Με το ξεκίνημα του ελληνοϊταλικού πολέμου το Περιστέρι είναι πλέον μια ευδιάκριτη αστική περιοχή και ο καταγεγραμμένος πληθυσμός ανέρχεται στους 21.537 κατοίκους. Τα χρόνια της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου που ακολουθούν, θα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τις υπάρχουσες δύσκολες συνθήκες ζωής και διαβίωσης και θα καθυστερήσουν την ανάπτυξη της περιοχής. Το μόνο, ίσως, θετικό σημείο αυτής της περιόδου είναι ότι την εποχή της ξένης κατοχής, θα αλλάξει ο κοινωνικός χάρτης στο Περιστέρι, καθώς η καθολική αντίσταση στον ξένο κατακτητή θα ενδυναμώσει τα χαρακτηριστικά της κοινότητας και θα αποκρυσταλλωθούν οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που ήταν υπό διαμόρφωση το προηγούμενο διάστημα. Μέσα στο μέτωπο του πολέμου και της αντίστασης αναπτύσσεται η έννοια της πανεθνικής ενότητας μεταξύ ετερόκλητων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Κάθε σημείο κοινωνικής συνεύρεσης αξιοποιείται με σκοπό την οργάνωση της αντίστασης και του αγώνα. Το Περιστέρι γίνεται «κάστρο» του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και μέσα στα σοκάκια και τις γειτονιές του, ο περιστεριώτικος λαός «έθρεψε τόσα παλικάρια, τόσους ένθερμους πατριώτες που δεν υστερεί μπροστά σε καμιά άλλη περιοχή της Αττικής». Πιο συγκεκριμένα:

Από τα πρώτα χρόνια της γερμανικής κατοχής, η βασική μέριμνα ήταν η εξασφάλιση της τροφής, κυρίως για τα παιδιά, με τη δημιουργία συσσιτίου και την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας από τους ξένους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Για την επιτυχία του τιτάνιου αγώνα της αντιμετώπισης της πείνας, κινητοποιήθηκαν πολλές και διαφορετικές δυνάμεις. Την περίοδο αυτή ο Ερυθρός Σταυρός είχε φτιάξει στην «Μπιζού» ένα δίκτυο παρασκευής και διανομής συσσιτίου, ενώ παράλληλα στο κέντρο «Στρογγυλού» και στην εκκλησία «Ευαγγελίστρια», δίνονταν συσσίτιο για τα βρέφη προσφέροντας το πρωί γάλα και κρέμα. Από αυτήν ακριβώς την προσπάθεια ξεκινούσε, όλη σχεδόν η δουλειά του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ της περιοχής, καθώς ο χώρος προσφέρονταν για συναντήσεις και διακίνηση μηνυμάτων και προκηρύξεων με σκοπό την οργάνωση της αντίστασης του περιστεριώτικου λαού.

Το γραπτό δίκτυο επικοινωνίας, ελλείψει άλλων μέσων επικοινωνίας, αρχίζει να παίζει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της αντίστασης εναντίον των κατακτητών. Επίσης, το παράρτημα της ΕΟΧΑ εξυπηρετούσε τους φτωχούς και κατατρεγμένους Περιστεριώτες συνεπικουρούμενο από ομάδες συμπολιτών που προσφέρονταν εθελοντικά να δουλέψουν για το γενικότερο καλό. Περιέτρεχαν στα σπίτια για να πάνε φάρμακα, λίγο ψωμί ή ό,τι άλλο μπορούσαν να βρουν σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της πείνας. Ουσιαστικά κάθε συνοικία είχε αυτοοργανωθεί και είχε δημιουργηθεί ένα σύστημα διανομής των τροφίμων και των φαρμάκων. Ως «γιάφκες» οργάνωσης της αντίστασης και του αγώνα, χρησιμοποιήθηκαν για προκαλύμματα τόσο οι «Αθλητικές Λέσχες» των μικρασιατών προσφύγων που προϋπήρχαν ή που φτιάχνονταν γι’ αυτό το σκοπό όσο και τα «πάρτι» που διοργανώνονταν με σκοπό την ενδυνάμωση του ηθικού του λαού και την «νόμιμη» συνεύρεση των αγωνιστών.

