Του Φάνη Παπαδάτου

Τριτοκοσμικοί στο ευρώ ή τριτοκοσμικοί εκτός ευρώ;

Το παραπάνω ερώτημα φαίνεται πλέον ότι τίθεται από τους εταίρους και δανειστές της χώρας μας προς την ελληνική αστική τάξη και τους εκπροσώπους της. Για την ελληνική άρχουσα τάξη όμως το δίλημμα αυτό δεν υπάρχει εδώ και καιρό. Για την άρχουσα τάξη της Ελλάδας, με μια όχι και τόσο μεγάλη δόση υπερβολής μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ουσιαστικά το πρόβλημα είναι πως θα μετατρέψει τη χώρα αρκετά γρήγορα σε τρικοσμική μπανανία, μήπως και με αυτό τον τρόπο τα καταφέρει να ικανοποιήσει τους δανειστές και να παραμείνει στο ευρώ. Μάλιστα σε αυτή την προσπάθεια από την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου μέχρι και σήμερα έχει στρατευτεί το σύνολο της αστικής τάξης και παρά τις σποραδικές γκρίνιες που ακούγονται από επιμέρους έλληνες μεγαλοκαπιταλιστές η βασική αυτή επιλογή καθόλου δεν αμφισβητείται.

Οι γκρίνιες αφορούν κυρίως το πώς τα επιμέρους συμφέροντα θα πλασαριστούν στο νέο περιβάλλον απίστευτης υποβάθμισης της χώρας εντός του ευρώ. Από την εμπειρία των τελευταίων δυόμιση ετών είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο ότι από καμία απολύτως μερίδα της άρχουσας τάξης δεν υπάρχει η βούληση για ανασυγκρότηση και ανεξάρτητη πορεία του ελληνικού καπιταλισμού εκτός ευρώ. Επιπλέον, η τάση της αστικής τάξης για την πάση θυσία παραμονή της χώρας στο ευρώ, όσο προχωρά η υλοποίηση των διαφόρων μέτρων των επιμέρους μνημονίων και η κρίση τόσο στην ευρωζώνη όσο και διεθνώς βαθαίνει, ισχυροποιείται ακόμα περισσότερο. Σε αυτή την κατάσταση, δυστυχώς έχει συμβάλλει και το γεγονός ότι εξ αιτίας κυρίως των αδυναμιών της Αριστεράς να οργανώσει την πάλη του λαού απέναντι στην παραπάνω προοπτική, το λαϊκό κίνημα δεν εμφανίζεται οργανωμένο και συντονισμένο παρά τις σποραδικές και επιμέρους προσπάθειες μεμονωμένων δυνάμεων αλλά και παρά το γεγονός ότι μέχρι τώρα υπήρξαν και υπάρχουν και είναι απολύτως βέβαιο ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν αυθόρμητες αλλά πολύ σοβαρές λαϊκές αντιδράσεις, που όμως δεν αρκούν.

Ακόμα κι έτσι όμως είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η ελληνική άρχουσα τάξη θα καταφέρει να κρατηθεί στο ευρώ, για λόγους πέραν των δυνάμεων της που θα αναλύσουμε παρακάτω. Οι λόγοι αυτοί αφορούν κυρίως την τάση της τρέχουσας καπιταλιστικής κρίσης να λάβει έναν κατεξοχήν διεθνή χαρακτήρα και να μετατραπεί ξεκάθαρα σε παγκόσμια κρίση με καταλύτη την επιδείνωση της κρίσης του ευρώ συμπαρασύροντας τόσο τις ΗΠΑ, την Κίνα και την Ιαπωνία, όσο και τις λεγόμενες αναδυόμενες οικονομίες του G20. Για το λόγο αυτό οι παράγοντες του διεθνούς συστήματος επικεντρώνουν την προσοχή τους στη διαχείριση και περιορισμό των επιπτώσεων από την κρίση της ευρωζώνης.

