Του Αντώνη Δραγανίγου


Μια πολύ σοβαρή αν και όχι πάντα μεγαλόφωνη συζήτηση έχει ανοίξει μέσα στην αριστερά. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τώρα, στο μεσοδιάστημα που περνάμε, χωνεύονται οι σπασμοί της διετίας και του εκλογικού αποτελέσματος και  διαμορφώνονται οι συσχετισμοί για την αριστερά της επόμενης μέρας.

Οπωσδήποτε κέντρο της συζήτησης  αποτελεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η σχέση της αριστεράς με την εξουσία. Πολλές από τι  ερμηνείες του αποτελέσματος και οι συνακόλουθες πολιτικές προτάσεις για το τι μέλει γενέσθαι, αν και  διαφορετικές μεταξύ τους, έχουν  δύο κοινά σημεία.

Πρώτον:  μια μεθοδολογία για την  πολιτική σαν να πρόκειται για διαπάλη «προτάσεων» και «ιδεών»Σύγκρουση «θέσεων», αριστερότερων ή και –κυρίως-δεξιότερων που θα έπιαναν καλύτερα την «μέση συνείδηση», θα μας οδηγούσαν σε μια ασφαλέστερη αλλαγή του συσχετισμού σε όφελος της «αριστεράς» και πιο συγκεκριμένα της «κυβέρνησης της αριστεράς»

Και δεύτερο μιας ξεκάθαρης υποβάθμισης του περιεχομένου αυτής της πολιτικής. Συμμαχίες, μέτωπα, υψηλές πολιτικές προτάσεις, όλα αυτά τις περισσότερες φορές έξω από τα πραγματικά σκληρά ερωτήματα της πάλης: «να ενωθούμε για να κάνουμε τι», να «βάλουμε στόχους για να τους υλοποιήσει ποιος, ενάντια σε ποιον και πως»!!

Όμως η πολιτική δεν αποτελεί διαπάλη ιδεών και προτάσεων, αλλά συμπύκνωση της πάλης των τάξεων, δηλαδή του πολιτικού αγώνα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της ενάντια στο κεφάλαιο και τους συμμάχους του, καθώς και  απέναντι στο αστικό κράτος και τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις και την αντιμετώπιση με επαναστατικό τρόπο  του ζητήματος της εξουσίας και άρα των κυβερνήσεων. Αποτελεί  το ανώτερο επίπεδο της ταξικής σύγκρουσης, συμπυκνώνει στο κρίσιμο ‘ποιος- ποιον’  την θεωρητική-ιδεολογικής-πολιτικής αντιπαράθεση και της οικονομικής πάλης. Από την άποψη αυτή σε κάθε κρίσιμη καμπή, πολύ περισσότερο σε συνθήκες ιστορικής κρίσης, η αριστερά κρίνεται κυρίως στην αντιμετώπιση της στρατηγικής του ταξικού αντίπαλου κατά πρώτο λόγο και από αυτήν την σκοπιά στην υπέρβαση-αντιπαράθεση με την πολιτική του ρεφορμιστικού-διαχειριστικού  ρεύματος στο κίνημα και την αριστερά.

 Με αυτή την αφετηρία  θα αναζητούσαμε   όχι κυρίως ποιες «πολιτικές προτάσεις» διατυπώθηκαν στην περίοδο των εκλογών, αλλά ποιες  «πολιτικές προτάσεις» χτίστηκαν τα δύο χρόνια των αγώνων, στην πραγματικότητα,  στην ζωή, στο κίνημα και την πάλη. Ποιες λογικές συγκρούστηκαν και με τι αποτέλεσμα. Με αυτά τα κριτήρια θα αντιμετωπίσουμε την αριστερά και τον εαυτό μας.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν,  από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την αντικαπιταλιστική αριστερά.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδωσε τα δυο αυτά χρόνια με όλες της τις δυνάμεις την μάχη. Και όχι μόνο την αγωνιστική μάχη στο δρόμο. Την μάχη των ιδεών για να αποκαλύψει τον αντιδραστικό χαρακτήρα της πολιτικής του μνημονίου. Να την συνδέσει με την καπιταλιστική κρίση. Να σκιαγραφήσει ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα συγκεκριμένης σύνδεσης τακτικής στρατηγικής και έναν «άλλο δρόμο» για την κοινωνία, τον δρόμο της «αντικαπιταλιστικής ανατροπής»  με ορίζοντα την αντικαπιταλιστική επανάσταση.

