Του Νίκου Κοτζιά

Για την αντιμετώπιση της Γερμανικής πολιτικής ας γνωρίζουμε ότι: πρώτον, η Γερμανία είναι παγκοσμίως μια μεσαία δύναμη. Σχετικά, δηλαδή, μικρή για την παγκόσμια πολιτική, μεγάλη για την ΕΕ. Αυτό την κάνει εν μέρει αυταρχική στο εσωτερικό της ΕΕ, αλλά, ταυτόχρονα, οριοθετεί τις δυνατότητες της στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Για αυτό, η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να υποχωρεί συνεχώς στις γερμανικές απαιτήσεις και υποδείξεις. Αντίθετα οφείλει σχεδιασμένα να αξιοποιεί τα όρια του Βερολίνου.

 Δεύτερον, η Γερμανία μπορεί να υπαγορεύει σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, ιδιαίτερα στην εποχή της κρίσης, πολλές οικονομικές συνταγές, αλλά ταυτόχρονα, δεν μπορεί να αξιοποιήσει την ΕΕ ως όχημα παγκόσμιας πολιτικής χωρίς την συγκατάθεση από τις άλλες ευρωπαϊκές μεσαίες δυνάμεις, ιδιαίτερα τη Γαλλία, καθώς και την ανοχή μικρότερων ευρωπαϊκών κρατών. Με τις μεσαίες δυνάμεις κάνει αναγκαστικούς συμβιβασμούς. Η Ελλάδα οφείλει να διαμορφώνει τέτοιες συμμαχίες εντός της ΕΕ ώστε να αποκτά τη δυνατότητα αποκόμισης κερδών από τους συμβιβασμούς, αντί να γίνεται θύμα τους.

Τρίτον, η Γερμανία «καταλήφθηκε» τις δύο τελευταίες δεκαετίες από ένα όλα και πιο ισχυρό (οικονομικό) εθνικισμό. Αναβιώνει δε τον «διδακτισμό» που την διέκρινε παραδοσιακά καθώς και έναν οικονομικό ρατσισμό για χώρες με διαφορετική οικονομική παράδοση και κουλτούρα. Αυτός ο εθνικισμός συνοδεύεται από πιέσεις και άδικες κατηγορίες σε βάρος χωρών όπως είναι η Ελλάδα. Αντί να αντισταθούν οι κυρίαρχες ομάδες της Αθήνας στην υποβάθμιση της χώρας, επέλεξαν να την θυσιάσουν για να σωθούν οι ίδιες. Αντίθετα, μια προοδευτική πολιτική οφείλει να σώσει την χώρα και να θυσιάζει την νεοραγιάδικη ολιγαρχία της χώρας. Ταυτόχρονα, να ετοιμάσει μια ιδιαίτερη δημοκρατική και δίκαιη στρατηγική για το μέλλον της Ευρώπης.

Τέταρτο, η Γερμανία ταλαντεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα για το πώς θα αντιμετωπίσει την κρίση στην ΕΕ, ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Η πρώτη της σκέψη ήταν να διασφαλίσει τις δικές της τράπεζες και να αυξήσει όσο το δυνατό περισσότερο τα κέρδη της από την ελληνική κρίση. Δεν απέκλειε, προοπτικά, την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας ακόμα και την έξοδό της από την ευρωζώνη. Χάρη στον ραγιαδισμό της ελληνικής ολιγαρχίας μπορεί να επιλέγει εκείνη το ποια θα είναι η τύχη της δικής μας πατρίδας. Η Γερμανία σήμερα ανησυχεί για τυχόν επιπτώσεις ντόμινο της «ελληνικής κρίσης» και απομόνωσή της στο «κέντρο της Ευρώπης». Επιπλέον, ανησυχεί από τυχον χρέωση της όποιας «ελληνικής καταστροφής». Αυτές όλες οι ανησυχίες της, την οδήγησαν να εξετάσει με άλλο μάτι την υπόθεση «Ελλάδα». Με ένα μάτι, δηλαδή, που μετρά κέρδη και τυχόν απώλειες από την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Ζυγίζει περισσότερο τις όποιες επιλογές.

Με την σκληρή πολιτική της, που έγινε πρόσφατα πιο προσεκτική, η Γερμανία κέρδισε σε βάρος της χώρας, επί κυβερνήσεων Παπανδρέου, Παπαδήμου, Βενιζέλου, το πρώτο «τετράγωνο» δικαιωμάτων: Έλαβε ως εγγυήσεις τη δημόσια περιουσία. Απέκτησε επιτροπεία επί της χώρας. Επέβαλε την αντιμετώπιση τυχών μελλοντικών αντιρρήσεων μιας άλλης Αθήνας με το αγγλικό δίκαιο. Διασφάλισε την εκδίκασή τους στα δικαστήρια του Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Ανάλογα, η σημερινή κυβέρνηση παραχώρησε στη Γερμανία ένα δεύτερο «τετράγωνο» δικαιωμάτων: Αμνηστία για πράξεις διαφθοράς εκ μέρους των γερμανικών εταιρειών στην Ελλάδα. Αμεση πρόσβαση και έλεγχο του ορυκτού πλούτου. Προτιμησιακό καθεστώς στις αποκρατικοποιήσεις. Δημιουργία οικονομικών ζωνών στα εδάφη της Ελλάδας ακόμα και υπό τη διεύθυνσή του Βερολίνου.

Με τις πιο πάνω παραχωρήσεις τίθεται η Ελλάδα σε τροχιά (που η κυβέρνηση ονομάζει ως «εμπιστοσύνη») αυξανόμενης εξάρτησης και ελέγχου από τη Γερμανία. Γεγονός που εξηγεί τις νέες αποχρώσεις στον πολιτικό λόγο της. Αυτές οι εκχωρήσεις καθιστούν τα προβλήματα εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας ακόμα πιο κεντρικά από ότι προηγούμενα. Υπογραμμίζουν την ανάγκη δημιουργίας του ευρύτερου δυνατού δημοκρατικού-πατριωτικού κινήματος.

Δημοσιεύθηκε στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ

αναδημοσίευση από : filologos10