Στεκόμασταν καμιά δεκαριά άνθρωποι μέσα στην κάψα του μεσημεριού χθές στην πλατεία Χαλανδρίου και περιμέναμε να ανάψει το πράσινο για τους πεζούς.

Πίσω μας ήταν ένα από κείνα τα τεράστια περίπτερα που είναι σαν μινι μάρκετ πια, όπου μερικοί εξίσου ταλαιπωρημένοι συντοπίτες μου διάβαζαν τους τίτλους των αναρτημένων εφημερίδων – πολιτικών και αθλητικών.

Ο ήλιος αληθινά έψηνε την άσφαλτο.
Όπως περίμενα λοιπόν να ανάψει το πράσινο, ακούω ανάμεσα από τον θόρυβο των διαφόρων οχημάτων, μια βραχνή φωνή που ερχόταν από πίσω μου να λέει με μια έντονη πίκρα:
«Έτσι όπως μας κατάντησαν, ντρέπομαι να κοιτάξω τα μούτρα μου καθρέφτη!»

Με εντυπωσίασε η φράση και γύρισα αν δω ποιος την είπε, και είδα έναν άνθρωπο αρκετά μεγαλύτερο σε ηλικία από μένα να κοιτάζει τους τίτλους των εφημερίδων και να κουνάει το κεφάλι. Αντιλήφθηκε ότι τον κοίταζα και γύρισε προς το μέρος μου.
Ειλικρινά ανατρίχιασα γιατί είδα στο βλέμμα του κάτι που δεν μπόρεσα να εξηγήσω. Ύστερα πήγε αργά- αργά κι κάθισε σε τραπεζάκι κάτω από μια φοινικιά.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά τον πλησίασα και τον ρώτησα αν μπορούσα να καθίσω στο διπλανό κάθισμα.
«Και δεν κάθεσαι!» είπε σχεδόν αδιάφορα.
Μείναμε για λίγο ακίνητοι κοιτώντας τους διάφορους περαστικούς και τους πελάτες των καφετεριών.  Όταν ένιωσα ότι μπορούσα να πω δυο κουβέντες χωρίς να φανώ αγενής ρώτησα:
«Κύριε…..»
«Μίλτος» είπε εκείνος
«Χριστόφορος» είπα εγώ για να τηρήσω και το τυπικό.
«Κύριε Μίλτο» είπα προσπαθώντας να έχω σταθερή την φωνή μου «μπορείτε να μου πείτε γιατί προηγουμένως που διαβάζατε τις εφημερίδες είπατε κάτι για έναν καθρέφτη;»
Τότε ζωήρεψε, ήπιε όλο το παγωμένο νερό από το ποτήρι του, και σκύβοντας προς το μέρος μου, είπε κοιτάζοντάς με κατάματα.
«Γιατί εσύ  κύριε Χριστο ..τέτοιε  όταν κοιτιέσαι στο καθρέφτη  τι καμαρώνεις; Τα μάτια σου; Την ομορφιά σου; Τα λιγοστά μαλλιά σου; Τα πυκνά ασπρισμένα γένια σου; τα μάτια σου; Την μύτη σου; Τα χείλη σου; Τους χαλαρωμένους μυς του λαιμού σου; Τι;»

«Εμμμμ…» πήγα να πω αλλά με διέκοψε και συνέχισε.
«Εγώ κύριεεεε, κύριε ε ε…  Χριστόφορε στον καθρέφτη  δεν κοιτιέμαι πια. Παλιά μου άρεσε να το κάνω. Και ξέρεις γιατί κύριε; Γιατί ήμουν ικανοποιημένος για όσα είχα καταφέρει στη ζωή μου. Για την γυναίκα που αγάπησα και έζησα χρόνια ολόκληρα μαζί της και που μου στάθηκε στα δύσκολα. Για τα παιδιά μας που μεγάλωσαν και σπούδασαν και  τα είδα να χαίρονται τις δουλειές τους και τις δικές τους οικογένειες. Για τα εγγόνια μου που κράτησα στην αγκαλιά μου. Για την εκτίμηση του κόσμου γύρω μου. Για το κρασάκι που έπινα με τους φίλους μου. Για τα γέλια που κάναμε. Και κύριε Χριστόφορε, προπαντός γιατί εκεί μέσα στον καθρέφτη έβλεπα στο βλέμμα μου, την περηφάνια μου για τα χώματα που πατάμε τώρα και γι αυτούς που το πάτησαν πριν από μας χρόοοονια  και χρόοοονια πριν.»