Στις αρχές του 1943, ιδρύεται η «Εθνική Αλληλεγγύη» (οργάνωση του Ε.Α.Μ. για την ενίσχυση των οικογενειών των θυμάτων) που βοήθησε σημαντικά την οργάνωση και την περιφρούρηση του αγώνα, ιδίως όταν οι δολιοφθορές εναντίον των Γερμανών στην Αθήνα, στον Πειραιά και στα άλλα προάστια άρχιζαν να πυκνώνουν. Έτσι αυξήθηκαν σε σημαντικό βαθμό οι καθημερινές παράνομες συναντήσεις των αντιστασιακών οργανώσεων και σε σημαντικά αντιστασιακά κέντρα αναδείχτηκαν το Λιγνιτωρυχείο και το εργοστάσιο του Λαναρά. Στους δυο αυτούς μαζικούς παραγωγικούς χώρους αναπτύχθηκε έντονα το πνεύμα της καθολικής αντίστασης, τόσο για την αντιμετώπιση της πείνας και της αυταρχικότητας του κατακτητή που επεδίωκε αύξηση της παραγωγής (κυρίως στο λιγνιτωρυχείο), όσο και στη συμμετοχή των εργατών και του περιστεριώτικου λαού στις μεγάλες παναθηναϊκές κινητοποιήσεις. Το κυριότερο όμως στοιχείο της αντίστασης σε αυτούς τους χώρους ήταν ότι αποτέλεσε τη μήτρα για τη μαζικοποίηση του ΕΑΜ σε μέλη, αλλά και στη δημιουργία ικανών και εχέμυθων στελεχών που θα σήκωναν το βάρος της αντίστασης στον κατακτητή.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε το εξής στοιχείο: Το Περιστέρι εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν σχετικά μακριά από το κέντρο της Αθήνας, προσφερόταν για μια σειρά κρίσιμων συνωμοτικών συναντήσεων σχετικά με την οργάνωση του αντιστασιακού αγώνα απέναντι στους κατακτητές. Επίσης, προσέφερε μεγάλο πλεονέκτημα στο ΕΑΜ και στο στρατιωτικό του σκέλος τον ΕΛΑΣ, γιατί οι κατακτητές δεν μπορούσαν εύκολα να διασχίσουν το Κηφισό Ποταμό για την εκδίωξη των ανταρτών από την πλευρά της Αθήνας, παρά μόνο μεταφέροντας αρκετές δυνάμεις. Από την άλλη μεριά, οι σκόρπιες μονάδες των Γερμανών και των Ιταλών που ενυπήρχαν στο Χαϊδάρι, είχαν σκοπό να φυλάσσουν τον κρίσιμο αυτοκινητόδρομο προς τα νότια και να ελέγχουν τα περάσματα προς το λιμάνι του Πειραιά. Οι στρατιωτικές αυτές δυνάμεις, δύσκολα θα εγκατέλειπαν τις θέσεις τους για εκδίωξη των ανταρτών (στο Περιστέρι, Λιόσια κλπ.) αφού, χωρίς την απαιτούμενη κάλυψη, θα ήταν εκτεθειμένες προς τα βορειοδυτικά κι έτσι θα εξασθενούσε το ενιαίο μέτωπο των ναζιστικών δυνάμεων στην Αθήνα και στον Πειραιά. Το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύτηκαν οι δυνάμεις του ΕΑΜ σε πολλές κατευθύνσεις. Στην «ελεύθερη» αυτή ζώνη δημιουργήθηκε χώρος συγκέντρωσης στρατιωτικού κι άλλου υλικού (νταμάρια Πετρούπολης), εκπαίδευσης ανταρτών (στους πρόποδες του βουνού Αιγάλεω και του Ποικίλου Όρους) και θέσεων μάχης και προκάλυψης στις παρυφές των γύρω λόφων που επικοινωνούσαν με τις δεκάδες άλλες εστίες, μέσα και πλησίον των συνοικισμών του Περιστερίου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα στη βορειοδυτική Αττική και ελλείψει αξιόπιστων αστυνομικών δυνάμεων από το δοτό καθεστώς, να δημιουργηθεί μια ενιαία ζώνη αντίστασης που ξεκινούσε από την Πάρνηθα, το Μενίδι και τα Λιόσια, διέσχιζε το Περιστέρι, το Αιγάλεω, την Αγία Βαρβάρα, το Χαϊδάρι κι έφτανε μέχρι τις εργατικές συνοικίες του Πειραιά. Αυτή η δυνατότητα της σχετικά ασφαλούς μετακίνησης των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για το χτύπημα του κατακτητή στην Εθνική Οδό Αθηνών- Κορίνθου και ειδικά στη περιοχή που περικλείεται από τις θέσεις Παλατάκι, Σκαραμαγκά, Ασπρόπυργο και Ελευσίνα. Συνέβαλε έτσι στη δυσχερή επικοινωνία των δυνάμεων του Άξονα με την Πελοπόννησο και ειδικά με το λιμάνι της Πάτρας. Βοήθησε, επίσης, αργότερα και στη συντεταγμένη οπισθοχώρηση προς τα βόρεια των στρατιωτικών τμημάτων του ΕΛΑΣ μετά την αγγλική επέμβαση.