Πάνω απ’ όλα ισχυρό ευρώ

Οι παράγοντες του διεθνούς συ­στήματος, ταυτόχρονα, προ­σπαθούν ο καθένας από την πλευρά του να προετοιμαστεί με τον καλύτερο δυνατό τρό­πο για την επέκταση της κρίσης σε άλ­λες περιοχές του πλανήτη με σκοπό την επιβίωση του στο πλαίσιο ενός ανηλε­ούς ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, που προς το παρόν γίνονται προσπάθειες να κρατηθεί υπό έλεγχο, χωρίς να λείπουν όμως οι τρικλοποδιές και τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη.

Το γεγονός αυτό επιταχύνει τις εξε­λίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο και δημι­ουργεί την ανάγκη οι ηγεμονι­κές δυνάμεις της EE και κυρίως η Γερμανία να λάβουν αποφάσεις για την διαχείριση της κρίσης που έχουν έντονα διλημματικό χαρα­κτήρα.

Συγκεκριμένα, πέρα από την αδυναμία σταθεροποίησης της ελληνι­κής οικονομίας, οι αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης της Ισπανίας και της Ιταλίας οι οποίες τις οδηγούν με μαθη­ματική ακρίβεια στην ανάγκη να ζητή­σουν διάσωση καθώς και η συνεπαγόμε­νη πολιτική και κοινωνική αποσταθερο­ποίηση όλων των χωρών που βρίσκονται σε προγράμματα διάσωσης δημιουργούν αβεβαιότητες και κινδύνους που πλέον δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζονται οι επιπτώσεις από την τυχόν αποχώρηση κάποιας ή κάποιων προβληματικών χω­ρών από το ευρώ, τα κόστη και τα οφέλη για τις ηγεμονικές δυνάμεις της ένωσης. Όπως είναι προφανές η πρώτη υποψή­φια χώρα για αποχώρηση από το κοινό νόμισμα είναι η Ελλάδα. Δεν είναι όμως λίγα τα διλήμματα και οι κίνδυνοι για την EE από μια τέτοια ενέργεια.

Από αυτή την σκοπιά οι απόψεις που εκφράζονται σε πρόσφατο δημοσίευμα του βρετανικού περιοδικού Εκόνομιστ, και τα οποία απηχούν κυρίως τις από­ψεις και τα συμφέροντα του αγγλοσαξο­νικού μπλοκ, είναι ενδιαφέροντα και με μερικές προσθήκες πιστεύω ότι θα γί­νουν αρκετά διαφωτιστικά καθώς αναφέρεται ότι τυχόν έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ δεν θα είναι απλή υπόθεση για την EE και τη Γερμανία, την κύρια ηγεμονική της δύναμη. Σε απόδειξη του ισχυρισμού του, το περιοδικό παραθέ­τει υπολογισμούς που ανεβάζουν το κό­στος εξόδου της Ελλάδας από το κοινό νόμισμα στα 320 δισ. ευρώ.

Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι κάτι τέτοιο θα επέφερε σοβαρό και μη αναστρέψι­μο πλήγμα στην ιδέα του ευρώ πράγμα που θα δημιουργούσε πανικό στις αγο­ρές και θα ενέβαζε τα σπρεντς σε δυ­σθεώρητα ύψη, για τις άλλες προβλημα­τικές χώρες που βρίσκονται στο ευρώ.

Αν δε, η Γερμανία επέλεγε να οδη­γήσει εκτός ευρώ και τους υπόλοιπους προβληματικούς (Ισπανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο) το περιοδι­κό θεωρεί ότι το κόστος θα είναι ακό­μα μεγαλύτερο καθώς κατόπιν υπολογι­σμών του που περιλαμβάνουν και το κό­στος ανακεφαλαιοποίησης των γερμανι­κών τραπεζών  το τίμημα ανέρ­χεται στα 1,65 τρισ. ευρώ.

Βέβαια, παραδέχεται ότι μια τέτοια αποχώρηση θα οδηγούσε στη “δημιουρ­γία μιας πιο συγκροτημένης, εύρυθμης και υπερασπίσιμης ευρωζώνης”, το κό­στος όμως και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις θα ήταν τεράστιο σε σχέση με το όφελος κατά τη γνώ­μη του Εκόνομιστ.