«Και τώρα;» τόλμησα να ρωτήσω
«Και τώρα;…Τώρα θα δεις! Περίμενε εδώ μη φύγεις.»
Σηκώθηκε απότομα, ρίχνοντας προς πίσω την καρέκλα που καθόταν κι έφυγε. Που πήγαινε άραγε; Όσο ήμουν μόνος σκεφτόμουν αυτά που είπε με ταχύτητα φωτός σχεδόν. Εγώ άραγε, αναρωτήθηκα είχα ποτέ δώσει σημασία στην περηφάνια; Μου είχε μείνει κάτι από αυτήν ακόμη;

Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψε ο κύριος Μίλτος, έριξε μια ματιά προς το μέρος μου, μου κούνησε το κεφάλι και προχώρησε προς το κέντρο της πλατείας με τις καφετέριες. Τώρα τα καθίσματα ήταν σχεδόν γεμάτα.
Είχε στη μασχάλη του ενός χεριού του ένα μακρύ χάρτινο ρολό και με το άλλο χέρι κρατούσε ένα ξύλινο παραλληλόγραμμο αντικείμενο, το οποίο ακούμπησε χάμω.

Οι θαμώνες των καταστημάτων εκεί κάτω από τις τέντες, σταμάτησαν να μιλούν και κοίταζαν τον ηλικιωμένο άνθρωπο που στεκόταν ολομόναχος εκεί μπροστά τους. Οι σερβιτόροι στάθηκαν με δίσκους φορτωμένος διάφορους καφέδες και άλλα ποτά και τον παρατηρούσαν και αυτοί παραξενεμένοι.
Για μια στιγμή μου πέρασε η ιδέα μήπως είχε σκοπό να αυτοκτονήσει εκεί μπροστά στον κόσμο. Την απέρριψα όμως, αλλά δεν ξέρω γιατί.

Ο κύριος Μίλτος, αφού ακούμπησε το ξύλινο παραλληλόγραμμο αντικείμενο στις πλάκες στης πλατείας, πήρε από την μασχάλη του το  μακρύ χάρτινο ρολό, το ξετύλιξε και το έστρεψε προς το κέντρο της πλατείας! Σηκώθηκα από κει που ήμουν και πήγα και στάθηκα ακριβώς απέναντι του.
Διάβασα τα μεγάλα γράμματα που ήταν γραμμένα στο χαρτί με χοντρό μαρκαδόρο!

ΔΕΝ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΠΟΥ ΛΗΣΤΕΨΑΝ ΤΟΝ ΜΙΣΘΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΟΥ
ΔΕΝ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΠΟΥ ΛΗΣΤΕΨΑΝ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΞΗ  ΜΟΥ
ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΠΟΥ ΜΟΥ ΚΛΕΨΑΝ ΤΗΝ ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΜΟΥ!

Με είδε που στεκόμουν εκεί απέναντι και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Πολύ διστακτικά τον πλησίασα και στάθηκα απέναντι του. Μου έδωσε το χαρτί και μου ζήτησε να το έχω γυρισμένο προς τον κόσμο. Έκανα όπως μου είπε.