Πιο συγκεκριμένα:

Σε βασικό κάστρο της αντιστασιακής δράσης του Περιστερίου αναδείχθηκε το Λιγνιτωρυχείο. Το Λιγνιτωρυχείο λειτουργούσε αρχικά κάτω από ιταλική διοίκηση και μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας πέρασε στη γερμανική διοίκηση. Το λιγνιτωρυχείο ήταν αποφασιστικής σημασίας ενεργειακή πηγή για τους Γερμανούς γιατί, όπως σημειώσαμε παραπάνω, το κάρβουνο ήταν εξαιρετικής ποιότητας και ιδιαίτερης θερμικής απόδοσης. Οι εργάτες αντιδρώντας στις άθλιες συνθήκες εργασίας, στον κίνδυνο να καταρρεύσουν οι στοές ή να διαχυθεί το δηλητηριώδες αέριο «αγκούσα»», αλλά και σαν απάντηση στην προσπάθεια των κατακτητών για αύξηση της παραγωγής, οργάνωναν συστηματικά «σαμποτάζ», σε σημείο που η εξόρυξη του λιγνίτη να πέσει από τους 500 περίπου τόνους στους 200. Το ανθρακωρυχείο επίσης πρόσφερε ιδανικό μέρος καταφυγής των αγωνιστών που καταδιώκονταν για να κρυφτούν, ενώ πολλές φορές τα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ προμηθεύονταν εκρηκτικές ύλες για τις ανάγκες του ένοπλου αγώνα. Βασικός σκοπός της πάλης των εργατών ήταν ο αγώνας ενάντια στην πείνα και το Μάιο του 1942 πραγματοποίησαν απεργία για την βελτίωση του συσσιτίου.

Η απόφαση πάρθηκε από το Φλεβάρη του 1942 όταν οι εργάτες του Λιγνιτωρυχείου βγάζουν επιτροπή που επεξεργάζεται τη μορφή του αγώνα η οποία αποφασίστηκε να είναι στάση εργασίας. Τα αιτήματα συμπυκνώνονταν στη παροχή «περισσότερου συσσιτίου, τρόφιμα για το σπίτι τους και κάρβουνο για τη ζεστασιά τους». Οι κατακτητές με τη δοτή διοίκηση αποφάσισαν τη μερική ικανοποίηση των αιτημάτων και μόνο καλυτέρευση του συσσιτίου, με αντάλλαγμα την αύξηση της παραγωγής. Η βελτίωση του συσσιτίου (στην πραγματικότητα αύξηση των θερμίδων ανά μερίδα και όχι βελτίωση της ποιότητας) είχε σαν αποτέλεσμα να αποθρασύνει τους κατακτητές που ζητούσαν περισσότερη παραγωγή και να ενταθεί έτσι η τρομοκρατία. Τότε οι εργάτες στις αρχές του 1943, απάντησαν με γενική απεργία. Η αποφασιστικότητα των εργατών έκαμψε την αδιαλλαξία των κατακτητών που επιζητούσαν με κάθε τρόπο την εξόρυξη του κάρβουνου και αναγκάστηκαν και πάλι να έρθουν σε συνεννόηση με τους απεργούς. Αποφασιστικής σημασίας στην ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος στο λιγνιτωρυχείο έπαιξαν κατά τον Νίκο Σφακιανάκη, δύο γεγονότα. Το ένα σχετίζεται με τον αυστριακό διοικητή του λιγνιτωρυχείου Σκάμπελ, ο οποίος ήταν «κρυφός» κομμουνιστής και για αυτό «κάλυπτε», ως ένα βαθμό, τις συχνές μειώσεις της παραγωγής καθώς και τις άλλες δολιοφθορές που γίνονταν, ενώ θεωρείται ότι ήταν αυτός που έδιωξε τους «Τσολιάδες» από φρουρούς του λιγνιτωρυχείου. Το δεύτερο σχετίζεται με το γεγονός ότι το ανθρακωρυχείο είχε πάμπολλους ΕΑΜίτικους πυρήνες, περίπου 15 στην αρχή και αργότερα 40, σε ένα σύνολο 750 εργατών. Οι πυρήνες αυτοί καθοδηγούνταν από μια δυνατή οργάνωση του ΚΚΕ που το 1944 είχε 70 μέλη. Τα δυο αυτά γεγονότα ήταν αποφασιστικής σημασίας για τη στήριξη ορισμένων κρίσιμων δολιοφθορών, όπως ήταν η προσεχτική μείωση της παραγωγής κάθε βάρδιας μετά την τακτική της «άμιλλας» που είχε εφεύρει η διοίκηση και κυρίως οι Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών, για την αύξηση της παραγωγής.

