Περνούσα έξω από ένα γραφείο στον όροφο της Εφορίας. Δεκάδες άνθρωποι έσκιζαν χαρτιά με μανία. Μπήκα να δω. Ρώτησα μια κοπέλα με περίεργα πράσινα μάτια σε κόκκινο φόντο αν μπορούσα να βοηθήσω. Μου είπε «ναι» με νεύμα. Άρχισα να σκίζω. «Τι σκίζουμε;» τη ρώτησα. «Τιμολόγια» είπε. «Γιατί τα σκίζουμε;» τη ρώτησα σκίζοντας. «Επειδή κλείνουμε», είπε. Όταν τα σκίσαμε όλα πήγε σε μία υπάλληλο που κοίταζε αυτούς που έσκιζαν. Εκείνη πήρε τα σκισμένα, τα έλεγξε, έβαλε κάτι σφραγίδες κι έδωσε στην κοπέλα ένα χαρτί.
«Τελείωσες;» ρώτησα τα πράσινα μάτια που τώρα ήταν σε ακόμη πιο κόκκινο φόντο. «Όχι. Τώρα θέλω κι άλλα χαρτιά, μετά διαγραφή από Επιμελητήριο κι ύστερα από το ΤΕΒΕ».
Δεν είχα τι να κάνω. Αφού είχαμε σκίσει μαζί την ένιωθα φίλη. Κάτσαμε σε ένα παγκάκι. Την επιχείρηση την είχε φτιάξει πριν δώδεκα χρόνια. Πριν δύο άρχισε να μπαίνει μέσα. Την αγαπούσε, όμως και δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Έτρεχε όλη μέρα, αλλά φως πουθενά. Το πήρε απόφαση ότι τελείωσαν όλα. «Εντάξει, είναι κάπως σα να χάνεις “παιδί” σου. Το έφτιαξα, το ντάντεψα, το μεγάλωσα, το έστρωσα, αλλά δεν πήγαινε άλλο πια». Έκλαψε. «Χρωστάω και στο ΤΕΒΕ, αλλά τώρα είναι που δεν πρόκειται να δουν φράγκο», είπε. Ύστερα σηκώθηκε, σκούπισε τα ματια της κι έφυγε για να τελειώσει με τα υπόλοιπα χαρτιά.
Ανέβηκα πάλι πάνω στην Εφορία. Πήγα στο γραφείο που όλοι έσκιζαν. Έμαθα ότι το λένε «Κώδικα». Τώρα έσκιζαν ακόμη περισσότεροι. Πλησίασα έναν κύριο γύρω στα πενήντα με καστανά μάτια σε κόκκινο φόντο. «Να σκίσω κι εγώ;» τον ρώτησα. Μου είπε «ναι» μ’ ένα νεύμα. Κι ύστερα πήγα σ’ άλλον και σ’ άλλον. Έσκιζα μέχρι τις 3 που μας έδιωξαν. Σε κάθε σκίσιμο έριχνα και μια κατάρα. Δε μπορεί, κάποιες θα τους πιάσουν…~ΧΑΡΑ

αναδημοσίευση από : Σκέψεις σοφών /facebook