Όμως δεν δώσαμε την μάχη στο βαθμό και με την πληρότητα που απαιτούσαν οι συνθήκες ώστε το ίδιο το κίνημα να  υπερβεί τον αντιμνημονιακό ορίζοντα, σφραγίζοντάς το με  ευρύτερα αντι-ΕΕ, αντικαπιταλιστικά στοιχεία. Δεν  συλλάβαμε πολιτικά-θεωρητικά και δεν διατυπώσαμε μια πολιτική πρόταση αντικαπιταλιστικής, εξωκοινοβουλευτικής απάντησης στην κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος που βοούσε,  οικοδόμησης άλλων οργάνων  του κινήματος, πρακτικού  πειραματισμού με νέες μορφές κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας από τα κάτω, και άρα άλλου δρόμου προσέγγισης του ζητήματος της εξουσίας, όταν για μήνες οι πλατείες και οι χώροι δουλειάς έβραζαν.

Παρά τις 19 γενικές απεργίες, μέσα στην απόλυτη κρίση και φθορά της γραφειοκρατίας η εργατική τάξη δεν έχει οικοδομήσει ένα δίκτυο σωματείων και συλλογικοτήτων και ένα πανεθνικό όργανο με κύρος τουλάχιστον τόσο όσο η ξεφτισμένη ηγεσία της ΓΣΕΕ, ώστε να μπορεί να την κινητοποιεί σε έναν πανελλαδικό αγώνα..Και εμείς δεν πήραμε θαρραλέες πρωτοβουλίες σε αυτήν την κατεύθυνση.

Η αδυναμία,  η πολιτική μας ανεπάρκεια και οι προγραμματικές αντιφάσεις του εγχειρήματος που δεν ολοκληρώνουν έμπρακτα την επαναστατική τάση εκφράστηκε πάνω από όλα στην αμηχανία και την απόσυρσή μας, ακριβώς τις στιγμές που δημιουργούνταν συνθήκες πολιτικής αστάθειας και  κρίσης, όταν το κίνημα έριχνε ή μισοέριχνε τις κυβερνήσεις. Η πολιτική λύση δινόταν πάντα από την αστική τάξη,  ερμητικά κλεισμένη στους 4 τοίχους της βουλής. Έξω από το πεδίο δράσης του κινήματος, χωρίς ένα θαρραλέο κάλεσμα  εξέγερσης ώστε να επιβάλλει πολιτικά λύσεις σε όφελός του.  Χωρίς όξυνση  του εξωκοινοβουλευτικού πολιτικού αγώνα.

Το συνολικό πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της πορείας ήταν ότι το ρεύμα μας ήταν περισσότερο μια ένα πρωτοπόρο κινηματικά με αντικαπιταλιστική κατεύθυνση «απόσπασμα» του κινήματος, παρά μια σχετικά συγκροτημένη κοινωνική και πολιτική αντικαπιταλιστική πρωτοπορία.

Με  την ίδια μεθοδολογία μπορεί κανείς να καταλάβει καθαρά γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ νίκησε κατά κράτος το ΚΚΕ στην μεταξύ τους διαμάχη. Νίκησε γιατί η (ρεφορμιστική του) πρότασή  ήταν συνεκτική και συνεπής σε αντίθεση με την  (ρεφορμιστική), εσωτερικά αντιφατική και ασυνεπή ως προς τις ίδιες της τις διακηρύξεις γραμμή του ΚΚΕ.

Το ΚΚΕ ταυτίζοντας  κάθε πολιτικό στόχο  με το απόμακρο και ακαθόριστο μέλλον της εξουσίας του, δεν έδινε την μάχη για να γίνουν σήμερα κτήμα του κινήματος. . Αντί να παλεύει  να συνδεθούν τα μεγάλα επίδικα της περιόδου (μνημόνιο, λιτότητα, δανειακή σύμβαση, ευρώ, ΕΕ ) με  την (δική του έστω) εκδοχή της εξουσίας,   έδινε μια λυσσασμένη μάχη να πείσει ότι όλα τα προβλήματα και όλα τα επίδικα της σύγκρουσης  δεν είναι παρά  ψευτοδιλήμματα, φαντασιακές εκφράσεις του μόνου υπαρκτού και αληθινού ζητήματος, της λαϊκής (του) εξουσίας. Έτσι δεν αντιπαραθετόταν στην αστική τάξη  πολιτικά και κινηματικά. Υπήρξαν φορές που  έριχνε νερό στο μύλο της (καταστροφή ή έξοδος από το ευρώ έλεγε η Α. Παπαρήγα τον Ιούνη, όταν η αστική τάξη άνοιγε το θέμα του ευρώ)!!.