Για το λόγο αυτό ο Εκόνομιστ καταλήγει ότι είναι προτιμότερη η διατήρηση της ευρωζώνης ως έχει με βαθύτερη ενοποίηση της Ευρώ­πης, με τραπεζική ένωση, έκδοση ομο­λόγων και εφαρμογή πολιτικών για την τόνωση της ανάπτυξης.

Παρά το γεγονός ότι και το κόστος αυτής της επιλογής δεν είναι αμελητέο, ο Εκόνομιστ θεωρεί ότι θα χρειαστεί η ανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών και πανευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων κόστους 300-400 δισ. ευρώ όπου το ένα τρίτο θα πρέπει να καλυ­φθεί από τη Γερμανία και είναι εφικτό.

Αυτή η εξέλιξη βολεύει και την ελ­ληνική άρχουσα τάξη η οποία έχει πο­ντάρει τα ρέστα της σε μια τέτοια εξέλι­ξη, όμως ο Εκόνομιστ, αν δεν θεωρούσα ότι υπάρχει σκοπιμότητα, θα έλεγα ότι αδικώντας τον εαυτό του και υποτιμώ­ντας τους Γερμανούς ξεχνά να αναφέ­ρει ορισμένες σημαντικές λεπτομέρειες. Θα προσπαθήσω να καλύψω όσο γίνε­ται αυτό το κενό.

Ήδη, από το καλοκαίρι του 2011 όταν έγινε σαφές ότι κινδυνεύει με κα­τάρρευση και η Ιταλία, οι προσπάθει­ες από την πλευρά των ηγεμονικών δυ­νάμεων της ένωσης να ελεγχθεί η κρίση επι­ταχύνθηκαν και εντά­θηκαν.

Οι προσπάθειες αυ­τές εκφράστηκαν μέ­σα από την λεγόμενη ενίσχυση της οικονο­μικής διακυβέρνησης. Περαιτέρω, ο τρόπος που επιλέχτηκε για την ενίσχυση της λεγόμε­νης οικονομικής δια­κυβέρνησης, κατά την άποψη μου, αντικατο­πτρίζει και την ιεραρ­χική δομή των ηγεμο­νικών δυνάμεων εντός της EE.

Αυτό γιατί η κρί­ση χρέους επιτάχυ­νε τις οικονομικές τά­σεις που προϋπήρχαν της κρίσης χρέους κι έχουν να κάνουν με τη δομή του καπι­ταλιστικού ανταγωνισμού στο πλαίσιο της EE όπως αυτός προκύπτει από τις ιδρυτικές συνθήκες της και τις τροπο­ποιήσεις τους.

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια όλα αυτά τα προ­βλήματα με πιο έντονο τρόπο. Τα κρα­τικά προγράμματα στήριξης της ιδιωτι­κής κερδοφορίας που έπαιζαν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο όχι μόνο στις καθαρά περιφερειακές χώρες αλλά και σε ορι­σμένες από τις χώρες που πριν από την εκδήλωση της κρίσης ανήκαν στις λεγό­μενες ηγεμονικές, μετέτρεψαν ειδικά για την EE την κρίση σε δημοσιονομική και κυρίως επέτρεψαν στη Γερμανία να ισχυροποιηθεί στον υπέρτατο βαθμό, να αυτονομηθεί και να επιβληθεί επί των άλλων ηγεμονικών χωρών.

Η επιβολή αυτή της Γερμανίας επί των άλλων ηγεμονικών δυνάμεων τείνει να γίνει απόλυτη, γεγονός που βάζει και τη σφραγίδα στον τρόπο που προωθή­θηκε και προωθείται η οικονομική δι­ακυβέρνηση.