Ανάλογοι αγώνες έγιναν και στο εργοστάσιο του Λαναρά. Ήδη στο ΛΑΝΑΡΑ από τον Φλεβάρη του 1942 είχε δημιουργηθεί οργάνωση του ΚΚΕ, γεγονός που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην καθοδήγηση του αγώνα. Η πρώτη κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε το Φεβρουάριο του 1942 και παρά την τρομοκρατία οι εργάτες κέρδισαν καλύτερη διατροφή και ρουχισμό. Το οξυμένο πρόβλημα της φτωχής διατροφής (το περίφημο χαρουπάλευρο) ανάγκασε τους εργάτες σε μαζική διαμαρτυρία, με απαίτηση την επιπλέον χορήγηση 50 δραμιών σταφίδα και 80 δραμιών ψωμί. Μπροστά στον κίνδυνο να σταματήσει η παραγωγή, η εργοδοσία υποχώρησε και οι εργάτες κέρδισαν «συσσίτιο καλό για τα σπίτια μας και τρόφιμα, αλεύρι, ρούχα, παλτό και κουβέρτες». Αποφασιστικής σημασίας προς την κατεύθυνση ανάπτυξης του αγώνα διαδραμάτισαν ορισμένες «γραμματιζούμενες» εργάτριες που αποτέλεσαν το σύνδεσμο με την καθοδήγηση έξω.

Την ίδια σύσσωμη αντίδραση είχαν οι εργάτες του ΛΑΝΑΡΑ όταν η ιταλική διοίκηση, το 1943, επιχείρησε να κάνει μαζικές απολύσεις. Στις κινητοποιήσεις που οργάνωσε το Ε.Α.Μ. το Μάρτη του 1943 ενάντια στην επιστράτευση, οι εργάτες του Λαναρά συμμετείχαν καθολικά. Με το τέλος του πολέμου και την απελευθέρωση (12 Οκτωβρίου 1944) τη διαχείριση του εργοστασίου την ανέλαβε το ΕΑΜ σε συμφωνία με τους «Λαναράδες» που βλέποντας ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος των Εγγλέζων και των ταγματασφαλιτών στο «πλιάτσικο» της παραγωγής, έκρυψε τα προϊόντα και τις κυριότερες πρώτες ύλες σε ασφαλή μέρη. Με την οπισθοχώρηση όμως των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, η παραγωγή του ΛΑΝΑΡΑ θα γίνει «φύλλο και φτερό», ενώ αποδεικνύεται ότι κατά τη διάρκεια της κατοχής δούλευαν για να προμηθεύουν τους γερμανοτσολιάδες και τα τάγματα ασφαλιτών.