Ύστερα εκείνος έσκυψε πήρε το ξύλινο παραλληλόγραμμο αντικείμενο και το σήκωσε. Όλοι είδαμε ότι ήταν ένας παλιομοδίτικος καθρέφτης. Τον γύρισε προς μέρος του. Κοιτάχτηκε, και μετά τον έστρεψε προς το “κοινό” που παρακολουθούσε αμίλητο και ακίνητο την όλη σκηνή. Ο κύριος Μίλτος έβαλε το χέρι στο πίσω μέρος του παντελονιού του και τράβηξε…ένα σφυρί. Το σήκωσε ψηλά σαν ταχυδακτυλουργός, και με μια απότομη κίνηση έδωσε μια στο τζάμι του καθρέφτη και τον έκανε θρύψαλα.

«Έτσι θα είναι το τέλος τους.» Φώναξε «Θα γίνουν θρύψαλα!»
Τον κοίταξα. Το βλέμμα του έλαμπε. Έμοιαζε ψηλότερος! Νεώτερος! Ωραιότερος!
Το τι έγινε μετά δεν περιγράφεται. Για λίγο οι άνθρωποι εκεί γύρω πάγωσαν. Σε λίγο όμως νέοι ήρθαν ενθουσιασμένοι και τον σήκωσαν ψηλά φωνάζοντας: «Θρύψαλαααα! Θρύψαλαααα!»
Άλλοι πάλι έφευγαν τρέχοντας και σε λίγο επέστρεφαν κρατώντας καθρέφτες όλων των μεγεθών και τους έσπαζαν φωνάζοντας κι αυτοί «Θρύψαλαααα! Θρύψαλααα!» Έτρεξα κι εγώ στο σπίτι μου και πήρα τον καθρέφτη του χολ, ένα σφυρί και τράβηξα γι την πλατεία. Τον έκανα κι εγώ θρύψαλα.
Και να ακούγεται από παντού ο ήχος τζαμιών που έσπαγαν και η ιαχή ! «Θρύψαλααα! Θρύψαλααα! Θρύψαλααα!»

Το περίεργο είναι ότι ούτε ένας, μα ούτε ένας, δεν έσπασε βιτρίνες ή καταστήματα αλλά όλοι πηγαίναμε σπίτια μας και φέρναμε τους δικούς μας καθρέφτες και τους κάναμε κομμάτια εκεί στην πλατεία. Οι ιδιοκτήτες των καφετεριών της περιοχής φέρνανε τους καθρέφτες από τις κοινόχρηστες τουαλέτες τους και μαζί με τους άλλους τους κομματιάζανε με ότι έβρισκαν μπροστά τους. Όλοι, είχαν αποκτήσει ένα διαβολεμένο κέφι αλλά δεν ήταν το κέφι του νυχτερινού κέντρου. Ήταν το κέφι της ανακάλυψης μιας καινούργιας ιδέας. Ήταν η χαρά του πρωτοπόρου.
Και δεν είχαν άδικο. Σε λίγο το κίνημα «ΘΡΥΨΑΛΑ» όπως ονομάστηκε διαδόθηκε παντού στην πόλη και σε λίγο πήγε και στις άλλες πόλεις της χώρας. Και όχι μόνο αυτό. Αρχισε να καταλαμβάνει και τις πλατείες και άλλων χωρών όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γαλλία, η Ιταλία κ.α
Οι ξένοι ονόμασαν το κίνημα αυτό «Mirror Revolution»!

Κανείς δεν ήξερε που θα οδηγούσε.
Σίγουρα όμως σε κείνο που διέφερε αυτή η εκδήλωση από όλες τις άλλες, ήταν το ότι κυριαρχούσε η χαρά, και η περηφάνια. Όχι ο θυμός!
Ενας απλός κύριος Μίλτος που χάνει την περηφάνεια του από το βάθος του βλέμματός που αντανακλά στον καθρέφτη, είναι ίσως η πιο αποτελεσματική αιτία για αληθινές ανατροπές!
Κάνω λάθος; Ίσως! Αλλά και ίσως όχι!

Υ.Γ Δεν χρειάζεται βέβαια να πω ότι το παραπάνω είναι φανταστικό κείμενο!

ΠΗΓΗ: 4diastasi.blogspot.gr

αναδημοσίευση από : tvxs