Τα Σύμβολα*

του Μπάμπη Άννινου, (1852 – 1934)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΚΛΟΓΙΚΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄

(και μόνον)

Τίνι τρόπω επείσθη να ψηφίση ο κύριος Λουκάς

Η θύρα μου ηνεώχθη εξαίφνης και ως λαίλαψ εισώρμησεν εις το δωμάτιόν μου ο φίλος μου Λουκάς. Ευρισκόμην ακόμη εν τη κλίνη, διο περιβλέψας κύκλω είδεν ότι το μόνον αντικείμενο, όπερ ηδύνατο να χρησιμοποιηθή κάπως ως κάθισμα, ήτο το παρά την κλίνην κιβώτιόν μου, έπιπλον σαθρόν, υποστάν πολλάς πραγματικάς, και όχι μεταφορικάς, τρικυμίας κατά τον βίον του, προωρισμένον δε υπό της θείας πρόνοιας να χρησιμεύση και ως κάθισμα και ως τράπεζα και ως γραφείον και ως ιματιοθήκη και ως νιπτήρ και ως βιβλιοθήκη· μόνον ως κάτοπτρον δεν ηδύνατο να χρησιμεύση, διότι είχε χάσει προ καιρού την στιλπνότητά του.

Ενόησα αμέσως ότι ο Λουκάς διετέλει υπό το κράτος σφοδράς ηθικής συγκινήσεως. Και το ενόησα όχι μόνον εκ του τρόπου καθ’ ον εισήλθεν εις το δωμάτιόν μου και εκ της εκφράσεως της μορφής του, αλλά και εκ της ακινησίας των σιαγόνων του. Διότι πρέπει να ειξεύρετε ότι ο φίλτατός μου Λουκάς είνε το τρωκτικώτερον πλάσμα του βασιλείου της φύσεως. Οι τριάκοντα δύο, πιθανώς δε και περισσότεροι οδόντες με τους οποίους τον επροίκισεν ο Ύψιστος διά να συντρίβη την υπερήφανον στερεότητα παντός σκληροτράχηλου καρύου ή αμυγδάλου, είνε καθ’ όλας τας ώρας της ημέρας αεικίνητοι. Οσάκις δεν θραύει καρύδια ή λεπτοκάρυα, τρώγει χαλβάν, ροκανίζει παξιμάδιον ή αναμασσά στραγάλια· οσάκις και αυτά λείπουν, τρώγει τους όνυχάς του και οσάκις και αυτό το εφόδιο του λείψη και οι οδόντες του φαγωθώσι μέχρι ρίζης ομού με την άκραν των δακτύλων, τότε τρώγει … ξύλον, διότι αναμιγνυόμενος εις τα πολιτικά και λαλών απερισκέπτως, ως έχων το στόμα ελεύθερον, προκαλεί έριδας και επιθέσεις εναντίον του.

« Τι συμβαίνει, Λουκά; » τον ηρώτησα· « τι τρέχει; »

«Δεν τρέχει τίποτε», μοι απήντησεν· « εγώ τρέχω».

« Και διατί τρέχεις; »

« Τρέχω να σ’ εύρω. Η ημέρα της εκλογής εσίμωσε. Με παρεκίνησες ως φίλος να λάβω μέρος ενεργόν εις αυτήν, διότι, ως μοι είπες, αι περιστάσεις της πατρίδος είνε κρίσιμοι και το πιστεύω. Και απεφάσισα πράγματι να ριφθώ εις τον αγώνα με όλην την ζέσιν. Αλλά…»

« Αλλά τι; »

« Λείπουν τα σύμβολα, φίλε μου! τα σύμβολα, εννοείς; Αυτή είνε η υλική παράστασις πάσης αϋλου ιδέας, προκειμένου δε περί παραστάσεως, καταλαμβάνεις ότι το φιλοθεάμον κοινόν των εκλογέων δεν δύναται να στερηθή αυτής! Το σύμβολον είνε η πίστις και διά τούτο, καθώς γνωρίζεις, η εν Νίκαια σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων εφρόντισε πρό παντός άλλου να συντάξη το σύμβολον της πίστεως. »

« Και μήπως δεν υπάρχουν σύμβολα; »

« Ποία; αι κόκκιναι σημαίαι; Μη ομιλής, σε παρακαλώ, περί σημαιών, διότι αυταί είνε πράγμα ανακόλουθον. Φαντάσου ότι ο ιστός, επί του οποίου αναρτώνται αι σημαίαι, όστις κατ’ ανάγκην πρέπει να είνε υψηλός, λέγεται κοντός. »

Ενόμισα ότι εδικαιούμην να γελάσω, πλήν ο φίλος μου με διέκοψεν αυστηρώς.

«Μη γελάς!» μου είπεν· « εμέ μου συμβαίνουν πράγματα όλω τραγικά· σήμερα πρωί – πρωί είδα τη γειτόνισσά μου τη μαμμή, την ξεύρεις δά! Με κόκκινο φουστάνι και ηθέλησα να αστειευθώ: ‘Είσαισυ μαία κόκκινη!’ της εφώναξα· άλλ’ ο σύζυγός της, όστις είνε αστυνομικός κλητήρ, προσεβλήθη νομίζων ότι τον είπα αντιπολιτευόμενον και μου επετέθη! »

« Τότε να ψηφίσεις την ελαίαν! »

« Αστεϊζεσαι; Η ελαία, το σύμβολο της Ειρήνης! Της Ειρήνης ακούεις; της φρικαλέας εκείνης υπηρέτριας, ήτις πέρυσιν, ενθυμείσαι, με κατεδίωξε διά του σαρώθρου μέχρι της πλατείας της Ομονοίας σχεδόν, διότι ετόλμησα να της αποτείνω ένα ερωτικόν χαιρετισμόν! Όχι, φίλε μου, ας χαρούν την ελαίαν των, εγώ δεν είμαι φιλελαιήμων

