1928 με απόφαση της Κοινωνίας των Εθνών και κατ’ επιταγή της Τράπεζας της Αγγλίας. Ήταν η εποχή που η αγγλική λίρα υποχωρούσε ως νόμισμα και τη θέση της καταλάμβανε το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.Ετσι η Βρετανία ουσιαστικά «κλωνοποιούσε» την Τράπεζα της Αγγλίας σε όλες τις χώρες που ήλεγχε και έδενε την ισοτιμία της δραχμής με τη στερλίνα, αντί να τη συνδέσει με το δολάριο που γινόταν το νούμερο ένα νόμισμα.

Το καταστατικό της ίδρυσης της ΤτΕ θυμίζει κράτος εν κρατεί. Καμία ελληνική κυβέρνηση και κανένας οργανισμός δεν μπορεί να παρέμβει ή να επηρεάσει τις αποφάσεις της ΤτΕ, ενώ δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο. Το άρθρο 5 Α1 του καταστατικού ορίζει ρητά ότι «κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, η ΤτΕ και τα μέλη των οργάνων της δε ζητούν, ούτε δέχονται οδηγίες από την Κυβέρνηση ή οργανισμούς. Η Κυβέρνηση και οι λοιποί φορείς πολιτικής εξουσίας δεν επιδιώκουν να επηρεάζουν τα όργανα της Τράπεζας κατά την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων τους». Την ασυλία και την αδιαφάνεια στο εσωτερικό της ΤτΕ ενισχύει και το άρθρο 48 του καταστατικού: «Ούτε εν τω Κεντρικώ Καταστήματι ούτε εν τοις υποκαταστήμασιν αυτής, δικαιούται αντιπρόσωπος του Δημοσίου να ερευνά τα βιβλία της Τράπεζας».

Πούλησαν 20 τόνους χρυσού κοψοχρονιάς.

Το 2003, η διοίκηση της ΤτΕ προχωρά σε μια περίεργη, αν όχι ανεξήγητη, ενέργεια. Από το σύνολο των αποθεμάτων χρυσού που φυλάσσει, βγάζει στο εξωτερικό περί τους 20 τόνους, προβαίνοντας σε αγορές κρατικών ομολόγων. Η επίσημη τοποθέτηση της ΤτΕ ήταν ότι η ύπαρξη αποθεμάτων χρυσού δεν χρησίμευε σε κάτι, καθώς η Ελλάδα πλέον διέθετε ως νόμισμα ευρώ και όχι δραχμή.

Ωστόσο η πώληση ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις και εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι ήταν εντελώς λανθασμένη. Καταρχάς η χρονική περίοδος που επελέγη για την πώληση των 20 τόνων χρυσού ήταν η χειρότερη από άποψη κέρδους. Ο χρυσός μετρούσε ήδη δύο δεκαετίες σε καθοδική πορεία, με αποτέλεσμα το ελληνικό δημόσιο να απολέσει υπεραξία ύψους 37 εκατομμυρίων ευρώ. Μια ενδεχόμενη πώληση σήμερα, που η τιμή του χρυσού έχει εκτοξευτεί, θα ήταν αρκετά πιο προσοδοφόρα.

Η περίπτωση της Proton Bank.

Η Proton Bank αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση πλημμελούς εποπτείας από πλευράς ΤτΕ. Για τον λόγο αυτό οι μέτοχοι της Proton Bank κατέθεσαν αγωγή εναντίον της.

Τα λόγια του εκπρόσωπου του δικηγορικού γραφείου «Markoulakos Law Firm», που έχει αναλάβει και τη νομική εκπροσώπηση των μετόχων, Μιχάλη Μαρκουλάκου, είναι χαρακτηριστικά: «Δυστυχώς, για άλλη μια φορά, μια κρατική εποπτική αρχή ενεργεί πλημμελώς κατά την άσκηση των καθηκόντων εποπτείας που της έχουν ανατεθεί. Το οικονομικό σκάνδαλο της Proton Bank θα είχε σίγουρα αποφευχθεί αν η ΤτΕ τηρούσε τον νόμο και λάμβανε τα απαραίτητα μέτρα εποπτείας, τόσο προληπτικής όσο και κατασταλτικής, σε βάρος του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη και της διοίκησης της Proton Bank».