Μπορεί το Λιγνιτωρυχείο και το εργοστάσιο του ΛΑΝΑΡΑ να αποτέλεσαν το κέντρο της αντίστασης του περιστεριώτικού λαού, ταυτόχρονα όμως θα ξεδιπλωθούν και άλλες μορφές αντίστασης και διαμαρτυρίας απέναντι στους κατακτητές και τους ξενόδουλους τοποτηρητές τους. Μία από αυτές πραγματοποιήθηκε στις 21 Ιούλη του 1943 όταν οι Περιστεριώτες συμμετείχαν στην παναθηναϊκή συγκέντρωση εναντίον της καθόδου των Βουλγάρων φασιστών στην Ελλάδα. Η κινητοποίηση αυτή προετοιμάστηκε με ιδιαίτερη προσοχή καθώς από τον Κηφισό Ποταμό θα διέρχονταν τα μηχανοκίνητα τμήματα των Βουλγάρων και οι Περιστεριώτες είχαν πιάσει τις δυο πλευρές του Κηφισού, φώναζαν εναντίον αυτής της εξέλιξης και πετούσαν προκηρύξεις.

Το μεγάλο πρόβλημα όμως της αντίστασης ήταν αυτό του ανεφοδιασμού των ένοπλων τμημάτων του λαού. Μπορεί στο λιγνιτωρυχείο και στο ΛΑΝΑΡΑ να εκφράζεται η αντίσταση των εργατών με απεργίες και στάσεις εργασίας, δεν μπορούσε να γίνει όμως το ίδιο και στις γειτονιές του Περιστερίου. Τα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ είχαν μεγάλη ανάγκη από όπλα και πολεμοφόδια, τα οποία και έβρισκαν από διάφορες πηγές.

Με την ένοπλη αντίσταση του ΕΛΑΣ, το ΕΑΜ Περιστερίου μπόρεσε να οργανώσει καλύτερα τον αγώνα. Η δραστηριότητά τους στράφηκε στην αντιμετώπιση των μαυραγοριτών (είχαν κλεισμένα σε αποθήκες τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης) και στην τροφοδοσία με γάλα και ψωμί από διάφορες άλλες πηγές, όπως από τις στάνες στην περιοχή «Γαλαζόπετρα» του Ποικίλου Όρους. Από εκεί και πέρα μια σειρά γεγονότα έρχονται να σφραγίσουν την δράση του εαμικού κινήματος στο Περιστέρι. Οι κατακτητές και οι ντόπιοι συνεργάτες τους δεν αφήνουν αναπάντητες αυτές τις ενέργειες του ελασίτικου στρατού και του εαμίτικου κινήματος και προχωρούν σε αντίμετρα.

Τις στιγμές αυτές γράφονται ηρωικές σελίδες:

Την Άνοιξη του 1943 κοντά στην εκκλησία «Άγιος Ταξιάρχης» οι Γερμανοί κάνουν μπλόκο σε συνεδρίαση του ΕΑΜ Περιστερίου αλλά οι συμμετέχοντες κατάφεραν να ξεφύγουν εκτός από ένα συναγωνιστή για τον οποίο δεν έγινε γνωστό το τέλος του. Στις αρχές του 1944 το αντιστασιακό κίνημα στο Περιστέρι είχε αναπτυχθεί αρκετά και υπήρχε μόνιμη αντάρτικη ομάδα μέσα στον κατοικημένο χώρο από 32 άτομα. Η ένοπλη αυτή ομάδα χρωστάει πολλά για τη σωτηρία της στα «Αετόπουλα», τα μικρά παιδιά της Ε.Π.Ο.Ν. που εκτεθειμένα μέσα σε ένα σωρό κινδύνους ειδοποιούσαν για την περικύκλωση ενός σπιτιού ή την κάθοδο στρατευμάτων του εχθρού ή των τσολιάδων. Αυτή η ομάδα που απάρτιζε τον τρίτο λόχο του ΕΛΑΣ Περιστερίου ήταν πλήρως εξοπλισμένη σε ελαφρά όπλα και χειρομβοβίδες. Η Ειδική Ασφάλεια είχε ένα ανεπτυγμένο πληροφοριακό δίκτυο και είχε συγκεκριμένους στόχους: τη διάβρωση, ειδικά των κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ, όπως κι έκανε με την Αχτιδική Επιτροπή του Αιγάλεω την οποία μπόρεσαν να διαβρώσουν και να προσηλυτίσουν στελέχη της που να πληροφορούν τον εχθρό για τις κινήσεις του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.