Όμως σε τι έγκειται το συμφέρον των Γερμανών και μαζί μ’ αυτών το συμφέ­ρον των ισχυρότερων μερίδων των επι­μέρους αστικών τάξεων της EE που φαί­νεται ότι έχουν συμμαχήσει μαζί τους από τη θέση του υποτελούς;

Κατά τη γνώμη μου, οι Γερμανοί αλλά και οι ισχυρότερες μερίδες των επι­μέρους αστικών τάξεων στις υπόλοιπες χώρες της EE, έχουν αρκετά ολοκληρω­μένη θεώρηση των πραγμάτων. Η θεώ­ρηση αυτή χαρακτηρίζεται από την προ­τεραιότητα που δίνεται στην ανάγκη για ανταγωνιστικότητα και ιμπεριαλιστική ισχύ έναντι των άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Συγκεκριμένα, οι Γερμανοί προσπα­θούν μέσω τις επιβολής μέτρων λιτότη­τας να εξουδετερώσουν αν αυτό είναι δυνατόν ή έστω να περιορίσουν σημα­ντικά το πλεονέκτημα του δολαρίου ως παγκόσμιου χρήματος.

Περαιτέρω, εκτιμούν ότι η διαφαι­νόμενη δημοσιονομική χαλάρωση στον υπόλοιπο κόσμο θα τους ωφελήσει μέσω των εξαγωγών χωρίς αυτοί να χρειαστεί να χαλαρώσουν την δημοσιονομική πει­θαρχία τόσο στην ίδια τη Γερμανία όσο πολύ περισσότερο στην ευρωζώνη και τον άμεσο περίγυρο της.

Κεντρικό στήριγμα αυτής της στρατηγικής είναι το ισχυρό ευρώ, το ευρώ σαν παγκόσμιο χρήμα ανταγωνιστικό του δολαρίου. Χωρίς αυτό η συγκεκρι­μένη στρατηγική καταρρέει. Αυτό δυ­στυχώς από ορισμένους σκοπίμως πα­ραλείπεται να τονιστεί (Εκόνομιστ) ενώ από άλλους απλά ξεχνιέται καθώς ανέ­τοιμοι και σαστισμένοι από την κρίση προσπαθούν να σώσουν το τομάρι τους κάνοντας σπασμωδικές κινήσεις (ελληνική άρχουσα τάξη).

Ακόμα πιο συγκε­κριμένα, κατά τη γνώ­μη μου, σε επίπεδο EE κάτω από την καταλυ­τική επιρροή των Γερμανών, τείνει να δια­μορφωθεί ένα «σύστη­μα» τριών πυλώνων για την διαχείριση της κρί­σης χρέους. Αυτοί οι πυλώνες εί­ναι:

Πρώτο, δημοσιονο­μική πειθαρχία, που συ­νεπάγεται αιώνια λιτό­τητα μέσω της συνταγ­ματικής κατοχύρωσης της στο νομικό σύστη­μα των χωρών-μελών με την θεσμοθέτηση του λεγόμενου «φρέ­νου του χρέους», αλλά και τη θεσμοθέτηση κυρώσεων για τους παραβάτες αποτελώντας το δημοσιονο­μικό στήριγμα της ισχύος του ευρώ σαν παγκόσμιο χρήμα ανταγωνιστικό του δη­μοσιονομικά ευάλωτου δολαρίου.

Δεύτερο, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) με αρμοδιότητες στην επιβολή των κυρώσεων για τους παραβάτες, μέσω μηχανισμών και με­θόδων αντιστοίχων με αυτές που εφαρ­μόζει το ΔΝΤ, με τη μόνη διαφορά ότι θα πρόκειται για ένα Γερμανικό ΔΝΤ, όργανο επιβολής της Γερμανίας επί των αδυνάτων της EE.

Τρίτος πυλώνας είναι η ποσοτική χα­λάρωση αλά ΕΚΤ με σκοπό να εξυπηρε­τηθεί η ανάγκη άμβλυνσης των συνεπει­ών της κρίσης στην προσπάθεια ανασυ­γκρότησης που κάνει το Ευρωπαϊκό κε­φάλαιο υπό την ηγεσία των Γερμανών για να την υπερβεί.