Το γαϊτανάκι της πλημμελούς εποπτείας από πλευράς ΤτΕ άρχισε να ξετυλίγεται στα τέλη του 2009, όταν ο κ. Λαυρεντιάδης αιτείται την απόκτηση ειδικής συμμετοχής στην Proton Bank. Ωστόσο, την περίοδο εκείνη ο ίδιος και οι εταιρίες του αντιμετώπιζαν ήδη τεράστια οικονομικά προβλήματα. Συγκεκριμένα, η βασική του εταιρία, η Alapis ΑΕΒΕ είχε οφειλές έναντι τραπεζών συνολικού ποσού 859,5 εκ. ευρώ, ενώ αντιμετώπιζε τεράστιο οικονομικό αδιέξοδο, καθώς οι προσπάθειες της για χρηματοδότηση από το εξωτερικό δεν είχαν καρποφορήσει.

Την ίδια περίοδο, ο κ. Λαυρεντιάδης είχε εμπλακεί σε επιχειρηματικό σκάνδαλο εκατομμυρίων ευρώ με τη δεύτερη εταιρία του, τη Νεοχημική ΑΒΕΕ, την οποία είχε πουλήσει στον αμερικανικών συμφερόντων όμιλο Carlyle με παραποιημένα οικονομικά στοιχεία. Στην πραγματικότητα, η αληθινή αξία των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας ήταν αρνητική, καθώς παρουσίαζε έλλειμμα 495 εκ. ευρώ. Ωστόσο, η οικονομική αβεβαιότητα του κ. Λαυρεντιάδη δεν λαμβάνεται υπόψη από την ΤτΕ και τον Μάρτιο του 2010 εγκρίνεται η συμμετοχή του στην Proton Bank.

Ο χορός των χρηματοδοτήσεων.

Η έγκριση ανοίγει την κερκόπορτα για την περαιτέρω αφαίμαξη της τράπεζας από τον κ. Λαυρεντιάδη, μέσω της ανεξέλεγκτης χορήγησης δανείων σε εταιρίες συμφερόντων του. Η Proton Bank χορηγούσε δάνεια ύψους δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ σε νεοσύστατες εταιρίες με μετοχικό κεφάλαιο που δεν ξεπερνούσε τις 60.000 ή 130.000 ευρώ. Τα χρήματα όμως αυτά μεταφέρονταν στη βασική εταιρία του κ. Λαυρεντιάδη, τηνAlapis ΑΒΕΕ, και στη συνέχεια εξαφανίζονταν.

Ωστόσο, η έγκριση των παραπάνω πιστώσεων ήταν παράνομη. Και αυτό διότι υπερέβαιναν τα ανώτατα όρια χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που προβλέπει ο νόμος. Συγκεκριμένα, η νομοθεσία ορίζει ρητά ότι ως «μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα» (ΜΧΑ) θεωρείται αυτό που ξεπερνά το 10% των ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας. Επειδή όμως, όπως είναι προφανές, τα ΜΧΑ συνεπάγονται αυξημένο κίνδυνο για τις τράπεζες, η υπέρβαση εκ μέρους της τράπεζας του ορίου του 25% των ιδίων κεφαλαίων της ανά ΜΧΑ απαγορεύεται βάσει νόμου. Κάτι τέτοιο όμως δεν λήφθηκε υπόψη στην περίπτωση της Proton Bank.