Το ΚΚΕ επικαλέστηκε την ανάγκη μάχης με την γραφειοκρατία. Αλλά ο πρωτοφανής σεχταρισμός του μέσα στο εργατικό κίνημα στην  ουσία δείχνει την αδιαφορία του για την αγωνιστική ταξική ενότητα των ίδιων των εργατών, για την διαμόρφωση  ενός συσχετισμού σύγκρουσης και νίκης.

Αλλά εκεί που το ΚΚΕ ηττήθηκε κατά κράτος ήταν στο πολιτικό πρόβλημα. Το ΚΚΕ από κοινού με τον ΣΥΡΙΖΑ σε κάθε φάση της πολιτικής κρίσης, επαναλάμβαναν μονότονα την απαίτηση για εκλογές!! Αυτή ήταν η πολιτική διέξοδος που έδινε η αριστερά στην κρίση του πολιτικού συστήματος. Αυτή ήταν η διαπαιδαγώγηση τω ν μαζών. Έ όταν πια ΣΥΡΙΖΑ πλάι στην απαίτηση των εκλογών πρόσθεσε και την ανάγκη οι εκλογές να βγάλουν «αριστερή κυβέρνηση» ήταν επόμενο να σαρώσει. Στον διαγωνισμό πάνω στο έδαφος μιας  ρεφορμιστικής,  κοινοβουλευτικής λύσης, προτεραιότητα θα πάρει αυτός που θα την φτάσει  ως τις λογικές της συνέπειες. Και αυτός ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ!

Αυτό λοιπόν που εκφράστηκε σαν «ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ» στην περίοδο των εκλογών «χτίστηκε» μέσα στο προηγούμενο διάστημα γιατί το κίνημα δεν μπόρεσε να υπερβεί τον αντιμνημονιακό αγώνα και να τον μπολιάσει με πιο βαθιά αντι-ΕΕ, αντικαπιταλιστικά στοιχεία, γιατί δεν φτιάχτηκαν νέα, σχετικά  σταθερά  όργανα  συγκρότησης του λαού ή έστω μιας πλατιάς πρωτοπορίας, γιατί δεν χτίστηκε στην πράξη ένα «αντιγραφειοκρατικό»  ταξικό εργατικό μέτωπο που να δίνει ελπίδα στους εργαζόμενους,  γιατί μέσα στην αριστερά και τον κίνημα ηγεμονεύει απόλυτα η κοινοβουλευτική-ρεφορμιστική  λογική προσέγγισης της εξουσίας, γιατί το επίπεδο πολιτικής και ιδεολογικής συγκρότησης των αντικαπιταλιστικών-επαναστατικών δυνάμεων και των δεσμών τους με τον αγωνιζόμενο κόσμο είναι πολύ πίσω από τις ανάγκες. Αυτά τα όρια πρέπει να σπάσουν για να γίνει η αντικαπιταλιστική αριστερά μαχητική πρωτοπορία  του κοινωνικού κινήματος και του ριζοσπαστικού αντιμνημονιακού-αντι-ΕΕ ρεύματος και όχι συμπλήρωμα του ανερχόμενου ρεφορμιστικού πόλου.

Μόνο κάτω από το πρίσμα μιας τέτοιας  αντίληψης μπορεί να δει κανείς με προωθητικό τρόπο το πρόβλημα των συμμαχιών και των «μετώπων». Κάνοντας βήματα στην ανάπτυξη της επαναστατικής μας αντίληψης, λύνοντας το πρόβλημα  στρατηγικής-τακτικής, με την στρατηγική στο τιμόνι,  στις συνθήκες όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης και πρωτοφανούς  κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης. Μόνο χτίζοντας πραγματικά, υλικά την εργατική πολιτική και τα όργανα που την εκφράζουν μπορείς να υλοποιείς μια πολιτική ενότητας με τα μη προλεταριακά στρώματα  και αγώνα για την  ηγεμονία της εργατικής αντίληψης. Πολιτικού μετώπου με αντιφατικές αντικαπιταλιστικές, αντιιμπεριαλιστικές, αντι-ΕΕ, αντιδιαχειριστικές δυνάμεις  της ελληνικής κοινωνίας, αλλά με λογική ρήξης με το σύστημα, την λογική και τους θεσμούς του. Κοινής δράσης των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς, αλλά όχι ουράς στα ρεφορμιστικά,  διαχειριστικά σχέδια.

Πρέπει να αλλάξουμε σίγουρα πολλά. Αλλά αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε, όπως προτείνεται από ορισμένες πλευρές,  είναι να μετατρέψουμε τις αδυναμίες μας σε αρετή.

Πηγή : aristeroblog.gr