Ανοίγουν την πόρτα για έξοδο

Μέχρι στιγμής, τα κριτή­ρια της θεώρησης που αναπτύχθηκε παραπά­νω εφαρμόστηκαν από πλευράς Γερμανών σε κάθε ξεχωριστή στιγμή της αντιμετώπι­σης της κρίσης χρέους της ευρωζώνης, από τα πρώτα κιόλας στάδια και παρά το γεγονός ότι η διάσωση της Ελλάδας υπήρξε ουσιαστικά ένας αιφνιδιασμός για την ένωση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάστη­κε να γίνουν ελιγμοί. Ελιγμοί έγιναν αλ­λά ποτέ δεν θυσιάστηκε η οπτική για τη βαθύτερη ολοκλήρωση της EE που ανα­πτύχθηκε παραπάνω.

Ακριβώς γι’ αυτό και σε πλήρη αντί­θεση με τον Εκόνομιστ, ο θεωρούμενος από τους πρωτεργάτες του ευρώ γερμα­νός οικονομολόγος Ότμαρ Ίσινγκ σε δηλώσεις του τόνισε ότι “έπρεπε να ξε­κινήσουμε με λιγότερα μέλη και αυστη­ρότερους κανόνες, δεν υπάρχει αμφιβο­λία. Αυτό όμως είναι το …χυμένο γάλα. Τώρα που έχουμε αυτήν τη σύνθεση, η πολιτική ότι καμία χώρα δεν πρέπει να φύγει είναι πρακτικά εκβιασμός”. Και συνεχίζει: “σπάσιμο της ευρωζώνης θα είναι μεγάλη καταστροφή, δεν υπάρχει αμφιβολία. Η εναλλακτική σε αυτό είναι μια νο­μισματική ένωση όπου η φήμη της ΕΚΤ θα υπονομευτεί ή ακόμα και θα καταστραφεί. Το ευρώ θα καταρρεύσει και οι χώρες θα συσσωρεύσουν χρέος χωρίς όριο. Νομίζω ότι αυτό το σενάριο, εί­ναι σενάριο τρόμου, αντίστοιχο της κα­ταστροφής από τη διάσπαση”.

Ακριβώς με βάση τα κριτήρια της πα­ραπάνω θεώρησης είναι λογικό να γί­νουν και οι αναλύσεις κόστους-οφέλους από την πλευρά των Γερμανών για την παραμονή των προβληματικών χωρών (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύ­προς αλλά και Ισπανία) στο ευρώ ή όχι.

Πέραν αυτού όμως οι Γερμανοί αλ­λά και όσοι παραμείνουν στο ευρώ εί­ναι επίσης λογικό ότι θα θελήσουν να περιορίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις σε αυτούς από την έξοδο κάποιας ή κά­ποιων χωρών από το ευρώ διατηρώντας την ήδη δεσπόζουσα θέση τους στις επιμέρους οικονομίες.

ΕΞΟΔΟΣ ΑΛΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ- Με κριτήρια και όρους των δανειστών

Αυτό σημαίνει ότι και η όποια συντεταγμέ­νη έξοδος χωρών από το ευρώ θα γίνει με τρόπο που δεν θα έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους της στρατηγικής που περιέ­γραψα παραπάνω.

Από αυτή την άποψη είναι χα­ρακτηριστικές οι δηλώσεις του Γερμα­νού καθηγητή Σίνν για έξοδο με δυνατό­τητα επιστροφής στο ευρώ, όπου η βασι­κή ιδέα είναι να δοθεί σε χώρες το καθε­στώς των συνδεδεμένων μελών, επιτρέπο­ντας τους να υιοθετήσουν το δικό τους νό­μισμα προσωρινά και την επιλογή να επι­στρέψουν στο ευρώ αργότερα, ή οι με­λέτες που έχουν γίνει από την Ντοιτσε Μπανκ για την ταυτόχρονη κυκλοφορία δύο νομισμάτων που αναφέρονται μάλι­στα στην περίπτωση εξόδου της Ελλάδος, του τοπικού (π.χ. της ευρωδραχμής) για τις εγχώριες συναλλαγές και τη διατήρηση του ευρώ για τις διεθνείς, με την ταυτό­χρονη ύπαρξη του ειδικού λογαριασμού για την προτεραιότητα της αποπληρωμής του χρέους προς τους δανειστές.