Ήδη από τα τέλη του 2009 τα χρηματοδοτικά ανοίγματα της Proton Bank προς τις επιχειρήσεις του ομίλου Alapis ανέρχονταν σε 201,135 εκ. ευρώ, την ίδια ώρα που το όριο των 25% ήταν στα 77,5 εκ. ευρώ. Δηλαδή, τα ανοίγματα της Proton Bank προς τον όμιλο Alapis υπερέβησαν το νόμιμο όριο κατά 123,635 εκ. ευρώ. Παρά την υπέρβαση όμως, τρεις μήνες μετά η ΤτΕ ενέκρινε την απόκτηση της ειδικής συμμετοχής του κ. Λαυρεντιάδη στην τράπεζα, ζητώντας του απλώς να επαναφέρει τα ΜΧΑ στα νόμιμα όρια. Τρεις μήνες μετά η Proton Bank ενημέρωσε την ΤτΕ ότι η υπέρβαση του ΜΧΑ είχε οριστικά εξαλειφθεί. Ωστόσο, σε έλεγχο που διενήργησαν οι επιθεωρητές της ΤτΕ, Μ. Μαρτάκης και Ε. Κοσμά, διαπίστωσαν ότι τα ΜΧΑ όχι μόνο δεν είχαν εξαλειφθεί, αλλά είχαν αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά, η ΤτΕ δεν έλαβε κανένα μέτρο και απλώς συνέστησε στον κ. Λαυρεντιάδη να συμμορφωθεί.

Στέγνωσε το Ταμείο Εγγύησης.

Το σκάνδαλο όμως στην υπόθεση της Proton Bank δεν σταματά εδώ. Στην προσπάθεια για τη διάσωση του συνόλου των καταθέσεων, το Ταμείο Εγγύησης και Εξασφάλισης Καταθέσεων (ΤΕΚΕ) αναγκάστηκε να καταβάλλει περισσότερα από 850 εκ. ευρώ. Το αποτέλεσμα ήταν να ρευστοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονταν στο όνομα του ΤΕΚΕ και πλέον να μην υπάρχει άλλο ζεστό χρήμα, αλλά μόνο λογιστικό. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε μια ενδεχόμενη κατάρρευση οποιουδήποτε χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, η εγγύηση των καταθέσεων έως και 100.000 ευρώ θα αποτελέσει όνειρο θερινής νυκτός.

Ζημιά 17 δισ. ευρώ στα Ταμεία.

Η κορωνίδα όμως των σκανδάλων ήταν η ζημία ύψους 17 δισ. ευρώ που υπέστησαν τα ασφαλιστικά ταμεία, λόγω του κουρέματος των ομολόγων, για τα οποία και πάλι οι ευθύνες της ΤτΕ είναι τεράστιες. Η υπόθεση αφορά τις τοποθετήσεις των διαθέσιμων κεφαλαίων των ασφαλιστικών ταμείων και των λοιπών ΝΠΔΔ σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. Τα παραπάνω συνιστούν το Κοινό Κεφάλαιο, το οποίο διαχειρίζεται η ΤτΕ στα πλαίσια του νόμου 2469/1997. Οι ευθύνες της ΤτΕ συνίστανται στο γεγονός ότι εξακολούθησε να προβαίνει σε τοποθετήσεις ομολόγων, παρά το γεγονός ότι το επερχόμενο κούρεμα αποτελούσε κοινό μυστικό στην αγορά. Για τον λόγο αυτό έξι επιστημονικοί φορείς (ΤΕΕ, Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, Ελληνική Οδοντιατρική Ομοσπονδία, Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, και η Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδος) κατέθεσαν μήνυση εναντίον της.

Όπως αναφέρει στο Hot Doc ο πρόεδρος του ΔΣΑ Γιάννης Αδαμόπουλος, «Η ΤτΕ ως θεσμικό όργανο του κράτους ασκεί δημόσια εξουσία. Οι ετήσιες οικονομικές εκθέσεις που συντάσσονται με επιμέλεια της αποτυπώνουν επακριβώς την εκάστοτε κατάσταση των δημοσιονομικών μας. Κατά συνέπεια, η τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και η ύπαρξη του υπέρογκου κρατικού χρέους ήταν γνωστές στην ΤτΕ από το 2009. Παρ’ όλα αυτά επέλεξε να προβαίνει σε επενδύσεις σε τίτλους του ελληνικού δημοσίου με χρήση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, έχοντας απόλυτη επίγνωση του επισφαλούς χαρακτήρα της εν λόγω επένδυσης».

