Οι 34 απεργοί μεταλλωρύχοι που σκοτώθηκαν από την αστυνομία στο ορυχείο πλατίνας της Μαρικάνα υιοθετήθηκαν αμέσως από τα ΜΜΕ ως κομπάρσοι. Για κάποιους η σφαγή στην Μαρικάνα θυμίζει το αστυνομικό μακελειό της Σάρπβιλ το 1960. Άλλοι την είδαν ως απόδειξη ότι η φτώχεια και ο κοινωνικός διχασμός δεν τελείωσαν μαζί με το Απαρτχάιντ. Άλλοι , πάλι , είδαν τους φόνους ως τον πρόλογο μιας γενικευμένης σύγκρουσης ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και της εργασίας . Τέλος, για πολλούς επιβεβαιώνει την πολιτική και ηθική αποσύνθεση του κυβερνώντος Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσο.

Η κοινή γνώμη προτιμά να δει την Μαρικάνα κεντρισμένη από την φονική χρήση της αστυνομικής βίας για την υπεράσπιση μιας αυτοκρατορικής εξοριστικής επιχείρησης με έδρα το Λονδίνο , της Lonmin , και των λευκών διευθυντών της με τα ρόλεξ και τις μερσεντές τους.

Ωστόσω αυτό το “στόρι” δεν αντέχει στην κριτική , διότι παρεμβάλλεται σ’αυτό η φιγούρα του Σίριλ Ραμαφόσα. Ως επικεφαλής της Εθνικής Ένωσης Μεταλλορύχων στην δεκαετία του 1980 , ο Ραμαφόσα υπήρξε άριστος οργανωτής για την εργατική τάξη , αψηφώντας τις απειλές και παίζοντας κορώνα – γράμματα την ζωή του. Την δεκαετία του 1990 όμως ο πρώην αρχισυνδικαλιστής επέλεξε να αφήσει την πολιτική για να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις. Αξιοποίησε την νέα νομοθεσία υπερ της “ενδυνάμωσης” των μαύρων επιχειρηματιών για να μπει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Lonmin – και να γίνει πολυεκατομμυριούχος.

Τι θέλω να πω ; Ότι η βία των εργατών πιθανών να είναι μικρότερος κίνδυνος για την χώρα απ’ό,τι η χλιδή και οι σπατάλες των σούπερ πλουσίων.

Ο ιστορικός συμβιβασμός του 1994 μεταξύ των λευκών Αφρικάνερ και των μαύρων εθνικιστών κατέληξε να μετατρέψει τους σοσιαλιστές συνδικαλιστές σε καπιταλιστές. Για μένα , όπως και για πολλούς άλλους Νοτιαφρικανούς , η τυφλή βία της Μαρικάνα είναι σημάδι ότι αυτή η χώρα εγκαταλείπει υπερβολικά γρήγορα και με χαμηλό τίμημα τις αρχές της ισότητας και της δημοκρατίας.

ΙΜΡΑΑΝ ΚΟΥΒΑΝΤΙΑ

*Ο Ιμραάν Κουβαντία είναι συγγραφέας και καθηγητής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Κέηπ
Τάουν.

πηγή : The New York Times

αναδημοσίευση από το : ΤΟ ΒΗΜΑ /έντυπη έκδοση 2/9/12