Πρέπει να παραδεχτούμε λοιπόν, ακόμα και αν δεν μας αρέσει ότι και από τη γερμανική πλευ­ρά οι ιδέες δεν λείπουν. Μάλιστα, μια μικρότερη ευρωζώνη όπως παραδέχεται και ο Εκόνομιστ θα μπορού­σε να προχωρήσει πολύ πιο γρήγορα σε βαθύτερη ενοποίηση, τραπεζική ένωση και έκδοση ευρωομολόγου καθώς τόσο οι πολιτικοκοινωνικές εντάσεις που θα δημι­ουργηθούν από μια τέτοια πορεία θα εί­ναι λιγότερο έντονες και γι’ αυτό ελέγξιμες ενώ τα κόστη δανεισμού σημαντικά μικρό­τερα από τον τωρινό μέσο όρο της τρέ­χουσας σύνθεσης χωρών, όπως ξεχνάει να αναφέρει ο Εκόνομιστ. Αυτό είναι κάτι που όπως δείχνουν και οι τελευταίες εξελίξεις σίγουρα αντιλαμβάνο­νται οι αγορές καθώς το κόστος δανεισμού των λεγομένων οικονομικά εύρωστων χω­ρών της EE με πρώτη τη Γερμανία που εί­ναι σχεδόν μηδενικό, και κατά μέσο όρο είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό για τις χώρες του ευρώ που αντιμετωπίζουν οι­κονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε προγράμματα προσαρμογής. Μια μικρότερη ευρωζώνη που θα περι­λαμβάνει τις οικονομικά πιο εύρωστες χώ­ρες και την Ιταλία που έχει χαμηλό δημό­σιο χρέος σε σχέση με τις άλλες χώρες της περιφέρειας θα γινόταν πιο ευνοϊκά δεκτή από τις αγορές, ενώ οι χώρες που θα γύ­ριζαν στα εθνικά τους νομίσματα θα μπο­ρούσαν να λειτουργήσουν ως συνδεδεμέ­να μέλη σε ένα νέο ΜΣΙ (Μηχανισμό Συ­ναλλαγματικών Ισοτιμιών) καθώς το νέο σχήμα θα συνδύαζε την ευελιξία του ΜΣΙ με την μεγαλύτερη ομοιογένεια των χωρών ενός μικρότερου αλλά ισχυρότερου ευρώ.

Αντίθετα τυχόν προσπάθεια εμβάθυν­σης της ενοποίησης με την τρέχουσα σύν­θεση, το πιο πιθανό είναι να αντιμετωπί­σει τα προβλήματα που αναφέρει ο Ίσινγκ με κυριότερο την εξασθένιση του ευρώ έναντι του δολαρίου και την απώλεια πο­λύτιμου εδάφους στο μεταξύ τους αντα­γωνισμό, κάνοντας με τον τρόπο αυτό την EE πιο ευάλωτη στη νέα φάση πιο έντονης παγκοσμιοποίσης της κρίσης και συνεπώς πιο ελέγξιμη από τον αγγλοσαξωνικό πα­ράγοντα. Αυτή φαίνεται να είναι και η κρυ­φή ελπίδα του Εκόνομιστ τώρα που η θέ­ση του Σίτυ μετά το σκάνδαλο των επιτο­κίων Libor φαίνεται να κλονίζεται, και όχι μόνο.

Τελικά τα διλήμματα που τίθενται είναι πάντοτε πολλά και το θέμα είναι να διαλέ­ξει κανείς να απαντήσει στα κατάλληλα για την εκάστοτε συγκυρία και μάλιστα σωστά, διότι όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Ρωμαί­οι, κάθε άνθρωπος είναι αρχιτέκτονας της προσωπικής του μοίρας, αυτό όμως φαί­νεται ότι δεν αφορά μόνο τα άτομα αλ­λά επίσης ολόκληρες κοινωνικές τάξεις και λαούς.

Πηγή :aristeroblog.gr