Το 1870 , στα συγκινητικά πεζά Ποιήματα με τα οποία θέλησε ν’ αντικαταστήσει τη μελαγχολία με το θάρρος, την απελπισία με την ελπίδα και την κακία με την καλοσύνη, ο 24χρονος Ιζιντόρ Ντυκάς, γνωστός με το ψευδώνυμο «Λοτρεαμόν», σημείωνε πως το νόημα των λέξεων μετέχει στη βελτίωση των ιδεών και γι’ αυτό «η λογοκλοπή είναι αναγκαία»: «ακολουθεί από κοντά τη φράση ενός συγγραφέα, χρησιμοποιεί τις εκφράσεις του, σβήνει μια λαθεμένη ιδέα και την αντικαθιστά με τη σωστή» − κι αυτό έκανε, πράγματι, στο μεγαλύτερο μέρος των Ποιημάτων του.

Το 1894, στο άρθρο του Η γαλλική γλώσσα πριν και μετά την Επανάσταση, ο Πωλ Λαφάργκ εξηγούσε με ποιο τρόπο η γαλλική επανάσταση τροποποίησε άρδην τη γλώσσα, αντικαθιστώντας τα «κλασσικά» γαλλικά της αριστοκρατίας με τη «ρομαντική γλώσσα» της αστικής τάξης − έτσι που το 1831, μια ομάδα φιλόλογων εκπόνησε και κυκλοφόρησε ένα Συμπλήρωμα στο Λεξικό της Ακαδημίας, το οποίο περιέλαβε 11.000 επιπλέον λέξεις που διαμορφώθηκαν κατά την προεπαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο. Με αυτό τον τρόπο, σημείωνε ο Λαφάργκ, η αστική τάξη διέδωσε τις ιδέες της και εδραίωσε την κυριαρχία της.

Το 1909, στην ανθολογία αποφθεγμάτων του με τίτλο Ρήσεις και Αντιρρήσεις, ο Καρλ Κράους σημείωνε πως μόνο μια γλώσσα που πάσχει από καρκίνο, έχει την τάση να σκαρώνει καινούργια λεκτικά σχήματα.

Το 1948, στο περίφημο βιβλίο του 1984, ο  Τζορτζ Όργουελ διηγείται την τραγική ιστορία δυο κατώτερων υπαλλήλων, του Γουίνστον και της Τζούλια, που, μέσα σ’ ένα κόσμο όπου το νόημα των λέξεων έχει διαστρεβλωθεί στο πιο απίθανο βαθμό για να υπηρετήσει την κυρίαρχη, ολοκληρωτική ιδεολογία, ψάχνουν με αγωνία παλιά βιβλία για να θυμηθούν τι σήμαιναν οι λέξεις.

Το 1966, στο άρθρο του Οι αιχμάλωτες λέξεις, που δημοσιεύτηκε στο 10ο τεύχος της επιθεώρησης «Internationale Situationniste», ο Μουσταφά Καγιάτι ξαναθύμιζε τη μάχη για την απελευθέρωση της γλώσσας από την κυρίαρχη ιδεολογία, σημειώνοντας πως «η νίκη της αυθεντικής επικοινωνίας και η διαφάνεια των ανθρώπινων σχέσεωνθα αντικαταστήσουν τη φτώχεια, στην οποία υποχρεώνονται οι λέξεις μέσα στο παλιό καθεστώς της καταχνιάς».

Σήμερα, κολυμπάμε πλέον σε μια θάλασσα καινούργιων λέξεων και λεκτικών σχημάτων, οι οποίες έχουν αντικαταστήσει παλιές − π.χ.  «αναδιάρθρωση της επιχείρησης» αντί του «μαζικές απολύσεις», «απασχολήσιμος» αντί του «άνεργος» −  σε μια κατεύθυνση αντίθετη προς αυτήν που έλπιζαν ο Λοτρεαμόν, ή ο Καγιάτι, και μάλλον σύμφωνη με τις ιδέες που διατύπωνε ευθαρσώς το 1770 ο ανώνυμος συγγραφέας ενός Essay on Trade and Commerce (στο οποίο συχνά αναφέρεται ο Μαρξ στο Κεφάλαιο):

«Αν όμως ο φτωχοί μας θέλουν να ζουν στην πολυτέλεια (…) πρέπει φυσικά η εργασία τους να είναι ακριβή. Φτάνει μόνο να ρίξουμε μια ματιά στο τρομαχτικό σωρό των περιττών πραγμάτων, που καταναλώνουν οι εργάτες μας, όπως λ.χ. το ρακί, το τζιν, το τσάι, η ζάχαρη, τα φρούτα που έρχονται από το εξωτερικό, η δυνατή μπύρα, τα σταμπάτα υφάσματα, ο καπνός, κ.λπ. (…) Στη Γαλλία όμως η εργασία είναι κατά το ⅓ φτηνότερη απ’ ό,τι εδώ στην Αγγλία, γιατί οι Γάλλοι φτωχοί εργάζονται σκληρά, ενώ η τροφή και το ντύσιμό τους είναι πενιχρά. Καταναλώνουν κυρίως ψωμί, καρπούς, λάχανα, ρίζες και παστό ψάρι∙ κρέας τρώνε πολύ σπάνια, κι όταν ανέβει η τιμή του σταριού, τότε τρώνε ελάχιστο ψωμί. (…) Φυσικά είναι δύσκολο να πετύχουμε κι εμείς εδώ μια τέτοια κατάσταση, όμως δεν είναι αδύνατον, όπως το αποδείχνει η ύπαρξή της τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ολλανδία».
Αμ πώς!

Σε όλα τούτα, αξίζει να σημειώσουμε και μια άλλη πλευρά της γλώσσας, την οποία επίσης απολαύσαμε τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι αυτή, κατά την οποία για την ίδια πράξη μπορούν να χρησιμοποιηθούν δυο τελείως διαφορετικές λέξεις, όπου η μια περιγράφει τη θέση του κυρίαρχου κατά την πράξη αυτή, ενώ η άλλη του υποτελούς.

Οι λέξεις δάνειο και δανείζω, λ.χ., περιγράφουν από τη θέση του κυρίαρχου την ίδια ακριβώς πράξη που από τη θέση του υποτελούς περιγράφουν οι λέξεις χρέος και χρεώνομαι. Φυσικά, ο κυρίαρχος εδώ έχει κάθε συμφέρον να παρουσιάζει την πράξη ως «δανεισμό» και π.χ. να βάζει δροσερά κορίτσια να παίρνουν κάθε μεσημέρι τηλέφωνο τον υποτελή για να τον ψήσουν με γλυκόλογα, ότι η καλή τράπεζα τού έχει ετοιμάσει κάποια «πολύ διευκολυντικά» και με «άκρως συμφέροντες όρους» δάνεια… Εννοείται πως ο υποτελής την έχει πατήσει εάν δεχτεί να περιγράψει και να σκεφτεί την προτεινόμενη πράξη ως «μου προτείνουν να δανειστώ» αντί του σωστού, για τη θέση του, «μου προτείνουν να φορτωθώ ένα χρέος».

Ευχόμαστε λοιπόν , να ξέρουμε τουλάχιστον,

μέσα στη μάχη της γλώσσας,

ποιες είναι οι λέξεις που περιγράφουν κάθε φορά τη θέση μας!

πηγή : danger.few