Ήρχισα ν’ ανησυχώ, όχι διά τα’ αποτρόπαια λογοπαίγνια του Λουκά, αλλά διά την έκβασιν, ήν ηδύνατο να λάβη το πράγμα. Σημειωτέον ότι την προτεραίαν είχον παρουσιασθή εις ένα των ισχυρών υποψηφίων ως κομματάρχης μέγα σημαίνων και τω υπεσχέθην την συνδομήν μου, αφού μοι υπεσχέθη και αυτός την προστασίαν του, όπως επιτύχω δημόσιαν θέσιν ήν προ καιρού ζηλεύω. Επειδή δεν έχων ψήφον ως ετεροεπαρχιώτης, ήλπιζον τουλάχιστον επί την ψήφον του Λουκά, βασιζόμενος εις την παλαιάν φιλίαν και οικειότητά μας. Αυτή η ψήφος ήτο το μόνον μου εκλογικόν κεφάλαιον ως ισχυρού κομματάρχου, είχα δε προσπαθήση πάση δυνάμει να την εξασφαλίσω. Αλλοίμονον αν την έχανον κι αυτήν.

« Μα σαν τι σύμβολα ήθελες; » τον ηρώτησα.

« Πλέον ζωντανά, φίλε μου, πλέον πραγματικά, να εμπνέουν! Τι ωραίον πράγμα θα ήτο έξαφνα αν αντί των γελοίων αυτών και ασήμαντων συμβόλων των σημαιών και της ελαίας, εξέλεγαν αντικείμενα έχοντα πολύ στενωτέραν και επωφελεστέραν σχέσιν με την ζωήν· π.χ. αν ετίθετο άνωθεν της κάλπης ένας άρτος λευκότατος, ροδοκόκκινος, καλοψημένος, ο συνδυασμός θα εφαίνετο άρτιος και ακμαίος· έν τεμάχιον εκλεκτού τύρου θα εδήλου ευγλώττως ότι ο συνδυασμός εμφορείται υπό αρχών συντηριτικών· έν καλόν ροδόχρον μήλον, θα εσήμαινεν ότι η εκλογή των δια του σημείου τούτου διακρινομένων ήθελεν αποφέρη καρπούς αισίους…»

Και ενώ έλεγε ταύτα οι ανησύχως περιστρεφόμενοι οφθαλμοί του διέκριναν εις μίαν άκραν ξηρότατον τεμάχιον άρτου, λείψανον δείπνου παρελθουσών ημερών· ώρμησεν ως ιέραξ επ’ αυτού, το ήρπασε, το εκαθάρισεν από τους επ’ αυτού μύρμηγκας και ήρχισε να το τρώγη μετ’ άκρας ορέξεως, μετ’ ευδαιμονίας εμφαινούσης ότι οι τριάκοντα δύο και πλείονες οδόντες του προ πολλού δεν είχον ασχοληθή εις την αδιάκοπον και προσφιλή των άσκησιν.

Φαεινή ιδέα επήλθεν εις το νούν μου. Επήδησα αμέσως εκ της κλίνης μου, ενεδύθην εν τάχει και εξήλθον κράζων εις τον αναμηρυκώμενον φίλον μου:

« Περίμενέ με! έφθασα.»

Μετέβην εις το άντικρυ παντοπωλείον και επέστερεψα μετ’ ολίγας στιγμάς φέρων εις τας χείρας τύλιγμα εκ χάρτου, εμπεριέχον τινά αποσούν αντικείμενα επιμήκη, άπερ ενεχείρισα εις αυτόν.

« Τι είν’ αυτό;» με ηρώτησεν απορών.

« Είνε το σύμβολό σου!» απήντησα με φωνήν επίσημον. « Ανδρίζου και ύπαγε να μετάσχης του αγώνος: ΕΝ ΤΟΥΤΩ, ΛΟΥΚΑ, ΝΙΚΑ!»

Ο Λουκάς μη δυνηθείς ν’ αντιστή εις την περιέργειαν ήνοιξε το τύλιγμα και εύρεν εντός αυτού τέσσαρα εξαίρετα Λουκάνικα.

Οι οφθαλμοί του εξήστραψαν υπό αίγλης απεριγράπτου. Έθλιψε την χείρα μου μετ’ ευγνωμοσύνης. Επέθηκε την άλλην χείραν επί της καρδίας του και μετά την περιπαθήν ταύτην χειρονομίαν, εξήλθε μετά της αυτής ταχύτητος μεθ’ ης είχεν εισέλθει εις το δωμάτιόν μου.

Και ιδού τίνι τρόπω νομίζω ότι εξησφάλισα την ψήφον του φίλου μου Λουκά, ενταυτώ δε, αν το αποτέλεσμα των εκλογών έσται κατά τας προσδοκίας μου, και την θέσην ήν από καιρού επιδιώκω και ήτις είνε –σας το λέγω εμπιστευτικώς- επιτηρητής της εισπράξεως των διοδίων εις τας οδούς αίτινες θα χαραχθώσιν επί της επιφανείας ήν κατέχει η Κωπαίς… μετά την αποξήρανσίν της!

Αββακούμ

[Πρώτη δημοσίευση: ΤΟ ΑΣΤΥ, Νο 68, 4 Ιανουαρίου 1887]

*απόσπασμα από το βιβλίο: ΜΠΑΜΠΗ ΑΝΝΙΝΟΥ – Αἱ Πηγαί τοῦ Γέλωτος

Εκδόσεις Τυφλόμυγα (σελ.: 31 – 34). Το αυθεντικό κείμενο είναι γραμμένο με πολυτονικό σύστημα.