Από την άλλη και οι ίδιες οι ΕΑΜίτες δυνάμεις είχαν αποφασίσει να διαβρώσουν τη Σχολή Χωροφυλακής στέλνοντας έμπειρα και μορφωμένα στελέχη που θα βοηθούσαν αποφασιστικά στη συγκέντρωση πληροφοριών αλλά και στην κλοπή όπλων και πυρομαχικών. Στις 28 Ιούνη του 1944 έγινε η μάχη στα «Παλαιά Λουτρά» κοντά στο σινέ «Ορφέα». Οι ταγματασφαλίτες του Πλυτζανόπουλου προσπάθησαν να βάλουν «πόδι» στη συνοικία. Το Περιστέρι δε δέχθηκε την ντροπή. Στη μάχη χάθηκαν ο Λοχαγός του 3ου λόχου του ΕΛΑΣ Τζιλβές Παναγιώτης και ο ΕΛΑΣίτης Βασίλης Αλαγιάννης. Μια βδομάδα αργότερα, στις 6 Ιούλη 1944, έγινε το μπλόκο από τους Γερμανοφασίστες κατακτητές (στο σημερινό Λόφο Αξιωματικών) με τους ντόπιους συνεργάτες τους, τα τάγματα ασφαλείας και με σύνολο αντρών περί τους 4.000. Οι άντρες του Πλυτζανόπουλου είχαν ζώσει όλη τη νύχτα τη συνοικία. Ο γνωστός Γερόσταθος έπαιξε το ρόλο του καταδότη. Συγκεντρώνουν όλους τους αγωνιστές της Αντίστασης από ηλικίας 14 μέχρι 75 χρόνων, φορτώνουν 200 στα καμιόνια και τους άλλους τους μοιράζουν στις φυλακές στο Γουδί, στο Χαϊδάρι και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Η 16χρονη Περιστεριώτισσα και ΕΠΟΝίτισα Άννα Παρλιάρου με το ένα στήθος κομμένο από τα βασανιστήρια οδηγήθηκε στο μπλόκο για να καταδώσει συναγωνιστές της. Το μόνο που μπόρεσε να πει στους συντοπίτες της, αφού τους αγκάλιασε όλους με το βλέμμα της ήταν: «κουράγιο αδέλφια». Φυλακίστηκε και βασανίστηκε στο Γουδί. Στις 16 Σεπτέμβρη του 1944 γίνεται η μάχη του Ελαιώνα με τους γερμανοτσολιάδες του Παναγιωτόπουλου. Πιο πριν είχαν προηγηθεί μάχες στη γέφυρα Ροσινιόλ και Κολοκυνθούς. Διοικητής του 3ου τάγματος του 4ου Συντάγματος Δυτικών Συνοικιών του ΕΛΑΣ είναι ο Νίκος Γεωργιάδης (ψευδώνυμο Έκτορας, έφεδρος υποκελευστής του Πολεμικού Ναυτικού και φοιτητής της Νομικής) όπου και σκοτώνεται. Οι γερμανοτσολιάδες δεν κατάφεραν να μπουν στο Περιστέρι. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ηρωικών πράξεων αλλά και των άλλων που προηγήθηκαν ήταν το αντιστασιακό κίνημα στο Περιστέρι να συμβάλλει στη νίκη εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Τη νύχτα της 12ης προς 13η Οκτωβρίου οι Γερμανοί κατεβάζουν τη σβάστικα από την Ακρόπολη και εγκαταλείπουν την Αθήνα και τις άλλες συνοικίες. Στο Περιστέρι, το τάγμα του ΕΛΑΣ που είχε 400 άντρες τις παραμονές της απελευθέρωσης, αυξήθηκε σε 850 άντρες. Σε μια μεγάλη λαϊκή συγκέντρωση, εξελέγη δια βοής δήμαρχος Περιστερίου, ο πρόσφυγας Ευγένης Χαραλαμπίδης. Από εκεί και πέρα ακολουθεί μια δύσκολη εποχή που σηματοδοτεί ο εμφύλιος πόλεμος και η ανάμειξη των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας.
Την περίοδο αυτή, καθώς οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ δέχονταν ισχυρές πιέσεις στις ανατολικές γειτονιές της Αθήνας από τα αγγλικά στρατεύματα και υποχωρούσαν δυτικά, η ηγεσία του κινήματος μετέφερε την έδρα της στο Περιστέρι, στο πιο απομακρυσμένο σημείο του μετώπου. Στο Περιστέρι άρχιζαν να μεταφέρονται και οι όμηροι του ΕΛΑΣ που συλλαμβάνονταν σε αντίποινα των μαζικών συλλήψεων που πραγματοποιούσαν οι αντίπαλοι. Από τις 12 Δεκεμβρίου αρχίζει ένας ανελέητος καθημερινός βομβαρδισμός από αγγλικά αεροπλάνα και πλοία με στόχο το Λιγνιτωρυχείο και τα γραφεία της Πολιτοφυλακής. Στις 3 Δεκέμβρη του 1944 χωροφύλακες των ταγμάτων ασφαλείας και Άγγλοι στρατιώτες χτύπησαν με όπλα μια ειρηνική διαδήλωση του Ε.Α.Μ. στο Σύνταγμα.