Το πλέον σκανδαλώδες είναι το γεγονός ότι η ΤτΕ ουδέποτε ενημέρωσε τις διοικήσεις των ταμείων. Λειτούργησε καθαρά σαν να πρόκειται για δικά της περιουσιακά στοιχεία και όχι για την περιουσία του ελληνικού λαού. Οι ευθύνες είναι τεράστιες, καθώς θα μπορούσε να είχε αποφύγει τις επιζήμιες όπως αποδείχθηκαν τοποθετήσεις. «Ο κίνδυνος και οι δυσανάλογες απώλειες για τα ταμεία σαφέστατα μπορούσαν να προβλεφθούν και να αποφευχθούν», υπογραμμίζει ο κ. Αδαμόπουλος, και συμπληρώνει: «οι επενδύσεις έγιναν ανεξέλεγκτα και χωρίς καμία προσοχή και επιμέλεια, κατά τρόπο που ισοδυναμούσε με προφανή βλάβη του δημοσίου συμφέροντος».

Η ΤτΕ στην υπηρεσία των κερδοσκόπων.

Εκτός των άλλων, η ΤτΕ φέρεται να είναι υπεύθυνη για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα κερδοσκοπίας σε βάρος της Ελλάδας, το οποίο στη γλώσσα των οικονομολόγων αποκαλείται «υποτιμητική κερδοσκοπία». Η διεθνής πρακτική δίνει σε κάποιον το δικαίωμα, παρότι δεν κατέχει ομόλογα, να τα πουλήσει και να εμφανίσει τους τίτλους μέσα σε διάστημα τριών ημερών. Αν δεν το κάνει, θα υποστεί κυρώσεις. Και αυτό διότι μπορεί κάποιος κερδοσκόπος να σορτάρει. Να πουλήσει δηλαδή ομόλογα που δεν έχει, ακριβά, η πώληση να ρίξει τις τιμές και στη συνέχεια να αγοράσει φτηνά ομόλογα, τα οποία θα παρουσιάσει στον αγοραστή μέσα σε τρεις μέρες. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει κέρδος, αλλά παράλληλα εκτοξεύονται οι τιμές των spread. Όσο μεγαλύτερο χρόνο έχει στη διάθεση του για να σορτάρει, τόσο πιο εύκολα κερδοσκοπεί.

Τον Οκτώβριο του 2009, η ΤτΕ επιμήκυνε τον χρόνο των τριών ημερών (Τ+3) για να παραδώσει κάποιος τα ομόλογα στον αγοραστή σε δέκα μέρες (Τ+10). Έδωσε χρόνο στους κερδοσκόπους να «παίξουν» με τα ελληνικά ομόλογα με ασφάλεια. Το επιχείρημα της τράπεζας ήταν πως επρόκειτο για «τεχνικό θέμα που προέκυψε από το σύστημα της αυτοματοποιημένης επανεισαγωγής». Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και αυτό διότι η ΤτΕ αποφάσισε παράλληλα να μην επιβάλλονται κυρώσεις σε όποιον κερδοσκόπο δεν παρέδιδε τα ομόλογα στον αγοραστή τους και μετά τη λήξη της μεγάλης προθεσμίας των 10 επιπλέον ημερών. Οι κερδοσκόποι έτριβαν τα χέρια τους από χαρά.
Μάλιστα η τροποποίηση του κανονισμού φαίνεται να μην έγινε από τη διοίκηση, αλλά με εντολές κάποιου υπαλλήλου, του διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης. Η νομική υπηρεσία της ίδιας της τράπεζας με τέσσερις γνωμοδοτήσεις εντόπισε τον κίνδυνο «κερδοσκοπίας και χειραγώγησης που δημιουργεί αυτή η απόφαση», αλλά υλοποιήθηκε όλως περιέργως η απόφαση ενός υπαλλήλου τον οποίο κάλυψε η τράπεζα.