-Πιάσε τρία καφεδάκια. -Όχι καφέ για μένα. Τσάι. -Εγώ νερό. -Κι εγώ. -Δύο νεράκια κι ένα τσάι.

Κρατάω πρακτικά καθώς συζητούν ο Επαίτης, ο Προπέτης κι ο Ρεμπέτης:

–Ρε συ, δεν είπαμε να μην κάνουμε περικοπές;

–Ναι, ρε συ, δεν είπαμε;

–Πλάκα κάνετε, ρε μάγκες;

–Εσύ μας κάνεις πλάκα, που το παίζεις και πρωθυπουργός.

–Δεν το παίζω· είμαι!

–Επειδή το συμφωνήσαμε.

–Άμα δεν γουστάρετε, ρίξτε με, να λέω κι εγώ ότι εξαιτίας σας δεν πήραμε τη δόση.

–Καλά, κάτσε να πάρουμε τη δόση και θα σε στρώσω εγώ.

–Τι να στρώσεις, ρε σαχλαμάρα, που έχετε μείνει τρείς κι ο κούκος…

–Κύριοι, κύριοι, ντροπή! Ήρθαμε εδώ για να μαλώσουμε; Νομίζω, μπορούμε να συζητήσουμε πολιτισμένα.

–Τι πετάγεσε εσύ ρε Καραβάγκο;

–Ε, καλά τωρα, έτσι δεν κάνουμε δουλειά…

–Τι δουλειά, ρε κόπανε; Τι δουλειά; Θα κάτσουμε μια-δυό ωρίτσες, να μην λένε ότι δεν είπαμε και τίποτα, να βγούμε μετά να σπηκάρουμε δυό κουβέντες και να πάμε σπίτια μας τοίχο-τοίχο, τώρα που δεν βρέχει.

–Τι θα δηλώσουμε στα μικρόφωνα;

–Εγώ δε λέω τίποτε, είμαι πρωθυπουργός.

–Νάτα πάλι με το “πρωθυπουργός”! Μου τη δίνεις, ρε συ!

–Κάτσε ρε, εντάξει, τι να κάνουμε τώρα, αφού είναι;

–Πέστου τα ντε! Να, δεν βγαίνεις εσύ, που έχεις και ωραία άρθρωση να πεις εκεί δυό μπαλαφάρες ότι, θα πρέπει να μη ματώσουν –ωραίο αυτό το «ματώσουν», ε;– ναι, λοιπόν, ματώσουν τα χαμηλά εισοδήματα, ότι θα ξανασυναντηθούμε και τέτοια;

–Εντάξει.

–Εντάξει, τι εντάξει; Θα μιλήσω κι εγώ.

–Ναι, μη χάσεις.

–Και για την Τρόικα τι θα πούμε;

–Κανονίστε να σας ξεφύγει καμιά μπαρούφα, να μας κόψουνε το μεροκάματο.

–Ε, καλά, δεν γίνεται να το περάσουμε και ντούκου.

–Ε, πες εκεί ότι η Τρόικα δεν καταλαβαίνει, ότι είναι κακιά, αλλά τι να κάνουμε, η ύφεση είναι μεγάλη, ξέρεις εσύ.

–Πόσο μεγάλη είναι;

–Πού να ξέρω, ρε συ, τι με ρωτάς τώρα;

–Τι βγαίνεις τότε και λες ότι είσαι Οικονομολόγος;

–Και τι να λέω, ρε κωθώνι, ότι είμαι; Χασομέρης;

–Θα βγω εγώ και θα πω ότι είμαι Συνταγματολόγος.

–Άσχετο. Αυτό συζητάμε ρε;

–Μου τη δίνεις σου λέω, το καταλαβαίνεις;

–Ήρεμα, ήρεμα. Να πούμε κάτι για τους ανέργους;

–Γιατί, έχουνε συνδικαλιστική εκπροσώπηση;

–Όχι.

–Ε, τότε; Ώρες-ώρες δεν σε καταλαβαίνω, είσαι και μεγάλος άνθρωπος…

–Δεν γίνεται να μην πούμε και τίποτε. Πόση είναι η ανεργία;

–Πάλι τα ίδια! Πού να ξέρω, ρε συ; Εσύ δουλέυεις;

–Όχι.

–Εσύ;

–Ούτε.

–Ούτε εγώ.

–Τα βλέπεις; Είναι μεγάλη η ανεργία, σου λέω… Θερίζει!

–Καλά, καλά, πες εκεί κάτι να σου περάσει ο πόνος.

–Δεν μου λες, θα πας ταξιδάκι;

–Τι να κάνω…

–Ωραίος!

–Μου τη δίνεις! Μου τη δίνεις! Μου τη δίνετε και οι δύο! Φεύγω.

–Κάτσε, ρε, λίγο. Τι ώρα είναι;

–Αμάν! Πήγε εννιάμιση. Για πότε πήγε εννιάμιση…

–Εννιάμιση;;; Πώς περνάει η ώρα, ρε παιδιά…

–Είδες που σού ΄πα! Θα πούμε εδώ δυό παπαριές και θα περάσει η ώρα.

–Άντε, παιδιά, να πηγαίνω. Δεν έχω βάλει μπουκιά στο στόμα μου από το μεσημέρι.

–Στάσου, φεύγουμε μαζί. Έχεις αμάξι;

–Ναι. Θα σε πετάξω εγώ. Προς τα πάνω πας;

–Ναι.

–Έλα.

–Εσύ; Θα κάτσεις.

–Θα κάτσω λίγο, παραμύθι, και θα την κοπανήσω μετά, γιατί πονάει και το μάτι μου.

–Ναι, ρε, έχεις και το μάτι, εσύ… Καλά, καληνύχτα.

–‘χτα!

–΄χτα!

Πηγή : Sotosblog