Ο Ευγένης Χαραλαμπίδης γράφει: «Στις 4 Δεκέμβρη εβλήθη ομάς άοπλων Περιστεριωτών στην Ομόνοια. Αυτό σε συνδυασμό με τους 54 νεκρούς της προηγούμενης ημέρας εξαγριώνει τους Περιστεριώτες οι οποίοι παίρνουν από τα χέρια της Λαϊκής Πολιτοφυλακής τον Γερόσταθο (διοικητή Αστυνομικού Τμήματος Περιστερίου και καταδότη των Γερμανών) και τον λιντσάρουν». Στις 3-4 Ιανουαρίου εκδηλώνεται αγγλική επίθεση με 240 τανκ και ξημερώματα της 5ης Δεκεμβρίου εκδόθηκε διαταγή υποχώρησης του ΕΛΑΣ. Αμέσως μετά άρχισε μια απίθανη φιλολογία για τις λεγόμενες ωμότητες που διέπραξε ο ΕΛΑΣ στο Περιστέρι και από τις αρχές του 1945 αρχίζει ένα τρομερό κύμα διώξεων κάθε αριστερού στοιχείου. Στις 5 Απρίλη με αφορμή μια ένοπλη επίθεση σε αστυφύλακα, συλλαμβάνονται 350 άτομα. Στα μέσα Ιούλη αρχίζει η μεγάλη δίκη των κατηγορουμένων για το λιντσάρισμα του Γερόσταθου και από τους 31 κατηγορούμενους καταδικάζονται σε θάνατο έξι άτομα, μεταξύ των οποίων και ο Δήμαρχος Ευγένης Χαραλαμπίδης.

Περιστεριώτες που εκτελέστηκαν στην Αίγινα το 1948

Ακολούθησαν χρόνια άγριας τρομοκρατίας για τους αριστερούς και τους κομμουνιστές που δεν υφίστανται μόνο διώξεις από το κράτος αλλά και από το παρακράτος (από τις τρομοκρατικές ομάδες των Καίσαρη, Παναγιωτόπουλου). Στις 29 Απρίλη, παραμονές της Πρωτομαγιάς, στήθηκε ένα πραγματικό μπλόκο, όπως την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Οι άνδρες του μηχανοκίνητου της αστυνομίας και ένοπλες ομάδες επιδόθηκαν σε ένα όργιο βίας με δολοφονίες τριών ανθρώπων. Τον Οκτώβρη του 1947, ο αθηναϊκός τύπος δίνει μεγάλη έκταση στη λεγόμενη «Συμμορία της Χασιάς», τα μέλη της οποίας ήταν επτά παιδιά από το Περιστέρι ηλικίας 16-20 χρόνων που είχαν συγκροτήσει αντάρτικη ομάδα με εντολή της ηγεσίας του ΚΚΕ. Η εκτέλεση των τεσσάρων από αυτά στις 29 Οκτώβρη 1947 αποτέλεσε το πρόσχημα για να εφαρμοστούν και στην Αθήνα τα έκτακτα μέτρα που μέχρι τότε ίσχυαν στην επαρχία. Το 1948, ο κύκλος αίματος φαίνεται να κλείνει με την εκτέλεση, στις φυλακές της Κέρκυρας, του Ευγένη Χαραλαμπίδη.

Πηγή : Σεισάχθια